Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Δε με θέλει η αγάπη μου

 Ήταν ένα παράξενο ζευγάρι. Άτεκνο κι έτσι είχαν δώσει όλη την αγάπη τους ο ένας στον άλλο. Γιατί μοιράζεται η αγάπη, ψέματα λέει όποιος υποστηρίζει τ' αντίθετο. Κείνος ήτανε ένας φυσιολογικός άντρας, με τις δουλειές του και τη λογική του. Κείνη ήτανε κάπως αλλιώτικη. Έκανε σα μικρό παιδί και τον ταλαιπωρούσε. Σαν τα τρίχρονα που ταλαιπωρούν τους μπαμπάδες, σαν δεν τους κάνουν όλα τα χατίρια.
Τον αγάπαγε με τον δικό της τρόπο, μα δεν του το 'λεγε. Την αγαπάγε πιότερο και της το 'δειχνε κάθε μέρα. Τη βοηθούσε στις δουλειές, που δεν έκανε ποτέ μόνη της, γιατί της άρεσε πολύ να χουχουλιάζει. Της μαγείρευε και της καθάριζε, όσο μπορούσε ο καημένος. Γιατί είχε και το μεροκάματο. Και το σπίτι ήτανε αραχνιασμένο σχεδόν όλο το χρόνο κι επισκέπτης δεν πάταγε το πόδι του. Κι όσο δεν ερχότανε άνθρωπος, τόσο εκείνη έπαιρνε τη ρύμη και κατηφόριζε να βρει κάποιον για κουβέντα. Ααα, οι δουλειές δεν της άρεσαν, μα δίχως κουβέντα δεν μπορούσε να κάμει.
Ύστερα γέρασαν. Κι όσο γερνούσαν τόσο εκείνος την αγαπάγε πιότερο και τόσο εκείνη του έκανε νάζια. Κι ούτε πια μια δουλειά δεν έκαμνε, έτσι για το μάτι. Τίποτα. Κείνος αδυνατούσε μέρα με τη μέρα και κείνη έφευγε να βρει κουβέντα απ' το πρωί. Είδανε κι απόδανε, ήτανε δύσκολα πολύ τα πράματα, πήγανε στο γηροκομείο, να έχουνε ένα πιάτο με φαγητό τουλάχιστον, γιατί εκείνος δύναμη πια δεν είχε να μαγειρεύει και της το 'λεε, μα δεν τον άκουε. Το γηροκομείο της άρεσε στην αρχή, γιατί είχε κουβεντολόι εκεί. Μα τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Νέο κανένα.
Και τον πήρε από το χέρι και του 'πε πως θέλει να γυρίσει σπίτι. Δεν της χάλασε χατίρι. Μόνο που πήγανε στο δικό του σπίτι, όχι σ' αυτό που έζησαν όλα τα χρόνια, γιατί το χωριό το δικό της είχε σχεδόν ερημώσει πια. Μικρό σπιτάκι είχε, μα σε χωριό μεγάλο. Βρήκε εκείνη τους συγχωριανούς τους άντρα της και της άρεσε. Κάθε μέρα κι ένα νέο. Κι ήτανε χαρούμενη στην αρχή, μα το βλέμμα από το χρόνο που περνούσε όλο θόλωνε και θόλωνε. Ήξερε πόσο την αγάπαγε κι ήθελε ο αρρωστημένος νους να του κάμει τα τελευταία του καπρίτσια.
Κι ένα απόγευμα του λέει να φύγει.
-Πού να πάω;
-Όπου θες... Μόνο να φύγεις. Δε σε θέλω πια.
Και δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι κι έφυγε. Πήρε ταξί και πήγε στο δικό της το χωριό, στο σπίτι όπου έζησαν όλα τους τα χρόνια. Κι ήτανε μεσάνυχτα όταν έφτασε. Δεν μπορούσε ν' ανοίξει την πόρτα. Δεν άντεχε. Και πήγε στην ταράτσα του παλιού σχολείου και κοιμήθηκε στο τσιμέντο της. Κι ύστερα τον μάζεψαν κουρέλι. Πέθαναν σύντομα κι οι δυο. Χώρια.

