Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Λιτέρα και δεντρολιβανιές

  -Είχανε, παιδί μου, στη μέση της εκκλησάς του κοιμητηρίου τη λιτέρα ούλο το χρόνο...
Κι ήτονε η λιτέρα ασήκωτη, ήτονε από ξύλο βαρύ, δίχως καπάκι. Άμα ηπέθαινε κανένας, ηφώναζαν τα παλικάρια του χωριού –το ‘χανε αυτά για τιμή μεγάλη- κι ήτρεχαν, ηπηαίνανε στην εκκλησά, ηπαίραν τη λιτέρα και την ηκουβαλούσανε χιλιόμετρα, ήμπαινε κι ο νεκρός απάνω κι ηγινότανε πιο βαριά ακόμη. Μα τότες ήτονε άλλοι άθρωποι, τό ‘χανε για τιμή, που σου ΄λεγα... Κι ούτ’ ένας δεν ήλεε «αχ»...
Ο νεκρός στο σπίτι του ηκειτότανε σ’ ένα κρεβάτι που ‘τονε ξέστρωτο, μοναχά με τα σανίδια. Κι εμείς, τα μικρά, ησκορπούσαμε στις πλαγιές κι ημαζεύαμε δεντρολίβανο, να το βάλουμε στη σένια του νεκρού, που τη γεμίζανε με δαύτο και την εκάμνανε δικόν του μαξιλάρι, τονε κρατούσε φρέσκο, αμύριστο αφ’ το θανατικό. Ήτονε το προσκέφαλόν του.  Είχε αθρώπους τότες, πολλούς και με ψυχή... Άμα ηπήαινες σε κηδεία -κι ηπηαίνανε ούλοι- ήπρεπε να φιλήσεις το νεκρό, που ημοσχομύριζε δεντρολιβανιές, είτε μεγάλος ήσουνα είτε παιδάκι και να πας μέχρι τον τάφο, όχι όπως τώρα... Εκτός πια κι αν ήτονε κανείς τόσο γέρος που εν ημπορούσε να περπατήσει κι είχε το συχώριο...  Μπροστά ηπήαινε ο παπάς, πίσω αυτοί που ησηκώναν το νεκρό και πιο πίσω οι άθρωποι του χωριού που ηστοιβαζόντανε για να δούνε την ταφή.  Όλοι γύρω αφ’ το χτίσμα...
-Χτίζανε;
-Ε, άμε, έτσι τους ηκάνανε τους τάφους... Μα εν ηπρόκαμα να σου πω για τον χασέ...
-Το χασέ;
-Ούλα τα μπαούλα των νοικοκυράδων είχανε μέσα τέτοιο πανί, για όποτε χρειαστεί. Ήλιωνε γρήγορα κι ήτονε άσπρο. Είχανε και μια λουρίδα ύφασμα αφ’ το ίδιο. Ησαβανώνανε το νεκρό με το χασέ και του δένανε το κεφάλι με τη λουρίδα για να μη μείνει ο στόμας του ανοιχτός.
-Οι συγγενείς του το κάνανε;
-Αυτοί που ησαβανώνανε. Μα άμα εν ηβρίκουνταν εκεί την κακιάν ώρα, το κάμνανε κι οι συγγενείς του. Η πρώτη τους δουλειά, μόλις ηξεψυχούσε, ήτονε να του κλείσουν τα μάθκια, να τα κρατήσουνε λίγο για να μείνουνε σφαλιστά κι έπειτα να του δέσουν το κεφάλι με τη λουρίδα αφ’ το χασέ. Τέλειωνε, τέλειωνε γρήγορα... Μα άμα ήτονε εκεί αυτοί που ησαβανώνανε, τα αναλάμβαναν ούλα δαύτοι. Κάθε χωριό είχε κι από έναν τουλάχιστον. Όχι επαγγελματικά. Τότες εν είχε πληρωμές, ούτε που ησαβανώνανε, ούτε για τους τάφους... Όλα ηγινόντανε έτσι, προσφορά...
Κι ηκάμνανε ένα σταυρό πρόχειρο με ό,τι ξύλο ηβρισκότανε πρόχειρο κι ηνάβανε σαράντα μέρες το καντηλάκι. Αυτοδά ήτονε...
Και στην εκταφή, ήτονε καθαρά τα πράματα, ο χασές ήκανε τα κόκκαλα να ‘ναι άσπρα κι ολογυάλιστα. Ήτονε μπαμπάκι ο χασές, εν ήτονε πλαστικό... Εν είχαμε περιπέτειες ποτές. Ήπαιρνε ο σαβανωτής -που ηγινότανε κι εκταφέας- το κρανίο, το κουβαλούσε ίσαμε την εκκλησά του χωριού...
-Το κρανίο;
-Κι απέκειο; Δικός μας άθρωπος ήτονε!  Αντάμα με δαύτο ηκάμναμε το μνημόσυνο. Στη μέση της εκκλησάς το βάζαμε! Να φαίνεται! Κι ήτονε ούλο το χωριό. Ύστερις ηπήαινε ο καθείς εις την θέσην του.
Αυταδά ξέρω...



