Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρούτσουλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρούτσουλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Μη με μαρτυρήσεις, Χαράλαμπε!




-Θυμάσαι τον Γιωργάκο άμα ηπέθανε ο Χαράλαμπος ο Ξερός και τόνε κουβαλούσαμε με τα χέρια αφ’ το Ξερέδο ως τη Γλύνη μια ώρα δρόμο;
-Πώς δε θυμάμαι, απάντησε ο Χρήστος και μια αστραπούλα κεφιού ξάνοιξε το βλέμμα του, που ηπήαινε πίσω αφ’ τη λιτέρα κι ημυτσόκλαιε κι ήλεε κι ηξανάλεε: Μη με μαρτυρήσεις, Χαράλαμπε, αν έχεις το Θεό σου, μη με μαρτυρήσεις!
Και δώστου τα γέλια.
-Τονε θυμάσαι, βρε; Ε, ρε, τι πλάκα ήτονε τούτη…
-Που ‘κλαιε, βρε, σα μικρό παιδί, τι κλάμα, μα τι κλάμα…
-Χαραλαμπάκι, στο σταυρό που σου κάνω, συνέχιζε ο Χρήστος  μιμούμενος την κλαψιάρικη φωνή του Γιωργάκου, μη με μαρτυρήσεις, σε παρακαλάω, μην το πεις Χαράλαμπε!
Και πάλι τα γέλια και τα χαχανητά που έφερναν δάκρυα στους γέροντες  και τα ‘κανε να φαίνονται εφηβικά τα μάτια τους.
Παρατάω τη δουλειά μου και πάω μπροστά τους όλο περιέργεια.
-Τι είχε κάνει;
-Ποιος; Με ρωτάνε με μια φωνή.
-Τι ποιος; Ο Γιωργάκος.
-Ο Γιωργάκος; Τι είχε κάμει; Εν είχε κάμει τίποτα ο άνθρωπος.
-Και τότε; Τι ήταν αυτό που φοβόταν να μη μαρτυρήσει ο Χαράλαμπος;
Κοιτάχτηκαν και γέλασαν πάλι δυνατά.
-Πήγε ο νους μου σε καμιά αμαρτία που φοβόταν να μη μαθευτεί στον άλλο κόσμο, τους είπα σε τόνο απολογητικό.
-Βρε τίποτα εν είχε κάμει, ήτανε όμως καμιά δεκαριά χρόνια πιο μεγάλος αφ’ το Χαράλαμπο.
-Και;
-Ησκέφτηκε πως τον είχανε ξεχασμένο και θα τη σκαπουλάρει, μα σαν ηπέθανε ο Χαράλαμπος που ‘τονε κουσελιάρης, ηφοβήθηκε πως α πιανε τον άγιο Πέτρο και α του ‘λεε πως ηπήρατε εμένα που ΄χα χρόνια ακόμα και κείνο δα το Γιωργάκο  τονε ξεχάσατε, για αμέτε να δείτε τα α κάμετε με δαύτονα.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Τα 'πιτάφια



Είν' η πιο καλή μας μέρα. Πιο καλή κι από τη μέρα του πανηγυριού. Γιατί είναι και δική μας ετούτη. Θέλω να πω, δεν έρχονται ξένοι κι αν έρχεται κανένας πού και πού θα 'ναι κάνας αγαπητικός μας ή κάνας συγγενής παρά χωριού, αλλιώς αποκλείεται να σκεφτεί άλλος άνθρωπος πως στη μία το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής εμείς βγάζουμε τα 'πιτάφια. Κι είναι χαρούμενη μέρα. Καμιά σχέση με ενταφιασμό και θρήνο. Γεμίζουν από το πρωί οι έρημες αυλές από περπατησιές ανθρώπων που γνωρίζουν σε ποιες γωνιές τους βρίσκονται ακόμη οι πασχαλιές, οι τριανταφυλλιές και τα κρίνα και παραμερίζουν τ΄αγριόχορτα και τους θάμνους που τα σκεπάζουν όλο το χρόνο, τα κόβουν και τα κουβαλούν στην πλατεία. Γεμίζουν τα πεζούλια από φωνές μικρών παιδιών που κατακόβουν τις μαργαρίτες τις κίτρινες, τις ανθισμένες πικροδάφνες και τις μυρτιές. Γεμίζει ο τόπος με γέλια και πειράγματα. Ποιος θα κάμει τα καλύτερα μπουκέτα, ποιος θα τα δέσει με μεράκι απάνω στο ξύλο, ποιος θα καταφέρει να κάμει το σταυρό.
Πήγατε στο κηπάκι; Ήβγανε οι αγριοκαράφτες; Μπράβο! Για δε πώς μυρίζουνε... Πού 'σουνα τόση ώρα; Κοντεύουμε το στολισμό. Ημεροκοιμήθηκες πάλι; Α, ήφερες αγγελικούλες; Άντε και του χρόνου!
Κι ύστερα -με γέλια πάλι- μοιραζόμαστε σε ομαδούλες και ψάλλουμε το "ω γλυκύ μου έαρ...". Και πάλι γελάμε, γιατί οι πιότεροι δεν έχουμε ιδέα από ψαλτική και κάνουμε τερατώδεις παραφωνίες. Κι ύστερα σκύβουμε ένας ένας και περνάμε με χαχανητά κάτω από τον μοσχομυριστό Επιτάφιο. Και γίνεται το μωβ το χρώμα της χαράς και τ' ανταμώματος.
Κι ο Θάνατος κάνει να μας μαλώσει που δεν τον σεβόμαστε και δε θρηνούμε τόσα που μας πήρε, μα πάλι συνέρχεται και κάθεται στο στασίδι ήσυχος ήσυχος ανάμεσά μας και κρυφογελά με μας τους λίγους κι αλαφροίσκιωτους που κάμαμε τη μέρα του κουβεντολόι και γιορτή. Ξεχνιέται, κερνιέται ένα κερί και κάνει το σταυρό του... "Ω της παραφροσύνης..."



Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Λιτέρα και δεντρολιβανιές

  -Είχανε, παιδί μου, στη μέση της εκκλησάς του κοιμητηρίου τη λιτέρα ούλο το χρόνο...
Κι ήτονε η λιτέρα ασήκωτη, ήτονε από ξύλο βαρύ, δίχως καπάκι. Άμα ηπέθαινε κανένας, ηφώναζαν τα παλικάρια του χωριού –το ‘χανε αυτά για τιμή μεγάλη- κι ήτρεχαν, ηπηαίνανε στην εκκλησά, ηπαίραν τη λιτέρα και την ηκουβαλούσανε χιλιόμετρα, ήμπαινε κι ο νεκρός απάνω κι ηγινότανε πιο βαριά ακόμη. Μα τότες ήτονε άλλοι άθρωποι, τό ‘χανε για τιμή, που σου ΄λεγα... Κι ούτ’ ένας δεν ήλεε «αχ»...
Ο νεκρός στο σπίτι του ηκειτότανε σ’ ένα κρεβάτι που ‘τονε ξέστρωτο, μοναχά με τα σανίδια. Κι εμείς, τα μικρά, ησκορπούσαμε στις πλαγιές κι ημαζεύαμε δεντρολίβανο, να το βάλουμε στη σένια του νεκρού, που τη γεμίζανε με δαύτο και την εκάμνανε δικόν του μαξιλάρι, τονε κρατούσε φρέσκο, αμύριστο αφ’ το θανατικό. Ήτονε το προσκέφαλόν του.  Είχε αθρώπους τότες, πολλούς και με ψυχή... Άμα ηπήαινες σε κηδεία -κι ηπηαίνανε ούλοι- ήπρεπε να φιλήσεις το νεκρό, που ημοσχομύριζε δεντρολιβανιές, είτε μεγάλος ήσουνα είτε παιδάκι και να πας μέχρι τον τάφο, όχι όπως τώρα... Εκτός πια κι αν ήτονε κανείς τόσο γέρος που εν ημπορούσε να περπατήσει κι είχε το συχώριο...  Μπροστά ηπήαινε ο παπάς, πίσω αυτοί που ησηκώναν το νεκρό και πιο πίσω οι άθρωποι του χωριού που ηστοιβαζόντανε για να δούνε την ταφή.  Όλοι γύρω αφ’ το χτίσμα...
-Χτίζανε;
-Ε, άμε, έτσι τους ηκάνανε τους τάφους... Μα εν ηπρόκαμα να σου πω για τον χασέ...
-Το χασέ;
-Ούλα τα μπαούλα των νοικοκυράδων είχανε μέσα τέτοιο πανί, για όποτε χρειαστεί. Ήλιωνε γρήγορα κι ήτονε άσπρο. Είχανε και μια λουρίδα ύφασμα αφ’ το ίδιο. Ησαβανώνανε το νεκρό με το χασέ και του δένανε το κεφάλι με τη λουρίδα για να μη μείνει ο στόμας του ανοιχτός.
-Οι συγγενείς του το κάνανε;
-Αυτοί που ησαβανώνανε. Μα άμα εν ηβρίκουνταν εκεί την κακιάν ώρα, το κάμνανε κι οι συγγενείς του. Η πρώτη τους δουλειά, μόλις ηξεψυχούσε, ήτονε να του κλείσουν τα μάθκια, να τα κρατήσουνε λίγο για να μείνουνε σφαλιστά κι έπειτα να του δέσουν το κεφάλι με τη λουρίδα αφ’ το χασέ. Τέλειωνε, τέλειωνε γρήγορα... Μα άμα ήτονε εκεί αυτοί που ησαβανώνανε, τα αναλάμβαναν ούλα δαύτοι. Κάθε χωριό είχε κι από έναν τουλάχιστον. Όχι επαγγελματικά. Τότες εν είχε πληρωμές, ούτε που ησαβανώνανε, ούτε για τους τάφους... Όλα ηγινόντανε έτσι, προσφορά...
Κι ηκάμνανε ένα σταυρό πρόχειρο με ό,τι ξύλο ηβρισκότανε πρόχειρο κι ηνάβανε σαράντα μέρες το καντηλάκι. Αυτοδά ήτονε...
Και στην εκταφή, ήτονε καθαρά τα πράματα, ο χασές ήκανε τα κόκκαλα να ‘ναι άσπρα κι ολογυάλιστα. Ήτονε μπαμπάκι ο χασές, εν ήτονε πλαστικό... Εν είχαμε περιπέτειες ποτές. Ήπαιρνε ο σαβανωτής -που ηγινότανε κι εκταφέας- το κρανίο, το κουβαλούσε ίσαμε την εκκλησά του χωριού...
-Το κρανίο;
-Κι απέκειο; Δικός μας άθρωπος ήτονε!  Αντάμα με δαύτο ηκάμναμε το μνημόσυνο. Στη μέση της εκκλησάς το βάζαμε! Να φαίνεται! Κι ήτονε ούλο το χωριό. Ύστερις ηπήαινε ο καθείς εις την θέσην του.
Αυταδά ξέρω...



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 21-1-2015

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Κλάδεμα



-Χρειάζεται υπομονή,
μου λέει, άμα θες να μάθεις. Να παρατηρείς πώς κλαδεύω και να μη ρωτάς πολλά. 
Δεν κρατήθηκα ως το τέλος. Έπρεπε, βλέπεις, να καταλάβω την αποφασιστικότητά του.

Κατόπιν μου ζήτησε να σβήσω "το παλιομηχάνημα" και μου είπε τη θεωρία: 
-Τ΄ άρρωστα κλαδιά τα κόβουμε από τον κορμό, τ΄άλλα λίγο πάνω από το δεύτερο μάτι. Δυο μάτια είναι αρκετά. Να φροντίζουμε ώστε να στρέφονται προς τον ήλιο, όχι προς το χώμα. Αυτό είναι.






Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ορχιδέες στο "κηπάκι"



Έχω έναν αγαπημένο τόπο. Το «κηπάκι». Έτσι το λέγαμε στο χωριό. Βγαίνει νερό από το βράχο στα ριζά του γκρεμνού του «Τσιλιμένου» και γύρω από την πηγή οργιάζει η βλάστηση. Πήγαινα από παιδί χαζεύοντας, πίνοντας νεράκι καθάριο ή βόσκοντας τις κατσικούλες του πατέρα μου. Μου άρεσαν και τα φυτά που μόνο εκεί έβρισκα. Ήταν όλα τους όμορφα και ξεχωριστά. Αργότερα έμαθα ότι τα υπέροχα άσπρα λουλούδια που κυρίως εκεί φύτρωναν, οι αγριοκαράφτες, όπως τις λέγαμε, ήταν ένα σπάνιο είδος άγριας παιώνιας, της Peonia mascula icarica. Ύστερα διάβασα στο ikariamag ένα άρθρο του Γιάννη Κέφαλου για το γάλανθο, ένα επίσης σπάνιο φυτό που ευδοκιμεί και στο συγκεκριμένο μέρος. Και όλως τυχαίως ταξινομώντας κάποιες φωτογραφίες και έχοντας διαβάσει για τον τουρισμό της ορχιδέας που αναπτύσσεται σε κάποια νησιά όπως πχ στη Χίο, συνειδητοποίησα ότι τα κρινάκια που χάζευα από μικρή ήταν άγριες ορχιδέες και μάλιστα μια από αυτές ονομάζεται Ophrys icariensis, καθώς φωτογραφήθηκε πρώτη φορά στο νησί μας. Δεν ξέρω αν τη φωτογράφισαν στο «κηπάκι», ξέρω όμως ότι πολλοί λίγοι στο νησί εκτιμούν αυτό το μικροσκοπικό θησαυρό.
Αξίζει, νομίζω, να τον γνωρίσουμε, να τον διαφυλάξουμε και- γιατί όχι;- να τον αξιοποιήσουμε.

Ophrys icariensis

Δρούτσουλας Ικαρίας - Απρίλιος 2008

















 
Orchis anatolica 
Δρούτσουλας Ικαρίας - Απρίλιος 2008





















Πηγές: http://www.greekorchids.gr/Or_anatolica.htm
http://orchids-greece.blogspot.gr/2010/03/ophrys-icariensis_31.html

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Στο χερόμυλο








-Θα πάρεις τους κέχρους, μου ‘πε ο πατέρας μου, και θα πας στο κελάρι του Αργύρη. Ανοιχτά είναι. Άμα δεν είναι, θα βγάλεις το βράχο που κρατά την πόρτα. Στο βάθος του κελαριού θα βρεις το χερόμυλο. Θ' αλέσεις τον κέχρο και θα φέρεις τ’ άλεσμα να το δώσουμε στα πουλάκια. Τα ‘δες; Σκαν τ' αυγά ένα ένα και πεινούνε τα κακόμοιρα.
-Εεεε; Πώς αλέθουνε; Δεν έχω ιδέα…
-Εν ηξέρεις; Έλα, Παναγία μου… Εύκολο είναι. Ρίχνεις τους κεχρόσπορους στην τρύπα στο κέντρο, γυρνάς την πέτρα και τρέχει από γύρω γύρω τ’ άλεσμα.

Γύρισε την πλάτη και συνέχισε το σκάψιμο του κήπου...


Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Πιταράκια στην πλάκα

φωτό από εδώ
....έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια...
μου είπε ο κυρ-Γιάννης.