Πήρα το ίδιο ταξί έν' απόγευμα Σαββάτου. Κι όταν είπα από πού είμαι, μου  είπε ο ταξιτζής πως κάποτε, χρόνια πριν, πήρε ένα γέρο για το ίδιο χωριό μεσάνυχτα κι όλο μυξόκλαιγε σα μικρό παιδί και μονολογούσε:
-Δε με θέλει η αγάπη μου, δε με θέλει η αγάπη μου...
Κι ύστερα μου 'πε ο ταξιτζής πως στεναχωρέθηκε, βέβαια, μα απ' την άλλη πήρε θάρρος που υπάρχουνε σ' αυτό τον κόσμο ογδοντάχρονοι που αντέχουν ν' αγαπούν με τόση δύναμη.
Κι εγώ κουβέντα δεν είπα.
Πάω μόνο στο σπίτι τους πού και πού και τραβώ φωτογραφίες. Αραχνιασμένο πάντα.




Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανό...
















Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας

Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε

Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι

Γιώργος Σαραντάρης



Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Τα 'πιτάφια



Είν' η πιο καλή μας μέρα. Πιο καλή κι από τη μέρα του πανηγυριού. Γιατί είναι και δική μας ετούτη. Θέλω να πω, δεν έρχονται ξένοι κι αν έρχεται κανένας πού και πού θα 'ναι κάνας αγαπητικός μας ή κάνας συγγενής παρά χωριού, αλλιώς αποκλείεται να σκεφτεί άλλος άνθρωπος πως στη μία το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής εμείς βγάζουμε τα 'πιτάφια. Κι είναι χαρούμενη μέρα. Καμιά σχέση με ενταφιασμό και θρήνο. Γεμίζουν από το πρωί οι έρημες αυλές από περπατησιές ανθρώπων που γνωρίζουν σε ποιες γωνιές τους βρίσκονται ακόμη οι πασχαλιές, οι τριανταφυλλιές και τα κρίνα και παραμερίζουν τ΄αγριόχορτα και τους θάμνους που τα σκεπάζουν όλο το χρόνο, τα κόβουν και τα κουβαλούν στην πλατεία. Γεμίζουν τα πεζούλια από φωνές μικρών παιδιών που κατακόβουν τις μαργαρίτες τις κίτρινες, τις ανθισμένες πικροδάφνες και τις μυρτιές. Γεμίζει ο τόπος με γέλια και πειράγματα. Ποιος θα κάμει τα καλύτερα μπουκέτα, ποιος θα τα δέσει με μεράκι απάνω στο ξύλο, ποιος θα καταφέρει να κάμει το σταυρό.
Πήγατε στο κηπάκι; Ήβγανε οι αγριοκαράφτες; Μπράβο! Για δε πώς μυρίζουνε... Πού 'σουνα τόση ώρα; Κοντεύουμε το στολισμό. Ημεροκοιμήθηκες πάλι; Α, ήφερες αγγελικούλες; Άντε και του χρόνου!
Κι ύστερα -με γέλια πάλι- μοιραζόμαστε σε ομαδούλες και ψάλλουμε το "ω γλυκύ μου έαρ...". Και πάλι γελάμε, γιατί οι πιότεροι δεν έχουμε ιδέα από ψαλτική και κάνουμε τερατώδεις παραφωνίες. Κι ύστερα σκύβουμε ένας ένας και περνάμε με χαχανητά κάτω από τον μοσχομυριστό Επιτάφιο. Και γίνεται το μωβ το χρώμα της χαράς και τ' ανταμώματος.
Κι ο Θάνατος κάνει να μας μαλώσει που δεν τον σεβόμαστε και δε θρηνούμε τόσα που μας πήρε, μα πάλι συνέρχεται και κάθεται στο στασίδι ήσυχος ήσυχος ανάμεσά μας και κρυφογελά με μας τους λίγους κι αλαφροίσκιωτους που κάμαμε τη μέρα του κουβεντολόι και γιορτή. Ξεχνιέται, κερνιέται ένα κερί και κάνει το σταυρό του... "Ω της παραφροσύνης..."



Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Αργεί ακόμα η Άνοιξη

Προχωρούσαν στην πλατεία. Σκυφτοί. Ο άντρας μπροστά, η γυναίκα πίσω. Ο άντρας έσερνε ένα άδειο καροτσάκι απ' αυτά που παίρνουν στις λαϊκές για να κουβαλούν τα λαχανικά. Η γυναίκα δεν κρατούσε τίποτα, ήταν κοντή και χοντρή και περπατούσε με κόπο. Φορούσε πολλά ρούχα και στα πόδια γαλάζιες χνουδωτές παντόφλες. Μπερδευτήκαν τα πόδια της -ας ήταν ίσωμα- κι έπεσε. Όχι, παραλίγο να πέσει. Σχημάτισε μια γωνία το σώμα της αργά αργά, δίχως να λυγίσουν τα γόνατα κι ακούμπησε με τις παλάμες τα πλακάκια της πλατείας. Απόμεινε σ' αυτή τη στάση, χωρίς να βγάζει ούτε μια κραυγή. Ένας τρουλωμένος, ακίνητος ποπός στο κέντρο του χώρου καλυμμένος με δυο τρεις φούστες πολύχρωμες σε διάφορα μεγέθη να ανταγωνίζεται σε ενδιαφέρον τους όρθιους μαρμάρινους ευεργέτες του έθνους που στέκονταν τριγύρω ψηλά στα βάθρα τους. Μήτε να σηκωθεί μπορούσε μήτε να πέσει ολότελα. Ο άντρας συνεχίζει να περπατά. Γυρνά κάποια στιγμή, την ψάχνει. Αργά αργά πάει προς τα πίσω και την πιάνει από τη μέση. Μήτε κι αυτός φώναξε. Αργά και στη σιωπή γίνονταν όλα. Αργά τη σήκωσε με κόπο, δίχως τίποτα να τη ρωτήσει. Συνέχισαν μετά το δρόμο τους. Ο άντρας γύρισε και με κοίταξε. Ήταν νέος αυτός, με γενειάδα και κατάχλωμο πρόσωπο. Άσπρο σαν τα πλακάκια και μαύρο το βλέμμα του σαν τον ουρανό του φετινού Μάρτη. Αργεί ακόμα η Άνοιξη.


Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Η στολισμένη καϊσιά


Δεν είχαμε πάντα τουρίστες. Δεν μας ήξεραν παλιά. Θυμάμαι -θα ‘μουνα εφτά ή οχτώ- έναν Αύγουστο που ήρθαν στο χωριό δυο Ιταλοί. Τσακώθηκαν οι γυναίκες του χωριού για το ποια θα τους πρωτοπάρει στο σπίτι, για να τους φιλέψει κάτι. Ήρθαν σε μας τελικά, καθώς η αυλή ήταν πάνω στο δρόμο κι ήταν πιο εύκολο να τους βουτήξουμε απ’ το μανίκι. Κι αφού κεράσαμε βύσσινο γλυκό κι ανταλλάξαμε χαμόγελα και νοήματα, έφυγαν. Κι ύστερα σταυροκοπιόμασταν για καμιά δεκαριά μέρες στην πλατεία:
-Βρε, πού μας ηύραν;
-Από την Ιταλία; Τς τς τς... Κι ήρθανε μέχρι εδώ; Έλα, Παναγία μου!
-Μπας κι έχουνε κάναν ξάδερφο; Όχι; Και πώς, βρε παιδί μου;

Ύστερα μας έμαθαν. Κουτσά στραβά, δηλαδή. Κάτι είπε η τηλεόραση, κάτι έγραψαν οι εφημερίδες, κάτι αναρτήσεις και ένα δυο αφιερώματα στα περιοδικά... Ήταν αρκετά. Μάθαμε κι εμείς για τη σπανιότητα του χαρακτήρα μας κι ότι οι άνθρωποι, λέει, συνήθως πεθαίνουν πιο νωρίς απ’ ότι εμείς. «Το σίγουρο, βέβαια, είναι ότι πεθαίνουν», μου ‘πε κάποτε ένας παππούς... Άσχετο.  Μάθαμε πως τα μπάζα από το τούνελ στο Μαγγανίτη, είχανε δημιουργήσει μια μικρή παραλία που κάποιος την ονόμασε «Σεϋχέλλες» και τους άρεσε πολύ. Μάθαμε πως βαριόμαστε να δουλέψουμε και κοιμόμαστε ως αργά και γλεντάμε, λέει, όλο το χρόνο στα πανηγύρια.
-Έλα, Παναγία μου! Βρε, λες; Και για το σκάψιμο και το βόσκημα ε θα γράψει κανένας;
Κι ύστερα ήρθε εκείνη η παράξενη αίσθηση που δεν ξέρεις ποιος είσαι ακριβώς αλλά κάθεσαι και ψάχνεις στο βλέμμα του άλλου κι ανάλογα με το πώς σε βλέπει, φτιάχνεις μια εικόνα κάπως σχετική και κάπως αλλιώτικη απ’αυτή που ‘ξερες. Όλα αποκτούν μια άλλη διάσταση. Τουρίστας στον τόπο σου. Και στον εαυτό σου.
-Βρε, λες;