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 21-1-2015

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Το σπίτι του "Πατινιώτη"

  Στο κέντρο του νησιού, μόνο του, αργοπεθαίνει ήρεμα παραδίνοντας στον αχόρταγο χρόνο ένα ένα τα μέλη του. Όλα πανέμορφα, τα τούβλα του φούρνου, το τζάκι, τα ξύλινα παντζούρια, τα πεσμένα κεραμίδια, το πατητήρι, οι κολώνες του περιπάτου, τ' αψιδωτά παράθυρα. Ιδιόμορφο με διαφορετική στέγη για κάθε χώρο, μαρτυρά ακόμη την αυτάρκεια που χάριζε κάποτε στον ιδιοκτήτη του. Δωμάτιο για ύπνο, κουζίνα, αποθήκη, σταύλος, ευρύχωρη αυλή, αμπέλι, αμυγδαλιές, όλα δίπλα, σφιχταγκαλιασμένα. Ευάερο και ευήλιο με πανέμορφη θέα και νερό από την πηγή. Το 'χτισε στις αρχές του 1900 ο Σιταράς, καταγόμενος από την Πάτμο, εξ ου και το παρατσούγκλι "Πατινιώτης". Κεφάτος, άνθρωπος της πιάτσας και του γλεντιού, απέκτησε με τα χρόνια και δεύτερο παρατσούγκλι: "Νταλαβέρας", καθώς κάθε φορά που έπινε λίγο κρασάκι γελούσε λέγοντας συνεχώς: "Ε ρε, νταλαβέρια, ε ρε νταλαβέρια!!!"
Η γυναίκα του ήταν Αττισή από την Ακαμάτρα, έκαμαν τέσσερα παιδιά, δυο κόρες και δυο γιους. Οι κόρες παντρεύτηκαν στον Εύδηλο, ο ένας γιος έγινε ναυτικός κι ο άλλος έφυγε κάποια στιγμή για "έξω" και δεν ξανάρθε. Θυμούνται οι παλιοί πως πάντα στο σπίτι τούτο κάθονταν για να ξεκουραστούν από την πεζοπορία, καθώς το μονοπάτι που ενώνει τη Μεσαριά με τον Εύδηλο περνά ακριβώς δίπλα, κι ο Πατινιώτης με τη γυναίκα του τους φίλευαν και τους υποδέχονταν πάντα με χαμόγελο.
Κι εγώ όμορφα ένιωσα που το επισκέφτηκα. Είχε μυρωδιές από αλλοτινή ευτυχία. Από μεράκι, τέχνη και λίγο από καλοσύνη π' αντέχει, φαίνεται, ακόμη και στα ερείπια.


















Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Παράσταση γάμου

Τον χάσαμε για ένα δεκαπεντάωρο και βάλε. Πήγε για δουλειά το πρωί. Μάθαμε όμως πως η εργασία του είχε τελειώσει κι είχε ξεκινήσει από νωρίς το μεσημέρι για να επιστρέψει στο σπίτι του. Λιγότερο από μια ώρα απόσταση. Και χάθηκε. Είπαμε να ειδοποιήσουμε το silver alert, αλλά η ηλικία του δεν δικαιολογούσε αλτσχάιμερ...
Εγώ δεν ανησυχούσα, «μην τρελαίνεσαι, κάπου βρήκε Ικαριώτες κι έχει πιάσει κουβέντα», της έλεγα, αλλά η φίλη μου -και σύζυγος του αγνοούμενου- είχε άλλη γνώμη και πηγαινοερχότανε ανήσυχη στο σαλόνι από νωρίς. Άρχισε να βραδιάζει κι εκείνος άφαντος. «Δε σηκώνει το τηλέφωνο, βρε... Τον πήρα εκατομμύρια φορές και δεν το σηκώνει ο άτιμος. Ρε, κάτι θα του ‘τυχε, δεν μπορεί...» έλεγε και ξανάλεγε.
Εμφανίστηκε ο σύζυγος αργά το βράδυ μα τριπλός. Ο ένας ήτανε περίπου ο εξαφανισθείς αλλά κάπως αλλιώτικος, ο άλλος ήτανε κοινός φίλος από τη Μεσαριά μα αγνώριστος κι αυτός απ’ το ποτό, ο τρίτος απ’ τους Βρακάδες, άγνωστος σε μας.
Ο αλλιώτικος, λοιπόν, ο αγνώριστος και ο άγνωστος αποτελούσαν ένα φανταστικό  τρίο, έως ξεκαρδιστικό, τουλάχιστον για κάποιον σαν εμένα που δεν εμπλεκόταν συναισθηματικά με την υπόθεση. Απόλαυσα την ωραιότερη κωμωδία του κόσμου λιώνοντας στον καναπέ απ΄τα γέλια...
Μπήκαν μέσα γελώντας -οι αναθυμιάσεις προκάλεσαν μια έντονη θολούρα στην ατμόσφαιρα- κι ενώ η φίλη μου ήτανε στα πρόθυρα του εγκεφαλικού κι  έτοιμη να βάλει τις φωνές και να τους πετάξει έξω και τους τρεις πακέτο, γονάτισαν αιφνιδιαστικά όλοι μαζί στα πόδια της κι άρχισαν τους τεμενάδες.
Συγχρόνως φώναζαν σπαρακτικά, αλλά με κρυμμένο γελάκι στα μάτια τους:
-Συγχώρεσέ μας! Συγχώρεσέ μας! Δε θα το ξανακάμουμε! Ποτέ πια! Ποτέ!
Όλοι μαζί, κοινή η ευθύνη, σαν το «ούλοι εμείς, εφέντη», ένα πράγμα...
Μετά σηκώθηκε ο αλλιώτικος σύζυγος και της έλεγε μονάχος του, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν γονατιστοί και με σκυμμένο το κεφάλι:
-Εσύ είσαι η αγάπη μου! Το μωρό μου! Μόνο εσένα έχω αγαπήσει στη ζωή μου! Είκοσι δυο χρόνια είμαστε μαζί! Και δυο η γνωριμία, είκοσι τέσσερα! Σκέψου το, πριν μιλήσεις!
Και γονάτισε ξανά.
Μετά σηκώθηκε ο άγνωστος και της έλεγε:
-Συγχώρεσέ τον! Μου το υποσχέθηκε! Την άλλη φορά θα το σηκώνει το τηλέφωνο!
Και γονάτισε ξανά.
Τελευταίος σηκώθηκε ο αγνώριστος Μεσαρίτης και της έλεγε σιγότερα από τους άλλους δυο:
-Μην τονε μαλώσεις, μωρέ... Σε παρακαλώ! Κάντο για το παιδί, έλεγε και της έδειχνε τον Βρακαδιώτη που πλησίαζε τα πρώτα -ήντα...
-Ε;;; Αυτό πάλι; λέει εξοργισμένη η φίλη μου. Τι λες;
-Τόσες ώρες, μωρέ, προσπαθούσαμε να τον κάμουμε να πάρει την απόφαση να παντρευτεί επιτέλους και του λέγαμε τι καλά πού περνάμε εμείς οι παντρεμένοι... Άμα τονε μαλώσεις τώρα κι είναι μπροστά κι ο άλλος, θα πάει χαμένος τόσος κόπος! Άμα δε σκέφτεσαι το δικό σου γάμο, σκέψου το δικό του που ακόμα εν ηπρόκαμε να γίνει...