Και μετά συνέχισε κάνοντας μια μικρή παρένθεση κι εν τέλει μια ιστοριούλα ακόμη.

... και πλάκες ήκανε κείνος ο άνθρωπος. Τι πλάκες; Για τα πιταράκια. Ε, μα πώς αλλιώς; Δεν είχανε κείνα τα χρόνια τηγάνι... Κάμνανε πλάκες πήλινες και τις ήβαζαν απάνω στα πυρομάχια. Εκεί ηψήνανε τα πιταράκια οι γυναίκες. 

Ε, μα πώς αλλιώς; Δεν είχανε πολύ λάδι κείνα τα χρόνια... Ηψήνανε τα πιταράκια, που λες, κι ύστερα ηπαίρανε ένα κρεμμύδι -κι αυτό πολύτιμο- το κόβανε στα δυο και μετά βουτούσανε την κομμένη μεριά του κρεμμυδιού στο λίγο λάδι που φυλάγανε κι ηλείφανε τα πιταράκια για να νοστιμέψουν. 

Ε, άμε, νόστιμα ήτονε μαθές. 

Ε, βέβαια, θα τονε και υγιεινά, αφού εν ητηγανιζότανε το λάδι. Μα εν το κάμνανε γι' αυτό, από ανάγκη το κάμνανε. 

Ε, καλά το λες, μπορεί και γι' αυτό να ζήσαμε πιότερα χρόνια. Αλλά ήζησαν αυτοί που 'χανε το λίγο λάδι κι αυτοί που 'χανε αλεύρι για το ζύμωμα ...





Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ο πολυμήχανος

Είχε περίτεχνη τοιχοδομία εκείνο το κτήμα, το παρατημένο, το έρημο. Πλάι στο ρεματάκι.


 Το παρατηρούσα από χαμηλά εξερευνώντας την κοίτη και κοιτώντας πιο προσεκτικά παρατήρησα κάτι σαν είσοδο πάνω στο βράχο που ήταν στην άκρη του. Σπίτι; Ναι, ένα μικρό, τοσοδούλικο σπιτάκι λες και κατοικούσαν εκεί νάνοι. Πλησίασα με περιέργεια. Απείραχτο ήταν κι η στέγη του έστεκε γερή. Φυσικό ήταν καθώς το φάρδος της ήταν όσο μια πλάκα ικαριώτικη. Χωρούσε ένας άνθρωπος μονάχα κι αυτός με δυσκολία. Έμπαινες μέσα αφού πρώτα σκαρφάλωνες στο βράχο. Τι περίεργο! Ίσως να το έφτιαξε για τα παιδάκια του... ή να του άρεσε η θέα από ψηλά...



-Όχι, το 'καμε για ν' αποσκιάζει σαν έβρεχε. Και το 'καμε εκεί, γιατί μονάχα ο βράχος δεν μπορούσε να σκαφτεί και να φυτευτεί. Κι ήταν ακτήμονας σχεδόν. Μόνο εκείνο το χωράφι είχε. Έχτισε τους τοίχους για τα πεζούλια και μετά κουβάλησε χώμα με το τσουβάλι για να γίνει καλλιεργήσιμος ο τόπος. Ήτανε πολύ καλός χτίστης, ξακουστός. Μα ήτονε και πηλοποιός, είχε καμίνι στο Συκίδι κι έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια. Και ασβεστοποιός, έκανε ασβεστοκάμινα σε διάφορα μέρη. Έμαθε την τέχνη σε γιους και γαμπρούς. Μα ήτονε και γιατρός...
-Εεεε; Γιατρός;
-Αμέ, άμα είχε κανείς ανεβασμένη πίεση και ηζοριζόταν, ηκινδύνευε δηλαδή να του 'ρθει κόλπος, όπως τα λέγαμε τότε τα εγκεφαλικά και τις ανακοπές, τον ηφώναζαν αυτό δα τον άνθρωπο απ' ούλα τα χωριά. Κείνος ήπαιρε τα ιατρικά του εργαλεία, δηλαδή ένα κέρατο ζώου κι ένα ξυραφάκι. Χάραζε το δέρμα του αρρώστου, πύρωνε το κέρατο, το ακουμπούσε πάνω στο δέρμα και στο στενό μέρος, που το 'χε τρυπήσει, ήβαζε το στόμα του και ρουφούσε, ήκανε δηλαδή την αφαίμαξη και ο ασθενής σωζότανε...

Καστή Γιώργο τον λέγανε. Πέθανε στην κατοχή  μα γεροντάκι πια. Να τη λες την ιστορία σαν περνάνε από την Πλατωπή οι πεζοπόροι και φωτογραφίζουν το κτήμα. Να τον θυμούνται. Ήτονε πολυμήχανος, να λες...



Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Με φανάρια και μαγκάλια

  Το φανάρι στο σπίτι ήταν ακριβώς όπως αυτό της φωτογραφίας. Πράσινο, κρεμασμένο ψηλά στον τοίχο. Το 'φτανε μόνο η μάνα κι ο πατέρας. Κι η γιαγιά ίσως ή η θεία, όταν ερχόταν τα καλοκαίρια. Κερνούσαν πολλών λογιών λιχουδιές. Τους ξένους πρώτα, τους γειτόνους έπειτα κι ό,τι απέμενε στα μέλη της οικογένειας. Μουσταλευριές, καθούρες, παστρουμάδες, λίγο από το μεσημεριανό που έμεινε αφάγωτο...
Κάθε πρωί γινόταν το ξεκαθάρισμα. Τα πιάτα έβγαιναν στη βρύση της αυλής και τα απομεινάρια των τροφών στον κουβά.
-Άμετε να ταΐσετε το χοίρο, έλεγε η μάνα μου.
Κι ο χοίρος γευόταν τα ξινισμένα αποφάγια και γινόταν ακόμη πιο στρογγυλός κι έφτιαχνε -ευχαριστημένος πολύ μες την άγνοιά του- τη γλίνα που θα γευόμασταν λίγο αργότερα. Κατά τις γιορτές...

 Το φανάρι πετάχτηκε αμέσως μετά τον ερχομό του ψυγείου. Είδηση δεν πήρα. Πρέπει να έλιωσε κάπου στο κάτω περιβόλι, γιατί μια μέρα που μαζεύαμε τις ελιές είδα ένα πράσινο κομματάκι από το μέταλλό του κι ανατρίχιασα. Σα να μου 'ρθε ο παιδικός μου κόσμος άξαφνα στα μάτια. Τότε που ντριτσιλώναμε στα δυο μας πόδια να γυρίσουμε το μαγικό σύρτη, να βάλουμε το δάχτυλο στη μουσταλευριά, ν' αποδείξουμε πως είμαστε μεγάλοι τώρα.