Κι είχε η θεια μου μια καϊσιά στην αυλή. Και το τραπέζι ήτανε μικρό και το ‘πιανε ο αέρας. Κρέμαγε πάνω στον ένα κλώνο το ποτιστήρι για τα λουλούδια, στον άλλο το καλάθι, στα κλαράκια έδενε τους σπάγγους για τ’ αλεντράδιασμα της ντομάτας και κάποιες κορδέλες από μπουμπουνιέρες που χρησίμευαν συχνά για να δένει τα τσουβάλια ή τα ματσάκια από τα βότανα που μάζευε. Είχε και το μαντίλι που ‘παιρνε στον κήπο και δεν ήθελε να το ψάχνει κάθε πρωί, είχε και το καπέλο του άντρα της, είχε και δυο τρία μπουκέτα με ξεραμένα μάραθα που τα ‘θελε για σπόρο, είχε κρεμασμένη και μια μικρή πλεξούδα με κρεμμύδια, για να μην πηγαιονοέρχεται στο κατώι.
Πάω τις γιορτές και ψάχνω για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-Καλέ θεια, δε στολίσατε φέτος;
-Όχι, εμείς στολίζουμε ούλο το χρόνο, μου λέει με καμάρι.
-Ε;;

Με βγάζει στην αυλή και μου δείχνει την καϊσιά.
-Εγώ εν το ΄ξερα, μου λέει. Μα ήρθανε προχτές και τους ήκαμε εντύπωση. Να δεις φωτογραφίες και κακό... «Πολύ πρωτότυπος στολισμός!» μου λέανε. «Πώς το σκεφτήκατε; Είναι θαυμάσιο! Αυτός ο τρόπος στολισμού χριστουγεννιάτικου δέντρου δεν είναι γνωστός στο πανελλήνιο! Είστε καταπληκτικοί εσείς οι Ικαριώτες!»
Τουλάχιστον γελάγαμε κι οι δυο. Ελπίζω να γελάσουν κι οι φωτογράφοι, αν μας διαβάζουν. Δεν διαφέρουμε και τόσο... Απλοί άνθρωποι είμαστε.





Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Έρχονται μέρες που ξεχνάω πώς με λένε

















Έρχονται νύχτες βροχερές βαμβακερές ομίχλες
τ’ αλεύρι γίνεται σπυρί ύστερα στάχυ
θροΐζει με πολλά δρεπάνια
αψύς Ιούλιος στη μέση του χειμώνα.
Βλέπω το υφαντό του κόσμου να ξηλώνεται
αόρατο το χέρι που ξηλώνει
και τρέμω μην κοπεί το νήμα.
Νήμα νερού στημόνι χωρίς μνήμη
σταγόνα διάφανη σε βρύα και λειχήνες
νιφάδα-χνούδι των βουνών
χαλάζι-φυλλοβόλο
κι άξαφνα σκάφανδρο ζεστό
στην κιβωτό της μήτρας.
Αρχαίο σκοτάδι τήκεται και τρίζει
αχειροποίητη φλογίτσα που το γλείφει.

Συναγωγές υδάτων υετοί πρόγονοι παγετώνες
στην πάχνη ακόμη της ανωνυμίας.