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 24-11-2014

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Εαυτούληδες



Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια...


Γιάννης Σκαρίμπας (από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Από "το βιβλίο του γέλιου και της λήθης"
















"Η δολοφονία του Αλιέντε επισκίασε γρήγορα τη ρωσική εισβολή στην Τσεχοσλαβακία, η σφαγή του Μπαγκλαντές έκανε να ξεχαστεί ο Αλιέντε, ο πόλεμος στην έρημο του Σινά φίμωσε το κλάμα του Μπαγκλαντές, το μακελείο στην Καμπότζη έκανε να ξεχαστεί το Σινά και το ένα έφερνε το άλλο, ως την απόλυτη λήθη των πάντων για τα πάντα.

Τους παλιούς καιρούς, όταν η ιστορία ήταν ακόμη μακρόσυρτη, τα λίγα γεγονότα της εύκολα τα θυμόταν κανείς και δημιουργούσαν τo γενικά γνωστό φόντο που μπροστά του παιζόταν τα συνταρακτικό θέατρο της προσωπικής ανθρώπινης περιπέτειας. Στην εποχή μας ο χρόνος προχωρεί με ταχύ βήμα. Το ιστορικό γεγονός που ξεχνιέται μέσα σε μια βραδιά, λάμπει αμέσως την επομένη με τη δροσιά του κάτι καινούριου, έτσι που ο διηγηματογράφος δεν το αποδίδει σα φόντο, παρά σαν εκπληκτική περιπέτεια που ξετυλίγεται στο βάθος της γενικά γνωστής κοινοτοπίας της ανθρώπινης προσωπικής ζωής."

MILAN KUNDERA 1978



Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Το λιόδεντρο


Ξεράθηκε η εκατόχρονη ελιά και πήραμε εργάτη με ηλεκτρικό πριόνι. Την έκοψε σύρριζα και έπειτα την κομμάτιασε. Απόμειναν τα κούτσουρα ένας σωρός στον ήλιο όλο το καλοκαίρι και σαν ήρθε ο χειμώνας κι έπιασαν τα πρώτα κρύα πήγε ο αδερφός μου με τον πατέρα να τα φορτώσουν στο φορτηγάκι. Μα το 'να από τα ξύλα είχε βγάλει βλαστό καινούριο. Ένα τόσο μικρό κλαράκι με δυο φύλλα απάνω. Το έβαλε ο αδερφός μου το κούτσουρο στην άκρη κι έπειτα είπε στον πατέρα πως είναι καλύτερα ετούτο να τ' αφήσουν στο χωράφι. Και τ' άφησαν. Δεν κάηκε κείνο το χειμώνα.
Κι ήρθε ο καιρός του, έβγαλε γένια από κάτω, στέριωσε και ψήλωσε, δεν το μετακινήσαμε από την αρχική του θέση, εννοείται, κι έπειτα το μπολιάσαμε με "μανάκι" και γελούσαμε για την αποκοτιά.
Και δεν την θυμούνται πια την ιστορία.

Σαν μαζεύω τις ελιές του το βλέμμα πάντα πέφτει στην παράξενη ρίζα του πιο αγαπημένου από τα δέντρα μου. Έτσι, για να θυμάμαι πως "από 'να τίποτα γίνεται ο παράδεισος".


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Ξου, ξου! Όλοι μέσα!