 Το μαγκάλι αγνοείται. Ίσως κάπου στο υπόγειο, λένε, κάποιος το 'χωσε ανάμεσα στα πιθάρια, τρέχα γύρευε...
Το μαγκάλι... Η συντροφιά μας.
Στο τζάκι ποιος να πρωτοχωρέσει; Στριμώχνονταν όλοι υπομονετικά γύρω γύρω μέχρι να γίνουν τα κάρβουνα, τα έπαιρνε μετά ο πατέρας με τη μασιά, τα τακτοποιούσε ένα ένα με προσοχή πάνω στη στάχτη. Μετά σήκωνε το μαγκάλι που αστραποβολούσε ζέστα και το 'φερνε πλάι στο τραπέζι της κουζίνας.
Η κυρα-Ρήνη σηκωνόταν απότομα, άφηνε τη μαγκούρα πλάι στο κρεβάτι, έτριβε τα χέρια πάνω από τις σπίθες κι άρχιζε να διηγείται ιστορίες από τα πλούσια αφεντικά που 'χε κάποτε στη Αλεξάνδρεια.
Ο Μανώλης έβγαζε το μάλλινο πουλόβερ που του 'χε πλέξει η Δώρα, η γυναίκα του, το τοποθετούσε στη ράχη της καρέκλας κι άρχιζε τα παράπονα και τους αναστεναγμούς για τα καθημερινά του πάθη.
Ο Σαράντος έβρισκε άδεια θέση στο τζάκι κι άναβε τσιγάρο.
Τα μικρά ακουμπούσαν τα βιβλία πάνω στο τραπέζι, γύρω από τη λάμπα πετρελαίου και ξεκινούσαν το διάβασμα. 
Έτσι. Όλα ανάκατα. Γέροντες, έφηβοι, μεσήλικες... Κουτσομπολιά, αναστεναγμοί, αναμνήσεις, μαθηματικά... Το κουράγιο που δίνει η ζέστα των χνώτων και του κάρβουνου...
Σα νύχτωνε για τα καλά, φεύγαν οι γειτόνοι. Πριν κλείσει η πόρτα, έφευγε και το μαγκάλι, για να σβήσει στην αυλή . "Αλλιώς βλάφτει", λέγανε οι παλιοί.
Έτσι ασφαλείς και ζεσταμένοι γευόμασταν το χρόνο. Το τέλος του μηνός, η αρχή του επόμενου.

 Χρωστούμενα δεν περιμέναμε. Μονάχα γράμματα από τους ξενιτεμένους... Τα διαβάζαμε με χαρά μπροστά στο τζάκι ή πάνω απ' το μαγκάλι. Μυστικά δεν είχαμε.
Έτσι ξεχειμωνιάζαμε στη Νικαριά πριν λίγα χρόνια... Με φανάρια και μαγκάλια.


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

"Δικά σας συστήματα"

  Πήγε στη Μακρόνησο Γενάρη του '50 και έφυγε από κει Απρίλη του '53. Αυτοί οι μήνες οι ατέλειωτοι ήταν και η μοναδική περίοδος της ζωής του που έζησε μακριά από τον τόπο του.
Δεν ήταν κρατούμενος. Είχε τελειώσει πια η περίοδος των ηρωισμών. Φαντάρος ήταν. Αλλά με τη στάμπα του αριστερού. Στη σκηνή με άλλους είκοσι δύο. Γ' κατηγορίας. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχε δικαίωμα άδειας, δεν δικαιούνταν βεβαίωση ότι υπηρετεί στο στρατό και σιτιζόταν με υποβαθμισμένη τροφή π.χ. μακαρονάδα ως χυλός, όχι στραγγιστή. "Μακροβούτι για να βρεις το μακαρόνι", όπως χαρακτηριστικά λέει.
 Όσοι από τους μαγείρους είχαν κάνει εξόριστοι στο νησί τον συμπαθούσαν και του φυλούσαν κάτι ξεροκόμματα για να χορτάσει κάπως. Μετά από ένα χρόνο είχες δικαίωμα να κάνεις αίτηση για αλλαγή κατηγορίας. Πήγαινες στην Β' με δικαίωμα αδείας και βεβαίωσης και κατόπιν στην Α' με δικαίωμα να αλλάξεις στρατόπεδο και να επιστρέψεις στον πολιτισμό. Όλα αυτά αν είχες καλή διαγωγή. Μόνο που η καλή διαγωγή σήμαινε ρουφιανιές. Και ρουφιανιές δε γούσταρε. Ο Τριανταφύλλου, λογαγός από την Εύβοια, δε μπορούσε να το χωνέψει.
-Τι θα γίνει με σένα, ρε; Έτσι θα τη βγάλεις;
Είχε βαρεθεί να τον βλέπει. Τελευταίος να τελειώνει το φαγητό, τελευταίος να παρουσιαστεί  στο προσκλητήριο.
-Όλα τα 'κανα με το σισελέ μου. Αργά αργά δηλαδή. Το κουράγιο μου δεν το 'χασα στιγμή. Το 'χα πάρει απόφαση, βλέπεις.

-Τι θα γίνει, ρε; Όλοι φεύγουνε, δε βλέπεις μπρος σου; Σε βλέπουνε και οι καινούριοι και πάνε αργά αργά από πίσω σου, τ' αναθεματισμένα, και χαμογελούνε κιόλας. Πανάθεμά σας. Δε θα κάνεις, ρε, καμιά αίτηση, να σε ξεφορτωθούμε;
-Τι αίτηση; Δεν είχαμε τέτοια στο χωριό. Δεν ξέρω τίποτα και δε ζητάω και τίποτα. Αυτά είναι δικά σας συστήματα. Εμείς άλλα είχαμε. Με το σισελέ μας, με χαμόγελο κι αντάμα ο ένας με τον άλλο. Δε βιάζομαι για τίποτα.

-Με άφησαν στην ησυχία μου. Και πέρασαν κι οι μήνες και τα χρόνια. Ήρωας δεν έγινα, μα μήτε και ρουφιάνος. Κι αγάπησα τον τόπο αυτό, τον ξερότοπο, τον άγριο μη σου πω πως ακόμα χαμογελώ όταν τον φέρνω στο μυαλό μου.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Δυσκολονόητος ο κόσμος πια, παιδί μου