Μιχάλης Γκανάς  (Παραλογή, 1993)


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Λιτέρα και δεντρολιβανιές

  -Είχανε, παιδί μου, στη μέση της εκκλησάς του κοιμητηρίου τη λιτέρα ούλο το χρόνο...
Κι ήτονε η λιτέρα ασήκωτη, ήτονε από ξύλο βαρύ, δίχως καπάκι. Άμα ηπέθαινε κανένας, ηφώναζαν τα παλικάρια του χωριού –το ‘χανε αυτά για τιμή μεγάλη- κι ήτρεχαν, ηπηαίνανε στην εκκλησά, ηπαίραν τη λιτέρα και την ηκουβαλούσανε χιλιόμετρα, ήμπαινε κι ο νεκρός απάνω κι ηγινότανε πιο βαριά ακόμη. Μα τότες ήτονε άλλοι άθρωποι, τό ‘χανε για τιμή, που σου ΄λεγα... Κι ούτ’ ένας δεν ήλεε «αχ»...
Ο νεκρός στο σπίτι του ηκειτότανε σ’ ένα κρεβάτι που ‘τονε ξέστρωτο, μοναχά με τα σανίδια. Κι εμείς, τα μικρά, ησκορπούσαμε στις πλαγιές κι ημαζεύαμε δεντρολίβανο, να το βάλουμε στη σένια του νεκρού, που τη γεμίζανε με δαύτο και την εκάμνανε δικόν του μαξιλάρι, τονε κρατούσε φρέσκο, αμύριστο αφ’ το θανατικό. Ήτονε το προσκέφαλόν του.  Είχε αθρώπους τότες, πολλούς και με ψυχή... Άμα ηπήαινες σε κηδεία -κι ηπηαίνανε ούλοι- ήπρεπε να φιλήσεις το νεκρό, που ημοσχομύριζε δεντρολιβανιές, είτε μεγάλος ήσουνα είτε παιδάκι και να πας μέχρι τον τάφο, όχι όπως τώρα... Εκτός πια κι αν ήτονε κανείς τόσο γέρος που εν ημπορούσε να περπατήσει κι είχε το συχώριο...  Μπροστά ηπήαινε ο παπάς, πίσω αυτοί που ησηκώναν το νεκρό και πιο πίσω οι άθρωποι του χωριού που ηστοιβαζόντανε για να δούνε την ταφή.  Όλοι γύρω αφ’ το χτίσμα...
-Χτίζανε;
-Ε, άμε, έτσι τους ηκάνανε τους τάφους... Μα εν ηπρόκαμα να σου πω για τον χασέ...
-Το χασέ;
-Ούλα τα μπαούλα των νοικοκυράδων είχανε μέσα τέτοιο πανί, για όποτε χρειαστεί. Ήλιωνε γρήγορα κι ήτονε άσπρο. Είχανε και μια λουρίδα ύφασμα αφ’ το ίδιο. Ησαβανώνανε το νεκρό με το χασέ και του δένανε το κεφάλι με τη λουρίδα για να μη μείνει ο στόμας του ανοιχτός.
-Οι συγγενείς του το κάνανε;
-Αυτοί που ησαβανώνανε. Μα άμα εν ηβρίκουνταν εκεί την κακιάν ώρα, το κάμνανε κι οι συγγενείς του. Η πρώτη τους δουλειά, μόλις ηξεψυχούσε, ήτονε να του κλείσουν τα μάθκια, να τα κρατήσουνε λίγο για να μείνουνε σφαλιστά κι έπειτα να του δέσουν το κεφάλι με τη λουρίδα αφ’ το χασέ. Τέλειωνε, τέλειωνε γρήγορα... Μα άμα ήτονε εκεί αυτοί που ησαβανώνανε, τα αναλάμβαναν ούλα δαύτοι. Κάθε χωριό είχε κι από έναν τουλάχιστον. Όχι επαγγελματικά. Τότες εν είχε πληρωμές, ούτε που ησαβανώνανε, ούτε για τους τάφους... Όλα ηγινόντανε έτσι, προσφορά...
Κι ηκάμνανε ένα σταυρό πρόχειρο με ό,τι ξύλο ηβρισκότανε πρόχειρο κι ηνάβανε σαράντα μέρες το καντηλάκι. Αυτοδά ήτονε...
Και στην εκταφή, ήτονε καθαρά τα πράματα, ο χασές ήκανε τα κόκκαλα να ‘ναι άσπρα κι ολογυάλιστα. Ήτονε μπαμπάκι ο χασές, εν ήτονε πλαστικό... Εν είχαμε περιπέτειες ποτές. Ήπαιρνε ο σαβανωτής -που ηγινότανε κι εκταφέας- το κρανίο, το κουβαλούσε ίσαμε την εκκλησά του χωριού...
-Το κρανίο;
-Κι απέκειο; Δικός μας άθρωπος ήτονε!  Αντάμα με δαύτο ηκάμναμε το μνημόσυνο. Στη μέση της εκκλησάς το βάζαμε! Να φαίνεται! Κι ήτονε ούλο το χωριό. Ύστερις ηπήαινε ο καθείς εις την θέσην του.
Αυταδά ξέρω...