 Εμφύλιος. Στο νησί.
 Αρέθουσα, Δρούτσουλας και Γέροντος έχουν εκκενωθεί. Πρέπει να τηρηθεί η τάξις. Στο γιαλό του Καραβοστάμου, που σφύζει ακόμη από ζωή, μετά τις πέντε η κυκλοφορία απαγορεύεται αυστηρά.

Ο Χρήστος, χωροφύλαξ από την Καλαμάτα, άλλο τρόπο δεν έχει να ειδοποιήσει τους κατοίκους πως είναι πέντε παρά και πρέπει να μαζευτούν μάνι μάνι. Οι κάτοικοι -γνωστό αυτό- ρολόι δεν έχουν. Ο μόνος τρόπος είναι η στεντόρεια φωνή του χωροφύλακα.
-Ξου ξου! Όλοι μέσα! Ξου ξου! Ξου ξου!
Στις γειτονιές, στα χωράφια, στην πλατεία.  Και Ιούλιο και Αύγουστο. Να σκάει ο τζίτζικας.

-Και μπαίνατε; ρωτάω.
-Κι άμε… Ίντα θα κάναμε; Αφού ηφώναζε ο χωροφύλακας: «Ξου ξου…» Σαν τις κότες στο κοτέτσι ηπηαίναμε... Κι εμείς, τα παιδιά, που λαχταρούσαμε να τρέξουμε στους δρόμους. Κι οι μεγάλοι που ‘χαν δουλειές ακάμωτες και θυμό... Θυμό να δεις!

-Βρε, μπαίνατε όλοι; ξαναρωτάω.
-Ημπαίναμε, λέμε. Ε, όχι κι όλοι… Να, η τάδε, ξέρεις ποια μωρέ, που ‘χανε σπάσει τα νεύρα της από διάφορα που της είχανε τύχει, εν ήμπαινε… Ήπαιρε τη σκούπα, ηπήαινε ξοπίσω απ’ το χωροφύλακα κι ηφώναζε πιο δυνατά: «Άμε στο διάολο, καράβλαχε, που ήρθες στον τόπο μας να μας πεις πότε α πάμε στα σπίτια μας…». Μα ευτυχώς, εν της ήδινε σημασία κι έτσι τη γλύτωσε φτηνά. Άλλος κανείς. Γανιασμένοι από το φόβο… Εκείνος ηνικούσε τότες, παιδάκι μου. Ο φόβος! Κι από το θυμό δυνατότερος!





Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Το φαϊ των παιδιών

Σα να ‘ταν χτες…
Η γυναίκα του τον παρακαλούσε ένα χρόνο σχεδόν. Από τότε που ήρθαν οι πρώτοι Ιταλοί στο νησί. Δεν τους είχε μείνει τίποτα πια. Μήτε σπόρος, μήτε ζωντανό. Είχε αρχίσει ο εφιάλτης της πείνας.
Οι βάρκες έφευγαν γεμάτες κόσμο κάθε νύχτα που το φεγγάρι έλειπε από τον ουρανό ή είχε σκεπαστεί με βαριά σύννεφα. Όλοι οι συγγενείς είχαν φύγει από καιρό, τουλάχιστον οι πιο νέοι. Οι γειτόνοι το ίδιο. Περνούσαν απέναντι, στις παραλίες του Κουσάντασι και κατέληγαν μετά από οδυνηρή πορεία στο Χαλέπι της Συρίας και στη Βηρυτό όπου τους υποδέχονταν  Άγγλοι και Γάλλοι στα στρατόπεδα υποδοχής προσφύγων.
Μα κείνος είχε πεισμώσει και δεν άφηνε τη Νικαριά με τίποτα.
-Εν έχουμε να πάμε πουθενά, γυναίκα… Α περάσει το κακό. Γύρευε να βρεις κι αυτοί που φύγαν τι τους περιμένει. Ε φεύγω από το σπίτι μου, σου λέω, πάρ’ το απόφαση…
Ήτανε λεβέντης ο Γιώργης, οικογενειάρχης άνθρωπος, νοικοκύρης. Νοιαζόταν για όλους και είχε μάθει να παλεύει από μικρό παιδί. Το φευγιό φαινόταν δειλία στα μάτια του.
Κείνο το μεσημέρι η γυναίκα του άναψε τη φωτιά κι έβαλε τσουκάλι. Μετά από καιρό. Οι Ιταλοί είχαν κάποια γιορτή και μοίρασαν σε κάθε οικογένεια μια μικρή ποσότητα καλαμποκάλευρου χοντραλεσμένου. Το ‘βρασε εκείνη όλο χαρά και το ‘καμε κουρκούτα να χορτάσει η οικογένεια. Εκείνη, ο Γιώργης και τα δυο τους παιδιά. Ύστερα το μοίρασε στα πιάτα να κρυώσει και βγήκε έξω να κάμει τη μπουγάδα.
Ο Γιώργης γύρισε νωρίτερα. Δούλευε από τα χαράματα στο χωράφι, μα γύριζε με άδεια χέρια. Πεινασμένος και κατάκοπος μπαίνει μέσα και βλέπει το φαγητό. Όλα τα κουλάντριζε ο Γιώργης, μα η πείνα του θόλωνε το μυαλό. Πιάνει το ένα πιάτο και το κάνει μια χαψιά. Δε χόρτασε. Χωρίς σκέψη, μόνο με μια λαχτάρα πρωτόγνωρη, πιάνει και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο.
Απομένει μπροστά στα άδεια πιάτα. Η λογική επανέρχεται. Συνειδητοποιεί την πράξη του και βγαίνει στην αυλή τρελαμένος.
Καταρρέει μπροστά στα μάτια της γυναίκας του. Πρώτη φορά τον έβλεπε να κλαίει.
- Ήντα ‘καμα, γυναίκα, ήντα ‘καμα…
Τον κοιτάζει αλαφιασμένη.
-Τι συμβαίνει; Τι έγινε;
-Συμβαίνει πως αρχίζεις τώρα να μαζεύεις τα ρούχα κι ό,τι άλλο θαρρείς πως α χρειαστούμε… Φεύγουμε το βράδυ.
-Φεύγουμε; Για πού; Απόψε;
-Απόψε, γυναίκα, πάμε απέναντι κι όπου μας βγάλει…
-Ηλωλάθηκες; Τόσο καιρό σε παρακαλάω, τι ήπαθες;

-Τι ήπαθα, τι ήπαθα… συνεχίζει μες τ’ αναφιλητά εκείνος. Ήφαα το φαΐ των παιδιών…αυτό δα ήπαθα. Καταλαβαίνεις, γυναίκα; Ήφαα το φαΐ των παιδιών. Το φαΐ των παιδιών… έλεγε και ξανάλεγε ο Γιώργης οργισμένος με τον εαυτό του, με την κατάντια, με τη δύναμη της πείνας που τον μεταμόρφωσε τόσο.

Έφυγαν, πέρασαν πολλά, αλλά επέζησαν κι επέστρεψαν μετά από λίγα χρόνια στο νησί.
Ήταν σίγουροι πως το κακό πέρασε πια...


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 20-4-2012)