  Της μίλησα για την παλιά φωτογραφία από το '34 με τα ξυπόλητα παιδάκια του χωριού και το δάσκαλό τους.
-Δημοσιεύτηκε στο ίντερνετ, που λες, και την είδε ένας Ιταλός και μου 'γραψε ένα συγκινητικό μήνυμα. Αναγνώρισε τη μάνα του, που 'χει πεθάνει πια. Ήτανε η κόρη του Αλέξη, τη θυμάσαι... Άλλη φωτογραφία δεν έχει από τα παιδικά της χρόνια. Έμαθα πως είχατε πολύ καλές σχέσεις, οικογενειακές. Μήπως κρατούσε καμιά ο αδερφός σου; Η μάνα σου;
-Μα εχτές κιόλας μου 'φερε ο γαμπρός μου κάτι μουχλιασμένες από την υγρασία. "Του 'κοψε" και ενώ πέταξε τα πάντα σχεδόν από το σπίτι, αυτές τις έβαλε σε μια σακούλα και μου τις έφερε. Για να δούμε... Ο γιος της Αθηνάς θα 'ναι, ε;
Και βγάζει μια νάυλον σακούλα σούπερ μάρκετ, αραδιάζει πάνω στο τραπέζι καμιά εκατοστή ασπρόμαυρες κι αρχινά την αναζήτηση. Έγινε ένα τρομερό ταξίδι. Αδύνατο να σας το περιγράψω. Γάμοι ανθρώπων πεθαμένων από χρόνια, γλέντια, συναθροίσεις συγγενών, μωρά με ναυτικές στολές, στρατιώτες από τον Α' παγκόσμιο, άλλοι από τις μάχες στην Αφρική, κοπελίτσες στο Παρίσι με απίστευτα φορέματα, οικογενειακές από την Αλεξάνδρεια, εύποροι συμπατριώτες με κουστούμι και γραβάτα, κοπελίτσες ανύπαντρες που μετανάστευσαν για να γίνουν υπηρέτριες κι όμως πόζαραν με τόσο μεγαλοπρεπές ύφος μπροστά στο στημένο σκηνικό με τις κολωνίτσες και τις τεράστιες γλάστρες που έβαζαν για φόντο οι φωτογράφοι της εποχής... Ανάμεσά τους, πράγματι, βρισκόταν και του Ιταλού η μάνα, η Αθηνά, μια όμορφη νεαρή της εποχής, συνήθως με την αδερφή της, την Αδαμαντία, αργότερα με τη φαμίλια της στο Τορίνο.
-Δυο τρεις είναι αρκετές της λέω, θα του τις στείλω να χαρεί. Αλλά θα 'θελα και τις υπόλοιπες, φτιάχνω ένα αρχείο, θα τις περάσω στον υπολογιστή και θα σου τις φέρω.
Είδα ότι το τελευταίο της φάνηκε κάπως παράξενο. Δεν είπε τίποτα αποθαρρυντικό πάντως.
Την άλλη μέρα ξαναπάω αφού έχω συνδέσει το scanner. Εκείνη έχει αφιερώσει κι άλλο χρόνο.
-Ήρθε κι ο Χρήστος που τη θυμόταν καλά την Αθηνά. Βρήκαμε κι άλλες. Κοίτα, σου τις έχω βάλει στο φάκελο να του τις στείλεις, να χαρεί ο άνθρωπος.
-Α, σ' ευχαριστώ, αλλά θα μου δώσεις και τη σακούλα; Αύριο το πρωί θα σου τις φέρω.
Πάλι το ίδιο ύφος. Ευτυχώς, μου 'χε εμπιστοσύνη. Τις παίρνω, τις αντιγράφω, της επιστρέφω τη σακούλα.
Περνάνε δυο ώρες. Τηλέφωνο.
-Έλα, η Μαρίκα είμαι, κάτι ξέχασες, πετάξου σπίτι για ένα λεπτό.
Πάω, πάλι ο ίδιος φάκελος.
-Ξέχασες τις φωτογραφίες του ανθρώπου.
-Μα τις αντέγραψα. Θα του τις στείλω, μην ανησυχείς.
-Και πώς θα στείλεις κάτι που δεν κρατάς, παιδάκι μου; Αφού είναι εδώ, στο φάκελο.
Τη χάιδεψα στον ώμο.
-Μην ανησυχείς, στέλονται κι αλλιώς τώρα τα πράγματα...
Σκέφτηκε για λίγο.
-Ε, μπορεί να 'ναι δύσκολο να το νοήσω εγώ, παιδάκι μου. Αλλά άμα στέλνονται αλλιώς να του πεις τότε πως η μάνα μου πολύ την αγαπούσε τη δικιά του, κι εκείνη, μη θαρρείς, σα μάνα την είχε, γιατί, βλέπεις, είχε μείνει ορφανό από μωρό. Και να του πεις πως η μάνα του σαν ήτονε κοπελούδι αγαπούσε τον αδερφό μου κι εκείνος το ίδιο και πολύ στεναχωρήθηκε που έφυγε για την Ιταλία. Α, και να του πεις πως η μάνα του μας έστελνε συχνά δώρα. Πες του και για κείνο το φουστάνι, το πρώτο μου, που το 'χα ράψει με ύφασμα που μας έστειλε εκείνη από το Τορίνο. Να του δείξεις και τη φωτογραφία που το φορώ. Και να πεις να 'ρθει και να μας δει, γιατί πολύ θα χαρώ να τονε δω. Και χαιρετισμούς να του πεις από τη Μαρίκα. Κι ας μη με ξέρει. Και πως η μάνα μου έχει πεθάνει χρόνια. Το ίδιο κι η αδερφή μου η Αργυρώ, που ήτανε, να του πεις, οι καλύτερες φιλενάδες με τη μάνα του.

-Ναι...θα του τα πω. Μείνε ήσυχη, καλή μου...
 

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ένας ήρωας παιδικός

Τον βάφτισαν Γιάννη, μα όλοι τον αποκαλούσαν με το υποκοριστικό του επιθέτου. Μας άρεσαν πάντα τα υποκοριστικά στο χωριό για κάποιο άγνωστο λόγο. Το 'χουμε ξαναπεί. Τον αποκαλούσαν, λοιπόν, "το Παριαράκι" και τον συμπαθούσαν όλοι κι ας ήταν πάντα σοβαρός και λιγομίλητος. Κάπως αποτραβηγμένος από τους άλλους. Ζούσε άλλες ώρες. Ερχόταν στο χωριό μετά τα μεσάνυχτα  ή κάποιες φορές, αφού ξημέρωνε. Δεν ανακατευόταν στους καθημερινούς μικροτσακωμούς των χωριανών αλλά μήτε στα γλέντια και στις χαρές. Ο πατέρας μου όμως τον θυμάται στα νιάτα του γλεντζέ, κεφάτο κι αγωνιστή. Όποτε μου μιλάει για τα "χαμένα χρόνια", εκείνα του εμφυλίου, μου αναφέρει και το Παριαράκι.  «Εκρύβαμε στα κοφίνια των μουλαριών τρόφιμα κι εμπιστευτικές επιστολές για τους αντάρτες που κρύβονταν στο βουνό. Μια φορά μας εμπιστεύτηκαν και τον ασύρματο. Αμούστακα παιδιά. Ε, ρε και να μας τσάκωναν… Θα μας τουφέκιζαν στο λεπτό. Μα δε φοβόμασταν καθόλου, τον αψηφούν οι νέοι τον κίνδυνο, βλέπεις… Ε, όχι κι όλοι, μα εμείς οι δυο ήμασταν έτοιμοι πάντα για όλες τις αποστολές.»
«Ποιοι, μπαμπά;»
«Ε, ποιοι… Εγώ και το Παριαράκι. Ητόλμαε άλλος;»

 Φυλάω με προσοχή περίσσια τη φωτογραφία από το πανηγύρι της Ακαμάτρας, Δεκαπενταύγουστος του '46 του '47, θα σας γελάσω. Τα Γιαννάκια, ο Μιχαλιός, το Βασιλάκι κι η Λαμπία. Ο πατέρας μου με το μαλλί αφάνα κι οι άλλοι με μια φλόγα στα μάτια, με άσπρα πουκάμισα οι νεαροί, με φόρεμα κουμπωμένο ως το λαιμό η  κοπελιά. Συχωρεμένοι πια οι περισσότεροι.
 Το Παριαράκι ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Βλέμμα μυστηριώδες και φυσιογνωμία που δεν ξεχνάς εύκολα.
 Με τον πατέρα μου χωρίστηκαν νωρίς. Ο ένας με την ανανέωση, ο άλλος πιστός στα παλιά. Ένα «καλημέρα» κι ένα «καλησπέρα». Εμένα με συμπάθαγε πιότερο. Το καταλάβαινα όποτε τον συναντούσα.
 Παράξενο. Δε θυμάμαι καμιά άλλη συνάντηση παρά μόνο εκείνες που εγώ κατέβαινα ή ανέβαινα το μονοπάτι τότε, τον αμαξωτό αργότερα, στο ίδιο πάντα σημείο. Στη βρύση. Εκείνος γέμιζε νερό ένα βαρέλι που ‘χε κόψει στα δυο και πότιζε τα μουλάρια του. Έξω από το σπίτι. Εγώ φορτωμένη με ζαρζαβατικά από τον κήπο ή ανάλαφρη για βόλτα και κουβεντούλα σιγοτραγουδώντας.
-Βρε, καλώς το … Για πού το ‘βαλες;
 Με κοίταγε στα μάτια και μου χαμογελούσε πάντα. Όσο κι αν ήταν κατάκοπος απ΄ τα χιλιόμετρα που διένυε κάθε μέρα κουβαλώντας διάφορα απ’ το ‘να χωριό στο  άλλο, απ’ τον αμαξωτό στο απομακρυσμένο σπίτι και πάει λέγοντας. Αγωγιάτης. Στα παιδικά μου μάτια όμως, ήρωας.
 Γιατί; Όχι για τον ασύρματο... Για τον πιο περίεργο λόγο που θα μπορούσατε να φανταστείτε.  Ήταν αυτός η παρηγόρια μου στα παιδικά μου χρόνια. Κάθε κουβέντα που γίνονταν στο σπίτι ή στην πλατεία κατέληγε πάντα στις καλομοίρες, τα φαντάσματα των Ικαριωτών.
 Φοβόμασταν πριν κοιμηθούμε. Τρέμαμε τις καλομοίρες. Κι ας ήτονε καλές, όπως έλεγαν, και δεν έβλαφταν κανένα. Κι η μάνα μου, για να μας δώσει κουράγιο, ψιθύριζε: «Βρε, μην ακούτε, δεν υπάρχουν. Για ρώτα και το Παριαράκι που ‘χει γυρίσει όλες τις ράχες και τα βουνά και μεσάνυχτα και ξημέρωμα… Για ρώτα το, είδε ποτέ; Ε, δεν είδε…»
Την πίστευα τη μάνα μου και δεν τον ρώτησα ποτέ.

 Η βρύση δεν υπάρχει πια. Το Παριαράκι έφυγε, τα μουλάρια πουλήθηκαν, η πλατεία άδειασε. Οι μύθοι και οι ψίθυροι κόπασαν. 
 Όταν περνώ από το μέρος εκείνο, όπου τον συναντούσα, προτιμώ να φαντάζομαι διαλόγους...
«Είδες ποτέ σου καλομοίρες; Υπάρχουνε;»
Μόνο που τώρα θα 'θελα να πει πως: «Ναι, υπάρχουνε στ’ αλήθεια! Τις είδα χτες το σούρουπο...»
Μπας έρθουν και μου κάνουν συντροφιά μες τη σιωπή που απλώθηκε τριγύρω...



Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Γράμμα απ' το χωριό 2

 

 Γεια!
 Πήγα για δυο μέρες μόνο. Είχα ένα μυαλό γεμάτο με σκοτούρες. Να μη ξεχάσω εκείνο, να μη ξεχάσω το άλλο. Να προλάβω... Είδα τους δυο τρεις που απόμειναν στο χωριό, βιαστικά. Απέφυγα με δυσκολία το καφεδάκι στην αυλή που μου πρότειναν.
 Μα φεύγοντας,  μου 'ρθε στο μυαλό η παραγγελιά.
"Να βγάλεις φωτογραφίες από την Κάτω Γειτονιά και να μου τις στείλεις...Κοντεύω να την ξεχάσω"
 Έψαξα στη τσάντα με το ένα χέρι, γιατί με τ΄ άλλο οδηγούσα. Βρήκα τη μηχανή, άνοιξα εντελώς το παράθυρο. Πατούσα φρένο ανα δέκα μέτρα σαν την τρελή.  Κλικ κλικ... βιαστικά κι αυτά.
Τελικά ωραίες βγήκαν. Η ανάρτηση αυτή δε θα χει ενδιαφέρον για πολλούς. Για δυο τρεις ξενιτεμένους ίσως...       
 
                                 Αρχή της Κάτω Γειτονιάς. Τα ερείπια της πρώτης και τελευταίας επιχειρηματικής δράσης στο χωριό από προγόνους που πόθησαν τον επαναπατρισμό, αλλά φευ...  Το παλιό λιοτρίβι λοιπόν.    




Πιο κάτω το σπίτι με το μαρμάρινο ρολόι. Σου κλείνω το μάτι...
Με τυφλώνει η ακτινούλα αριστερά




Η κουκουναριά, η μεγάλη. Κάποτε ψάχναμε στα ξερά χορτάρια, και γευόμασταν τους μισάνοιχτους καρπούς.
Το σπίτι του Βασίλη σκεπάστηκε από κλώνους. Το τάβλι παραμένει κλειστό.


Ο κήπος του Κώστα. Δεν κάνεις λάθος.
Κάπου στο βάθος διακρίνεται η πλάτη του. Βγάζει την πατάτα σήμερα... Κι ας κοντεύει τα ογδόντα.



            Το πίσω μέρος του παλιότερου σπιτιού. Το μπροστινό θα σε λυπήσει ίσως. ΄
                       Όταν ο περίπατος μαραζώνει, όταν μένει ασκούπιστη η αυλή, όταν δεν ακούγονται νιαουρίσματα και βρύσες που τρέχουν και φωνές, κάπως σα να μη σου θιμίζει τίποτα μοιάζει....



Άλωνες. Στο βάθος η μικρή σπηλιά από σκίνα. Απέναντι το πέλαγος. Στην καρδιά οι αναμνήσεις από όμορφες βραδιές κι αξέχαστες πλάκες.



Κρίμα που δε θ' απολαύσουμε αυτό το ηλιοβασίλεμα.
 Υπέροχο θα ΄ναι σίγουρα.




Στη στροφή, λίγο πριν το τέλος του χωριού, ο λόφος με το Τσιμπουνάρι, γεμάτος δρύδες, βάτους και βυσσινιές.


Άντε, καλήν αντάμωση!










Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Ακριβοί ίσκιοι




φωτό από εδώ

Ένα μεγαλούτσικο κτήμα είναι στη μέση του χωριού. Χώμα και τοιχαλάκια. Μα στο πάνω πεζούλι δεσπόζουν δυο τεράστιες βελανιδιές η μια κολλητά στην άλλη. Τριγύρω τους μεγαλώσαμε, πότε κρυβόμασταν από τους γονείς, πότε σκαρφαλώναμε στους κορμούς, πότε βγάζαμε φωτογραφία τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που παιχνίδιζαν ανάμεσα στα κλαριά..

 Ένα πρωί έπινα καφεδάκι με έναν από τους γέροντες, δείγμα μακροζωίας για τους επιστήμονες, δείγμα αυθεντικού Ικαριώτη για μας, τους συχωριανούς.
Απέναντι μας το κτήμα, άδειο όλο και πάνω-πάνω οι δυο βελανιδιές.

Τα θέματα είναι λίγα ή μάλλον δεν είναι τα συνηθισμένα. Σκέφτεσαι αν πρέπει να θίξεις την πολιτική κατάσταση, μα βαριέσαι συνήθως καλοκαιριάτικα, σκέφτεσαι να πεις για τα οικονομικά, μα ούτε λόγος. Πού να παραπονεθείς σ’ ανθρώπους που πείνασαν στ’ αλήθεια, που μεγάλωσαν κι ωρίμασαν μες την ανέχεια πως δε σου φτάνουν τα λεφτά για να πληρώσεις το λογαριασμό του κινητού, ας πούμε…  

Έτσι μες τη σιωπή ρουφάγαμε γουλιά-γουλιά το καφεδάκι κι αφήναμε το βλέμμα να χαϊδέψει το τώρα, τη στιγμή. Λες ό,τι σου ‘ρχεται κείνες τις ώρες για πράγματα απλά. Δίχως βάθος κι αναλύσεις.

-Δε μου λες, του απευθύνω το λόγο, εκεδά απέναντι, πώς διάολο κι έχει δυο βελανιδιές θεόρατες κι από κάτω τόση ξεραΐλα; Παράξενο εν είναι;
-Ε, άμε, μα εν είναι και τοσοδά παράξενο… χαμογέλασε. Α, μπορούσε, βέβαια, να τονε και τυχαίο, μα εν είναι. Κρατάς μυστικά;
-Ίντα; Για πες…
Γυρνάει το βλέμμα τριγύρω, ελέγχει αν κανείς μας ακούει.

-Άκου, μα τσιμουδιά… Κείνα τα πεζούλια που βλέπεις, πριν πολλά χρόνια γεμάτα ήτονε από δρύδες. Κάτι δέντρα που εν τα φαντάζεσαι. Τ’ αγαπούσα το λοιπόν κείνα τα δέντρα. Ε, όσο να ‘ναι, στον ίσκιον τους ήπαιζα μικρό, ηπήαινα και με τ’ αδέρφια που ‘χασα στον πόλεμο, ε, ηδέθηκα… Μα εν το ‘χα καταλάβει. Ώσπου τον καιρό που ηκάμνανε τα καμίνια ηρχίνησαν να τα κόβουν για κάρβουνα. Φτώχια, βλέπεις, ό,τι είχες μπροστά σου ηκοίταζες να το εκμεταλλευτείς…Ήλειπα μέρες, το λοιπόν, για κάτι μεροκάματα, έρχομαι στο χωριό και βλέπω άδεια τα πεζούλια. Μια ερημιά. Μονάχα κάτι κορμοί ίσα- ίσα που ηφαινόντανε. Ηπιάστηκε η ψυχή μου. Έτοιμους τους ηύρα να κόψουν και τα δυο τα τελευταία. Πάω που λες κι αδειάζω την τσέπη μου. «Τόσα δα έχω, πάρτε τα και αφήκετέ τα». Και τ’ άφηκαν, που λες, κι ηπομείνανε μέχρι σήμερα. Στη θέσην τους.
-Μα ξένο εν ήτονε το χωράφι; Σ’ αλλουνού περιουσία ηπήες να κάμεις κουμάντο;
-Και ποιανού είναι μωρέ τα δέντρα; Κείνου που τα βλέπει εν είναι;

-Σωστά…Κι ίντα ντρέπεσαι; Καλό ήκαμες. Κοίτα τα τι όμορφα που είναι.
-Ντρέπομαι, παιδάκι μου, γιατί είχα πάει στη δουλειά για να χορτάσουν οι γονείς κι οι παππούδες. Ίντα να τους ήλεα; Πως τα ‘δωκα τα λεφτά για τους δρύδες; Είπα ότι μου πέσανε στο δρόμο… Ακόμα  βάρος το ‘χω…


 

(δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 29/5/12)

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Κάτω αφ' τα βράχια

  Κάποιες φορές μας ρωτούν, όσοι το 'χουν ακούσει κάπου, μα δεν παίρνουν ποτέ σαφείς οδηγίες για το πού ακριβώς βρίσκεται. Το Κρυφοκέλι, η μοναδική σπηλιά του χωριού, καμιά εκατοστή μέτρα πριν από τα πρώτα σπίτια, παραμένει κρυφή για τους "ξένους". Δύσκολο να ανακαλύψεις την είσοδο ακόμη κι αν σου 'χουν δώσει χάρτη, ακόμη κι αν βρίσκεσαι ακριβώς από πάνω της. Για φρουρό η φύση είχε τοποθετήσει έναν άντρακλα θεόρατο. Όχι, άνθρωπο, βέβαια, μια γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) που δε σ' αφήνει ούτε την υποψία για την ύπαρξη της μικρής ετούτης υπόγειας κατοικίας.


  Κι έτσι εμείς χαμογελάμε όταν κάποιος ενδιαφέρεται να το ανακαλύψει και του τάζουμε εξόρμηση.
  - Ε, κάτσε λίγο και α πάμε μαζί... 
Συνήθως βέβαια δεν τον πάμε ποτέ.  Έχουμε γίνει καχύποπτοι από τότε που κάποιοι ξερίζωσαν μερικούς σταλαγμίτες του για σουβενίρ... 
Πιο καλά δικό μας... Να κρατά ζεστά τα παιδικά μας χνώτα και τις τσιρίδες μας κάθε φορά που κρυφά από γονείς και γιαγιάδες, παίρναμε φακουδάκια και σύνεργα εξερεύνησης και κινούσαμε για τα δροσερά του έγκατα πάντα με τρόμο πριν το έμπα και πάντα με περηφάνια κατά την έξοδο. Θέλαμε να κρατά ζεστά και τα χνώτα των κάποτε μόνιμων κατοίκων του, κάποιων ξεχασμένων ανταρτών του εμφυλίου που 'χαν αφήσει εκεί τα σημάδια τους. Κονσερβοκούτια κι άλλα υπολείμματα μιας παράνομης διαβίωσης βρίσκονταν εκεί ακόμη και πριν λίγα χρόνια κι έκαναν τη φαντασία μας να  κάνει άλματα. 


                                                                                      
  Μονίμως είχαμε την αίσθηση ότι υπήρχε και κάτι που δεν το 'χαμε ανακαλύψει ακόμη. Κανένας θησαυρός κρυμμένος ας πούμε ή τίποτα μυστικά έγγραφα που έθαψαν για να μην τα βρουν οι αντιφρονούντες και ό,τι, τέλος πάντων, βάζει ο νους ενός παιδιού κάπου στην προεφηβεία. 
 Άλλοτε βαριόμασταν τις τάχα μου ανακαλύψεις και πηγαίναμε εκεί για δροσιά μες το λιοπύρι του Ιουλίου. Κάποιοι, αλλά μην το πείτε πουθενά, που 'χαν βρει κάναν καλοκαιρινό έρωτα πήγαιναν και για φιλάκια υπόγεια, με την εγγύηση ότι θα 'μεναν κρυφά για πάντα... 

Τέλος της ξενάγησης, καλησπέρα σας...


Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Μια καρτούλα μοναχή


 Στάλθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το διόλου ευτυχές έτος 1916. Ο Στυλιανός, εργάτης τότε στην κατασκευή σιδηρογραμμών στα βόρεια της αμερικανικής ηπείρου. Αρκετά συχνά στέλνει κάρτες με τοπία από τις πόλεις όπου διαμένει κατά καιρούς. Κυρίως από το Pittsburgh. Η εντυπωσιακή Fifth Avenue, η Fourth, το Kennywood park….
 Στο πίσω μέρος, στριμωγμένα καλλιγραφικά γράμματα -με στίξη και ορθογραφία υποδειγματική- δηλώνουν ότι «είναι υγιής» και αναρωτιούνται για την υγεία των συγγενικών προσώπων. Χαιρετούν πάντοτε «τον πατέρα και τας αδερφάς». Κατόπιν, εκφράζουν τη λύπη τους «δια της ανεπαρκείας τροφίμων» που μαθαίνει πως υπάρχει στο νησί. Στο τέλος, εκλιπαρούν για «μιαν απάντησιν» διότι «μ’ αυτάς τας ανησυχίας κινδυνεύω να χάσω τα λογικά μου».
 Όσο κι αν αλλάζουν τα τοπία, οι φράσεις επαναλαμβάνονται με μονοτονία τραγική.
Στη γωνιά της κάρτας μένει λίγος χώρος ακόμη για να ασπαστεί την αγαπημένη του σύζυγο, την Ιωάννα, ευχόμενος κάθε φορά «υγείαν, ευτυχίαν και καλήν αντάμωσιν».
 Είναι όλες μαζεμένες σ’ ένα φάκελο τώρα, στο πάνω μέρος του μπαούλου που έφερε από την άλλη άκρη του Ατλαντικού επιστρέφοντας έπειτα από έξι ολάκερα χρόνια.
 Εκεί φυλάχτηκαν όλα τα προσωπικά είδη των συγγενών, των συχωρεμένων πια.
 Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ετούτη η καρτούλα, αλλιώτικη απ’ τις άλλες, δίχως εμπορικούς δρόμους και κρεμαστές γέφυρες.
 Το πίσω μέρος δεν έχει ούτε μια δικιά του λέξη. Σιωπηλή…
 Ποιος ξέρει πού την ανακάλυψε, μονάχα με το ρολόι στην παλάμη, τις φιγούρες που ανταμώνουν και τις ελληνικές λεξούλες τυπωμένες. Τα ΄λεγαν όλα τούτες οι λεξούλες κι ας φαίνονται σήμερα κάπως ανόητα ρομαντικές.

«Σαν παύσει  η δουλειά μου στας πέντε.
Γιατί;
Κοντά σου να τρέξω ζητώ.
Αχ, γιατί;»

 Ήταν αρκετές για εκείνον. Να του δώσουν τη δύναμη και να σπάσει τον καθωσπρεπισμό της εποχής.
Δε ρώτησε για την υγεία κανενός. Μήτε χαιρετισμούς έστειλε, μήτε ασπασμούς.
Αγόρασε το φάκελο, έγραψε τ’ όνομά της, το χωριό, το νησί, τη χώρα…
Και την ταχυδρόμησε σκέτη.
Να μας μεταδίδει ακόμη, με τ’ άσβηστά της χρώματα και λόγια, τον καημό του αποχωρισμού και τη λαχτάρα του ανταμώματος. Ή, αν θέλετε, τον πόνο του ανθρώπου που έπρεπε πια να συνηθίσει να ζει μονάχος, με ξένες λέξεις και σε ξένα τοπία. Γράφοντας τυπικές επιστολές κι αναμένοντας «μιαν απάντησιν».


Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

"Έναν ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω..."

Το πατρικό του Νικόλα στην ερειπωμένη, τώρα, γειτονιά
         Ο Νικόλας από τη γειτονιά του Ξερέδου, ήταν άνθρωπος αγνός, καλοσυνάτος κι αυθόρμητος. Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα "ημπέρδεψε" από μικρός και πήγε στον πόλεμο. Του 'τυχε μια αρρώστια όμως, ή τραυματίστηκε, και πήγε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Έκαμε καιρό να γίνει καλά. Μια νοσοκόμα το λοιπόν, ομορφούλα και περιποιητική του 'κλεψε την καρδιά. Την παντρεύτηκε κι αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Μα οι συνήθειες των ανθρώπων ήτανε ξένες γι' αυτόν κι η προσαρμογή δύσκολη.

   Όταν λοιπόν πήγαινε στο νησί, τα καλοκαίρια, ημάζευε τους χωριανούς και τους έλεγε τα παθήματά του.
"Ακούτε, βρε, ήντα τραβώ.... Να, ησκέφτηκα να βαφτίσω την κόρη μου το χειμώνα. Κάνουμε τις ετοιμασίες, πάμε στην εκκλησά κι έρχεται η ώρα να πληρώσω τον παπά..."


  Στο νησί, τα χρόνια εκείνα, ο παπάς πήγαινε με το γαϊδουράκι στα χωριά, πρόσωπο σεβάσμιο ιδιαίτερα. Ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για χρήματα. Ασέβεια θεωρούνταν και ξεπεσμός. Άμα είχε κάποιος και του 'δινε, είχε καλώς, άμα δεν είχε να του δώσει, πάλι καλώς, γίνονταν το μυστήριο, καθόταν ο παπάς κι έτρωγε με τους συχωριανούς κι έδινε τις ευχές του.

"...πάω λοιπόν, στον παπά και βγάζω με καμάρι ένα καλό ποσό που 'χα μαζέψει με βάσανα και κόπους. Ήτονε και οι ξένοι εκεί και ήθελα να κάμω καλήν εντύπωση. Ηφαντάστηκα πως θα γυρίσει και θα μου πει "φχαριστώ", να του φιλήσω κι εγώ το χέρι και να πάμε στην ευχή του Θεού. Κι αυτός, βρε παιδιά, ήντα γυρίζει και μου λέει;
-Λίγα είναι. Πρέπει να δώσεις τουλάχιστον άλλα τόσα.
Ήπιασα ν' αναψοκοκκινίζω...
-Και γιατί παρακαλώ, να δώκω άλλα τόσα; Ε σου φτάνουν;
-Γιατί, τέκνον μου, είμαστε τρεις οι παπάδες και πρέπει να τα μοιραστούμε.
-Τρεις είστε οι παπάδες; Κι εμένα με ρωτήσατε αν ήθελα τρεις;
Ηφούντωσα, παιδιά, και βάζω μια φωνή που μ΄άκουσαν ούλοι κι απομείναν σαστισμένοι για ώρα πολύ... Και πάει, που λέτε, κι η καλήν εντύπωση...
-Άκου να δεις, εγώ είμαι αφ' τη Νικαριά κι αυτά τα κόλπα εν τα σηκώνω. Άκου ήντα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Έναν παπά ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω."

Έμεινε η φράση και τη λένε στο νησί κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουν για κάτι παραπανίσιο.
Ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Έχει, πώς να το κάνουμε, μια διαχρονικότητα...
Ό,τι θέλουμε θα πληρώνουμε κι ό,τι είναι αναγκαίο. Μην τα σηκώνουμε τέτοια κόλπα, ξέρετε.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Μονά πατήματα



Τοποθεσία: Αθέρας. Όνομα: ας το πούμε "Προς τα Διπλόρυακα"
Η αρχή του μοναπατιού δεν ήταν έτσι κάποτε. Μα η ξεραμένη κουμαριά, μάρτυρας της αδηφαγίας των επιδοτούμενων κεφαλών εριφίων και προβάτων, σου δείχνει ότι τα πράγματα άλλαξαν.



Κάτι απομένει όμως. Κι έτσι βρίσκεις τα παλιά πετραδάκια να στέκουν εκεί, στην ίδια θέση για χρόνια, αναμένοντας πόδια ανθρώπινα, φωνές και γέλια.


Το τοπίο σκοτεινιάζει, οι νεράιδες ξεπηδούν από τα κλαριά, όλα μαγικά, όπως τότε...


Η θέα σε γεμίζει κουράγιο κι οξυγόνο. Κι όνειρα...
Μια από τις πιο καλές "στεφάνες", έτσι ονόμαζαν οι βοσκοί τα βράχια ετούτα που τους επέτρεπαν να
παρατηρήσουν από μακριά τα κοπάδια τους, λιγοστά τότε κι αβλαβή. 


Δεν έβρεξε φέτος πολύ, ο χείμαρρος παραμένει σιωπηλός, ο καταρράχτης καρτερεί την ύπαρξή του. Πριν χρόνια, την άνοιξη κυρίως, έρχονταν εδώ οι νοικοκυρές του χωριού για να πλύνουν τις κουβέρτες, τα χράμια και τις κουρελούδες.


Η κοίτη, άμαθη από επισκέψεις πια, σου στρώνει, έκπληκτη, να καθίσεις στα πεντακάθαρα βραχάκια



 
Το μονοπάτι συνεχίζεται προς την Αρέθουσα. Τα πόδια όμως δε βαστούν πια. Και σκοτεινιάζει. Οι λέξεις δεν συναντούν απόκριση. Είναι όλα έρημα και θλιμμένα.
Κάποτε όμως τα πετραδάκια θα ΄χουν πορτοκαλί βουλίτσες από ορειβατικούς συλλόγους, ελπίζεις.
Και παρέα. Κάποτε, σύντομα μάλλον, θα σταματήσουν οι επιδοτήσεις.
Και θα ξαναπρασινίσουν όλα.
 Ίσως να πάμε για ξύλα. Ίσως για μανίτες.
Ίσως να 'χουμε τόσο χρόνο και να πάμε μόνο, γιατί -απλά- πεθυμήσαμε βολτούλα...


(Λίγους μήνες πριν αυτά σκεφτόμουν. Τώρα άλλαξαν οι προσδοκίες. Τώρα λέω απλά: "Ίσως και να μην περάσουν από δω οι μπουλτόζες της εταιρίας που θα αναλάβει να ολοκληρώσει την καταστροφή μετατρέποντας τον Αθέρα σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Ίσως και κάποιοι καταλάβουν. Κι αφήσουν το βουνό να συνεχίσει τη μοναχική, μαγική ζωή του  και τα μονοπάτια να 'χουν την αρχή, τις στεφάνες και τους προορισμούς τους...")