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 21-1-2015

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Το σπίτι του "Πατινιώτη"

  Στο κέντρο του νησιού, μόνο του, αργοπεθαίνει ήρεμα παραδίνοντας στον αχόρταγο χρόνο ένα ένα τα μέλη του. Όλα πανέμορφα, τα τούβλα του φούρνου, το τζάκι, τα ξύλινα παντζούρια, τα πεσμένα κεραμίδια, το πατητήρι, οι κολώνες του περιπάτου, τ' αψιδωτά παράθυρα. Ιδιόμορφο με διαφορετική στέγη για κάθε χώρο, μαρτυρά ακόμη την αυτάρκεια που χάριζε κάποτε στον ιδιοκτήτη του. Δωμάτιο για ύπνο, κουζίνα, αποθήκη, σταύλος, ευρύχωρη αυλή, αμπέλι, αμυγδαλιές, όλα δίπλα, σφιχταγκαλιασμένα. Ευάερο και ευήλιο με πανέμορφη θέα και νερό από την πηγή. Το 'χτισε στις αρχές του 1900 ο Σιταράς, καταγόμενος από την Πάτμο, εξ ου και το παρατσούγκλι "Πατινιώτης". Κεφάτος, άνθρωπος της πιάτσας και του γλεντιού, απέκτησε με τα χρόνια και δεύτερο παρατσούγκλι: "Νταλαβέρας", καθώς κάθε φορά που έπινε λίγο κρασάκι γελούσε λέγοντας συνεχώς: "Ε ρε, νταλαβέρια, ε ρε νταλαβέρια!!!"
Η γυναίκα του ήταν Αττισή από την Ακαμάτρα, έκαμαν τέσσερα παιδιά, δυο κόρες και δυο γιους. Οι κόρες παντρεύτηκαν στον Εύδηλο, ο ένας γιος έγινε ναυτικός κι ο άλλος έφυγε κάποια στιγμή για "έξω" και δεν ξανάρθε. Θυμούνται οι παλιοί πως πάντα στο σπίτι τούτο κάθονταν για να ξεκουραστούν από την πεζοπορία, καθώς το μονοπάτι που ενώνει τη Μεσαριά με τον Εύδηλο περνά ακριβώς δίπλα, κι ο Πατινιώτης με τη γυναίκα του τους φίλευαν και τους υποδέχονταν πάντα με χαμόγελο.
Κι εγώ όμορφα ένιωσα που το επισκέφτηκα. Είχε μυρωδιές από αλλοτινή ευτυχία. Από μεράκι, τέχνη και λίγο από καλοσύνη π' αντέχει, φαίνεται, ακόμη και στα ερείπια.


















Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Παράσταση γάμου

Τον χάσαμε για ένα δεκαπεντάωρο και βάλε. Πήγε για δουλειά το πρωί. Μάθαμε όμως πως η εργασία του είχε τελειώσει κι είχε ξεκινήσει από νωρίς το μεσημέρι για να επιστρέψει στο σπίτι του. Λιγότερο από μια ώρα απόσταση. Και χάθηκε. Είπαμε να ειδοποιήσουμε το silver alert, αλλά η ηλικία του δεν δικαιολογούσε αλτσχάιμερ...
Εγώ δεν ανησυχούσα, «μην τρελαίνεσαι, κάπου βρήκε Ικαριώτες κι έχει πιάσει κουβέντα», της έλεγα, αλλά η φίλη μου -και σύζυγος του αγνοούμενου- είχε άλλη γνώμη και πηγαινοερχότανε ανήσυχη στο σαλόνι από νωρίς. Άρχισε να βραδιάζει κι εκείνος άφαντος. «Δε σηκώνει το τηλέφωνο, βρε... Τον πήρα εκατομμύρια φορές και δεν το σηκώνει ο άτιμος. Ρε, κάτι θα του ‘τυχε, δεν μπορεί...» έλεγε και ξανάλεγε.
Εμφανίστηκε ο σύζυγος αργά το βράδυ μα τριπλός. Ο ένας ήτανε περίπου ο εξαφανισθείς αλλά κάπως αλλιώτικος, ο άλλος ήτανε κοινός φίλος από τη Μεσαριά μα αγνώριστος κι αυτός απ’ το ποτό, ο τρίτος απ’ τους Βρακάδες, άγνωστος σε μας.
Ο αλλιώτικος, λοιπόν, ο αγνώριστος και ο άγνωστος αποτελούσαν ένα φανταστικό  τρίο, έως ξεκαρδιστικό, τουλάχιστον για κάποιον σαν εμένα που δεν εμπλεκόταν συναισθηματικά με την υπόθεση. Απόλαυσα την ωραιότερη κωμωδία του κόσμου λιώνοντας στον καναπέ απ΄τα γέλια...
Μπήκαν μέσα γελώντας -οι αναθυμιάσεις προκάλεσαν μια έντονη θολούρα στην ατμόσφαιρα- κι ενώ η φίλη μου ήτανε στα πρόθυρα του εγκεφαλικού κι  έτοιμη να βάλει τις φωνές και να τους πετάξει έξω και τους τρεις πακέτο, γονάτισαν αιφνιδιαστικά όλοι μαζί στα πόδια της κι άρχισαν τους τεμενάδες.
Συγχρόνως φώναζαν σπαρακτικά, αλλά με κρυμμένο γελάκι στα μάτια τους:
-Συγχώρεσέ μας! Συγχώρεσέ μας! Δε θα το ξανακάμουμε! Ποτέ πια! Ποτέ!
Όλοι μαζί, κοινή η ευθύνη, σαν το «ούλοι εμείς, εφέντη», ένα πράγμα...
Μετά σηκώθηκε ο αλλιώτικος σύζυγος και της έλεγε μονάχος του, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν γονατιστοί και με σκυμμένο το κεφάλι:
-Εσύ είσαι η αγάπη μου! Το μωρό μου! Μόνο εσένα έχω αγαπήσει στη ζωή μου! Είκοσι δυο χρόνια είμαστε μαζί! Και δυο η γνωριμία, είκοσι τέσσερα! Σκέψου το, πριν μιλήσεις!
Και γονάτισε ξανά.
Μετά σηκώθηκε ο άγνωστος και της έλεγε:
-Συγχώρεσέ τον! Μου το υποσχέθηκε! Την άλλη φορά θα το σηκώνει το τηλέφωνο!
Και γονάτισε ξανά.
Τελευταίος σηκώθηκε ο αγνώριστος Μεσαρίτης και της έλεγε σιγότερα από τους άλλους δυο:
-Μην τονε μαλώσεις, μωρέ... Σε παρακαλώ! Κάντο για το παιδί, έλεγε και της έδειχνε τον Βρακαδιώτη που πλησίαζε τα πρώτα -ήντα...
-Ε;;; Αυτό πάλι; λέει εξοργισμένη η φίλη μου. Τι λες;
-Τόσες ώρες, μωρέ, προσπαθούσαμε να τον κάμουμε να πάρει την απόφαση να παντρευτεί επιτέλους και του λέγαμε τι καλά πού περνάμε εμείς οι παντρεμένοι... Άμα τονε μαλώσεις τώρα κι είναι μπροστά κι ο άλλος, θα πάει χαμένος τόσος κόπος! Άμα δε σκέφτεσαι το δικό σου γάμο, σκέψου το δικό του που ακόμα εν ηπρόκαμε να γίνει...



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 24-11-2014

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Εαυτούληδες



Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια...


Γιάννης Σκαρίμπας (από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)