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Απόβροχα

Ικαριώτες κι οι δυο, αλλά μόλις συστηθήκαμε. Μιλήσαμε λίγο για τα χωριά μας και μετά σωπάσαμε. Η Μαρία, κοινή μας φίλη, Αθηναία, που επισκέπτεται το νησί μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, μας έκανε τα γνωστά παράπονα για τους σκηνίτες που γέμισαν τις παραλίες φέτος και για το μποτιλιάρισμα στα πανηγύρια.
Ξαφνικά, εκείνος με κοιτάζει μ’ ένα ύφος κάπως συνομωτικό...
-Ήβγανε φέτος; με ρωτάει. Ήκουσες τίποτα;
-Εεεε; Μπα, εν ήβρεξε αρκετά ακόμα. Θα το μάθαινα.
-Ποιοι καλέ; ρωτάει η Μαρία. Με τη βροχή μπαίνουνε μέσα, δε βγαίνουνε.
Κοιταχτήκαμε ξανά και χαμογελάσαμε σα να γνωριζόμαστε χρόνια.
-Είσαι σίγουρη; Γιατί στις Ράχες βγαίνουνε νωρίς, μου λέει.
-Στις Ράχες; Από πότε, καλέ, βγαίνουνε νωρίς στις Ράχες; Άλλο πάλι κι αυτό! Θα με τρελάνετε; συνέχισε η φίλη μας όλο απορία.
-Ξέρω και γω... Πάντως σε μας δε φανήκανε, του απαντώ. Κάποιος θα με ειδοποιούσε. Εκτός και αν... Ίσως στο Πλακωτό;
-Κάτσε, θα πάρω τη θεια μου... Θα ξέρει σίγουρα.
Σχηματίζει τον αριθμό, περιμένει αρκετή ώρα... Ο λόγος του γίνεται ακόμη πιο αργόσυρτος.
-Εεεε, καλησπέρα.  Ίντα κάνετε; Καλά ούλοι; Εεεε, ο Νικόλας είμαι. Καλά, ναι. Ε, άμε... Για πες, ήβγανε εφέτος, για ακόμα; Γιατί μου λένε πως εν ήβρεξε και ηργήσανε να φανούνε. Αααα, ναι... Αααα, πάνω ψηλά... Έχε το νου σου άμα φανούνε και πιο κάτω, α μου κάμεις ένα τηλέφωνο για να μπω στο καράβι. Εεεε, καλά. Χαιρετισμούς να δώκεις. Α τα πούμε τότες από κοντά, άμα έβγουνε.
-Δηλαδή όταν βγαίνουνε αυτοί, εσύ παίρνεις το καράβι και πας κάτω; Τι γίνεται; βάζει τις φωνές η Μαρία.
-Τι σου ‘πε; Ηφάνηκε κανένας; ρωτάω με αγωνία τον Νικόλα.
-Λίγοι στις Βαθές. Ε, α κάμουμε υπομονή λίγο ακόμα κι ύστερα α κατέβουμε.
-Πας κι εσύ στο νησί για να βρεις αυτούς που εμφανίζονται μετά από τη βροχή; με ρωτά η φίλη μας μ’ ένα ύφος σα να έχει να κάνει με πανηλίθιους.
-Ανελλιπώς, κάθε χρόνο απόβροχα.
-Και τι κάνετε μ’ αυτούς, ρε παιδιά, και αξίζουν τόσες ώρες ταλαιπωρίας;
-Δε ξέρω ακριβώς. Έχει να κάνει με το γούστο του καθενός. Εγώ τους κάνω με αλεύρι στο τηγάνι. Ειδικά τους χοντρίτες.
-Τιιι;;; Ποιους;;
-Α, δεν έχεις δίκιο, μου λέει ο Νικόλας, στα κάρβουνα είν’ η νοστιμιά.
-Κι εγώ θα σας κάνω με τα κρεμμυδάκια, άμα δε μου εξηγήσετε...
-Μπράβο, ρε Μαρία. Και με τα κρεμμυδάκια είναι τέλειοι!
-Και ντοματούλα. Ναι, ρε συ, αλλά οι κουμαρίτες.
-Α, και τ΄ακισαριτάκια είναι καλά...
-Λοιπόν, πάω να βάλω λίγο κρασί, μπας και συνέλθω... Μου σπάσατε τα νεύρα!
-Αααα, και με κρασάκι πάνε τέλεια, λέμε με μια φωνή κι οι δύο.
Κάτι μας εκσφενδόνισε, δε θυμάμαι τι, ο νους μου ήταν ήδη στα ρουμάνια...


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 22-10-2014)

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Ερωτικό (Μ. Χατζιδάκις)

















Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ' άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ' στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ' το παράθυρό σου

Το πρόσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Μάνος Χατζιδάκις "Μυθολογία"1966