Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Μύσταξ και παρατσούκλια



Εκείνος με το παρατσούκλι Ζούτουνας, λέει, είχε το καφενείο-χασάπικο-μαγειρείο αλλά και ψιλικατζίδικο στο πάλαι ποτέ εμπορικό στενό του Καραβοστάμου. Ένα εμπορικό στενό που πριν λίγες μέρες η θεία μου, καθώς πίναμε τον καφέ μας, το χαρακτήρισε ως την «Ερμού» της κωμόπολης που κάποτε υπήρξε το σημερινό πανέμορφο χωριουδάκι, τότε με 120 παιδιά στο δημοτικό, τώρα με είκοσι και αν…
Στο στενάκι ετούτο μαζεύονταν πριν χρόνια όλοι οι Ικαριώτες της περιοχής για τα ψώνια. Αυτοί που έρχονταν από το Γέροντος ή την Αρέθουσα είχαν μαζί και τα γαϊδούρια τους για τη μεταφορά των προϊόντων που θ’ αγόραζαν.

«Τρεις γαϊδουροσταθμούς είχαμε τότε στο χωριό» συνεχίζει η θεία μου με καμάρι. «Έναν στο ποτάμι, έναν άλλο στην "Ερμού" και έναν τρίτο κοντά στης Μεντούς».

Η Μεντού είχε «τη βιοτεχνία» -μισοβυθισμένο σπιτάκι τώρα απ’ τα χώματα και τα τσιμέντα- στο γιαλό, πλάι στον καφενέ του Μπατανιά, κι έφτιαχνε μέντες. Εξ ου και το παρατσούκλι... Μια τεράστια κατσαρόλα σιγόβραζε όλη μέρα και χάριζε ευωδιά και χαρά στην πιτσιρικαρία και όχι μόνο.

Ο Καμιλιέρης είχε επίσης στην "Ερμού" την ταβέρνα με το μοναδικό γραμμόφωνο του χωριού που έπαιζε μόνιμα το αγαπημένο του: «Αραπίνες, μαύρες, ερωτιάρες…..» Εξ ου και το παρατσούκλι…
Ο Τσικνιάς είχε το άλλο χασάπικο, ανταγωνιστής του Ζούτουνα. Κοντά τους κι ο Κανάρης με το ψιλικατζίδικο.
Στα σκαλάκια του σπιτιού της η Μπαρταδίνα παρακολουθούσε κάθε κίνηση της πελατείας.

Ο Λαλάγκος –επίσης παρατσούκλι, όπως και τα προηγούμενα- δεν είχε κατάστημα, ούτε ήταν παρατηρητής, ήταν φιλόλογος κι ερχόταν εκεί για τον καθημερινό του περίπατο.

Νάτος! Πλησιάζει με αυστηρότητα.

Ο Ζούτουνας ξελαρυγγιάζεται για να νικήσει τον ανταγωνιστή του, τον Τσικνιά.
-Να, να, να!! Εδώ ζυγούρι!! Ζυγούουουρι που λιγδώνει ο μούσταξ!!!

Ο Λαλάγκος, όλο αγανάκτηση, επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα για χιλιοστή φορά…
-Για τ’ όνομα του Θεού, Σιδερή, ο μύσταξ, όχι ο μούσταξ…

Ο διάλογος επαναλαμβάνεται καθημερινά, λένε, για χρόνια…

Για χρόνια...

Ταξιδεύουμε, ανοίγουν ξανά τα πατζούρια, γεμίζει ο τόπος πραμάτειες, γαϊδουράκια και μυρωδιές και τραγούδια, ξαναζεί κι η γιαγιά και γελάει μαζί με τη νύφη και το γιο της και τη μάνα. Κι όλοι μαζί, ζωντανοί και πεθαμένοι, κι οι κόρες κι οι εγγόνες και τα τρισέγγονα γελάμε με την εμμονή του ενός ανθρώπου στο σωστό και με την εμμονή του άλλου στο λάθος.


Μετά φωτογραφίζω το έρημο στενάκι με τα σκουριασμένα τσιγκέλια ακόμη στους τοίχους και μπαίνω στ’ αμάξι. Η Μπαρταδίνα στα σκαλάκια σα να με παρατηρεί από κάπου... 








Δεν υπάρχουν σχόλια: