Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Προορισμός σε χαρτί




-Θα φέρεις ένα χάρτη μαζί σου; με είχε ρωτήσει απ’ το τηλέφωνο.
-Ναι, κάπου έχω έναν.
Δεν τον έψαξα καν. Ήμουν τόσο χαρούμενη που τον είχα πείσει επιτέλους να επισκεφθεί το νησί… Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό ο χάρτης.

-Αχ, γιατί τον ξέχασες; με ρώτησε απογοητευμένος. Ήθελα να τον δούμε μαζί και να σημειώσω πού πρέπει να πάω.
Επιδίωκε να είναι πάντα όλα οργανωμένα σε απελπιστικό βαθμό.
-Μισό… όλα λύνονται, του λέω.

Φώναξα το σερβιτόρο και του ζήτησα ένα λευκό χαρτί και στυλό. Μου τα έφερε με κάποια απορία στο βλέμμα. Σχεδίασα το σχήμα του νησιού. Ύστερα πρόσθεσα τελίτσες. Σκέφτηκα πως τα ονόματα των χωριών δε θα τον βοηθούσαν και πολύ. Έτσι, στην κουκκίδα που αντιστοιχούσε στον Αρμενιστή σχεδίασα μια ψαθούλα.
-Εδώ για μπάνιο.
Λίγο πιο κει έναν ήλιο που δύει.
-Για το πιο ωραίο ηλιοβασίλεμα.
Κάπου στο κέντρο έφτιαξα ένα πιάτο με λουκουμάδες.
-Στην πλατεία, στο πιο παλιό καφενείο...
Νότια σχεδίασα ένα τούνελ και δίπλα ένα κορμί πάνω σε βραχάκια.
-Θα δεις, έχει περπάτημα, μα είναι ωραία.
Στη δυτική γωνιά έφτιαξα ένα φάρο.
-Κι εδώ τα ίδια. Περπάτημα, μα θα σου μείνει αξέχαστο.

Πλάι στην κουκκίδα του Ευδήλου, σχεδίασα ένα σπιτάκι για να βρει τη μάνα μου να δώσει χαιρετίσματα. Πιο κει, κατά το Καραβόσταμο, ένα κοκτέιλ, για να βρει το αγαπημένο μου μπαράκι. Με την ευκαιρία του ‘δωσα και το κλειδί του άλλου σπιτιού.
-Έχει μπλε πατζούρια και κάτι σαν πέργολα, βλέπει προς το λιμανάκι. Για να ξεκλειδώσεις θέλει προσπάθεια, γιατί τρώει η αρμύρα την κλειδαριά.

Έκανα και δυο πάπιες για τα φράγματα, δυο τρεις σταυρούς για τα μοναστήρια, ένα ποτήρι με νερό κάπου στο Ξυλοσύρτη κι ένα πιάτο με θαλασσινά στο Λιβάδι.
- Πανηγύρια δεν έχει αυτή τη βδομάδα. Αλλιώς θα σου ‘φτιαχνα κι έναν κύκλο μ’ ανθρώπους που αγκαλιάζονται.
Προβληματίστηκα για ένα άλλο σημείο στο κέντρο που του ‘χα πει πολλά.
- Η ησυχία πώς σχεδιάζεται;
- Ιδέα δεν έχω. Άμα τη βρω ποτέ, θα σου πω.

Πήρε το χαρτί και το κοίταξε προσεκτικά.
-Μμμμ, ίσως και να ‘χει πλάκα…

Μετά μου έδειξε τις φωτογραφίες από την πρόσφατη κρουαζιέρα του στη Νορβηγία και την Ισλανδία.

Όταν τον είδα ξανά, είχε ζωγραφισμένο στο βλέμμα κάτι σαν ανακούφιση.

-Ξέρεις, δεν αγόρασα χάρτη. Πρώτη φορά στη ζωή μου. Με το χαρτί σου στη τσέπη πήγαινα. Ταξίδευα από τη μια άκρη του νησιού ως την άλλη με ένα κομμάτι χαρτί, το πιστεύεις; Και τα βρήκα όλα. Παραλίες, ηλιοβασιλέματα, λουκουμάδες, χαιρετισμούς, σπίτι… Και την ησυχία στο βουνό. Απολαυστικότατη…. Δε σχεδιάζεται, είχες δίκιο. Ξέχασες να μου πεις για τον αέρα. Προσπαθούσε να αναποδογυρίσει τη μηχανή κι εγώ πήγαινα κόντρα και γελούσα. Και για τις μυρωδιές. Αχ, παντού ήταν. Θα ξανάρθω. Με το χαρτάκι μου. Ταλαιπωρήθηκε κάπως, γιατί το ‘χα στη τσέπη διαρκώς. Να, εδώ το έχω. Δε μου δείχνει την πορεία ακριβώς, μα μου θυμίζει την απλότητα.

Αυτό είναι το νησί σου, καλή μου. Απλό, όμορφο, ήσυχο, με μυρωδιές κι ανέμους. Βέβαιος προορισμός…

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Με φανάρια και μαγκάλια

  Το φανάρι στο σπίτι ήταν ακριβώς όπως αυτό της φωτογραφίας. Πράσινο, κρεμασμένο ψηλά στον τοίχο. Το 'φτανε μόνο η μάνα κι ο πατέρας. Κι η γιαγιά ίσως ή η θεία, όταν ερχόταν τα καλοκαίρια. Κερνούσαν πολλών λογιών λιχουδιές. Τους ξένους πρώτα, τους γειτόνους έπειτα κι ό,τι απέμενε στα μέλη της οικογένειας. Μουσταλευριές, καθούρες, παστρουμάδες, λίγο από το μεσημεριανό που έμεινε αφάγωτο...
Κάθε πρωί γινόταν το ξεκαθάρισμα. Τα πιάτα έβγαιναν στη βρύση της αυλής και τα απομεινάρια των τροφών στον κουβά.
-Άμετε να ταΐσετε το χοίρο, έλεγε η μάνα μου.
Κι ο χοίρος γευόταν τα ξινισμένα αποφάγια και γινόταν ακόμη πιο στρογγυλός κι έφτιαχνε -ευχαριστημένος πολύ μες την άγνοιά του- τη γλίνα που θα γευόμασταν λίγο αργότερα. Κατά τις γιορτές...

 Το φανάρι πετάχτηκε αμέσως μετά τον ερχομό του ψυγείου. Είδηση δεν πήρα. Πρέπει να έλιωσε κάπου στο κάτω περιβόλι, γιατί μια μέρα που μαζεύαμε τις ελιές είδα ένα πράσινο κομματάκι από το μέταλλό του κι ανατρίχιασα. Σα να μου 'ρθε ο παιδικός μου κόσμος άξαφνα στα μάτια. Τότε που ντριτσιλώναμε στα δυο μας πόδια να γυρίσουμε το μαγικό σύρτη, να βάλουμε το δάχτυλο στη μουσταλευριά, ν' αποδείξουμε πως είμαστε μεγάλοι τώρα.

 Το μαγκάλι αγνοείται. Ίσως κάπου στο υπόγειο, λένε, κάποιος το 'χωσε ανάμεσα στα πιθάρια, τρέχα γύρευε...
Το μαγκάλι... Η συντροφιά μας.
Στο τζάκι ποιος να πρωτοχωρέσει; Στριμώχνονταν όλοι υπομονετικά γύρω γύρω μέχρι να γίνουν τα κάρβουνα, τα έπαιρνε μετά ο πατέρας με τη μασιά, τα τακτοποιούσε ένα ένα με προσοχή πάνω στη στάχτη. Μετά σήκωνε το μαγκάλι που αστραποβολούσε ζέστα και το 'φερνε πλάι στο τραπέζι της κουζίνας.
Η κυρα-Ρήνη σηκωνόταν απότομα, άφηνε τη μαγκούρα πλάι στο κρεβάτι, έτριβε τα χέρια πάνω από τις σπίθες κι άρχιζε να διηγείται ιστορίες από τα πλούσια αφεντικά που 'χε κάποτε στη Αλεξάνδρεια.
Ο Μανώλης έβγαζε το μάλλινο πουλόβερ που του 'χε πλέξει η Δώρα, η γυναίκα του, το τοποθετούσε στη ράχη της καρέκλας κι άρχιζε τα παράπονα και τους αναστεναγμούς για τα καθημερινά του πάθη.
Ο Σαράντος έβρισκε άδεια θέση στο τζάκι κι άναβε τσιγάρο.
Τα μικρά ακουμπούσαν τα βιβλία πάνω στο τραπέζι, γύρω από τη λάμπα πετρελαίου και ξεκινούσαν το διάβασμα. 
Έτσι. Όλα ανάκατα. Γέροντες, έφηβοι, μεσήλικες... Κουτσομπολιά, αναστεναγμοί, αναμνήσεις, μαθηματικά... Το κουράγιο που δίνει η ζέστα των χνώτων και του κάρβουνου...
Σα νύχτωνε για τα καλά, φεύγαν οι γειτόνοι. Πριν κλείσει η πόρτα, έφευγε και το μαγκάλι, για να σβήσει στην αυλή . "Αλλιώς βλάφτει", λέγανε οι παλιοί.
Έτσι ασφαλείς και ζεσταμένοι γευόμασταν το χρόνο. Το τέλος του μηνός, η αρχή του επόμενου.

 Χρωστούμενα δεν περιμέναμε. Μονάχα γράμματα από τους ξενιτεμένους... Τα διαβάζαμε με χαρά μπροστά στο τζάκι ή πάνω απ' το μαγκάλι. Μυστικά δεν είχαμε.
Έτσι ξεχειμωνιάζαμε στη Νικαριά πριν λίγα χρόνια... Με φανάρια και μαγκάλια.


Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Λίγα χρωστούμενα

   
 Τη 17η Οκτωβρίου 1872
Κατάλογον κάμνω εγώ ο Σίμος Μαυρογεώργιος δια τα γρόσια του Ιερού Ναού της Παναγίας εις του λέφα, όσα εδαπανήθησαν εις το κωδωνοστάσιον κλπ....

«Εις την πανήγυρην» λοιπόν… Ναι, ο ήχος του βιολιού, το γλυκό σούρσιμο των παπουτσιών στην πίστα, τ’ αγκάλιασμα, το γέλιο, τα κρυφοκοιτάγματα, το τσούγκρισμα και το «γεια μας» και το «όπα μας» και τα φαρμάκια που πάνε κάτω ή παραδίπλα, το μαγεμένο ξημέρωμα με τ’ ανταμώματα της ψυχής…
Μα όχι αυτό μονάχα. Τα πανηγύρια μας είναι κυρίως ο μόχθος των ανθρώπων του χωριού που μέρες πριν ιδρώνουν για να προετοιμάσουν την πλατεία, να βρουν ορχήστρα, ν’ αγοράσουν κρασί και κρέας και ζαρζαβατικά. Είναι η αγωνία τους για την επιτυχία του γλεντιού κι η λαχτάρα τους να φανούν χρήσιμοι στον τόπο τους χτίζοντας εκκλησιές και σχολειά, στρώνοντας δρόμους, συντηρώντας κτήρια, φτιάχνοντας πλατείες, δημιουργώντας εντέλει… Μια ομάδα ανθρώπων που γίνονται μια σφιχτή γροθιά όχι την ώρα του γλεντιού μόνο αλλά κυρίως την ώρα που σχεδιάζουν, οργανώνουν, κάνουν απολογισμούς. Τόσα «δια κρέας», τόσα «δια οίνον», τόσα «δια την υπηρεσίαν του τέκτονος» ή τόσα «δια τον κώδωνα»…
Τους έχεις δει από κοντά. Είναι συνήθως πίσω από τους πάγκους για το σερβίρισμα ή γεμίζουν τα μπουκάλια με κρασί ή κόβουν σαλάτα ή τρέχουν πάνω κάτω για να σου βρουν τραπέζι. Είμαι σίγουρη ότι τους θυμάσαι. Έχουν μάτια κόκκινα απ’ την αϋπνία, ιδρωμένα πρόσωπα κι αχτένιστα μαλλιά, μα πάντα φυλάν ένα τεράστιο χαμόγελο για σένα που έρχεσαι και δίνεις στον τόπο, που παίρνεις ένα κιλό βραστό και μια σαλάτα και κόκκινο κρασί και τους λες πως ήταν ωραία και θα ξανάρθεις…
Μη σε γελούν τα χρόνια και τα νομίσματα που αλλάζουν. Το ίδιο πανηγύρι είναι. Ήταν ο Σίμος πριν δυο αιώνες κι έπειτα ήρθε ο Γιάννης, ο Νικόλας, η Γιωργία, ο Σταμάτης. Ήταν τα γρόσια τότε κι έπειτα οι δραχμές, τα ευρώ… Αλλά ο κόπος έμεινε ο ίδιος κι η αγωνία για την εξόφληση των χρεών κι η χαρά της προσφοράς στον τόπο.
Και εσύ φοράς αλλιώτικα ρούχα  κι αλλάζεις όνομα, μα ο ίδιος είσαι, ακολουθείς τα ίδια βήματα στον κύκλο και ξόφλησες μες το μεθύσι της χαράς σου το κωδωνοστάσιο της Παναγίας του Λέφα τότε, την άσφαλτο τώρα ή το πολιτιστικό κέντρο. Και θα ‘ρθεις και φέτος. Και του χρόνου. Εκεί θα ‘μαστε όλοι.
Άντε, στην υγειά μας!


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 20-5-1913)

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Δίχως επωνυμία


Το όνομα κάθε ανθρώπου ήταν σημαντικό στο νησί. Το όνομα και κυρίως το παρατσούκλι. Το επώνυμο σχεδόν μηδαμινής σημασίας μια και ήταν κοινό για πολλούς. Χρόνια απομονωμένοι από τους άλλους οι γάμοι γίνονταν μεταξύ συχωριανών ακόμη και συγγενών. Από δεύτερα ξαδέρφια και μετά η σύναψη γάμου θεωρούνταν νομότυπη και εγκρίνονταν από την τοπική κοινωνία έστω κι αν η εκκλησία είχε αντίθετη γνώμη. Οπότε οι συνωνυμίες ήταν συχνό φαινόμενο και η χρήση του παρωνυμίου επιβεβλημένη προκειμένου να γίνει ευδιάκριτο το πρόσωπο ανάμεσα στους συνομιλούντες.
Εκτός από το επώνυμο, που το θυμόμαστε μόνο στις εκδόσεις εγγράφων, ξεχνάμε συχνά και να "βαφτίσουμε" τα μαγαζιά μας. Έτσι έχουμε το καφενείο του Δημητρού ή το καφενείο του "Αυγά" ή του Ευθύμιου δίχως καμιά ταμπέλα πάνω από την πόρτα. Αυτό είχε βέβαια και τις συνακόλουθες παρεξηγήσεις αφού με την είσοδο των τουριστών στο νησί, οι συνεννοήσεις γίνονταν με δυσκολία. Δίνοντας ραντεβού "στου Δημητρού" ο άλλος έψαχνε το μαγαζί και δεν το έβρισκε ποτέ εκτός κι αν κατέληγε να απευθυνθεί σε χωριανούς. Όποιος είχε μεγαλώσει στο νησί, όπως εγώ, το θεωρούσε πάντως απολύτως φυσικό.
Πρώτη φορά που κατάλαβα την ιδιαιτερότητα αυτή ήταν πριν καμιά εικοσαριά χρόνια που ένας γνωστός παρουσιαστής αποφάσισε πρώτη φορά να κατέβει στο νησί και να πάρει συνεντεύξεις από ντόπιους. Την αλλιώτικη φύση των κατοίκων δεν πρέπει να τη γνώριζε, αργότερα, πολύ αργότερα, μας ανακάλυψαν τα διεθνή ειδησεογραφικά κανάλια κι άρχισαν να μιλούν για την περιβόητη μακροζωία και το ραχάτι που ίσως και να οδηγεί σε αυτήν. Πάει λοιπόν ο άνθρωπος και βρίσκει ταβερνιάρη στο Να, περασμένης ηλικίας που μια χαρά του τα 'πε ο άνθρωπος. Και πως "αυτό το καφενείο άνοιξε πριν τριάντα χρόνια και ήταν το πρώτο στο συνοικισμό και μετά το πήραν τα παιδιά και έγινε ευρέως γνωστό και οι οικογένειες το δουλεύουν μια χαρά" κι ο παρουσιαστής συγκινήθηκε κάπως, μάλλον συμπάθησε το γέροντα , οπότε στο τέλος της συνέντευξης τον ρωτάει: "Και πώς τη λένε την ταβέρνα σας;", διαφήμιση σκέφτηκε να του κάνει... Κι ο άλλος γούρλωσε τα μάτια κάπως κι εγώ από την Αθήνα χτυποκάρδισα "μα τι τον ρωτάει τον ανθρωπάκο" και "ιδέα δεν έχω πώς τη λένε, θαρρώ πως της 'βγαλαν ένα όνομα τα μικρά", σηκώθηκε πάνω, έκανε δυο βήματα "α, ναι, το 'χουνε βγάλει "Νας" ε, δεν το 'ξερα, λοιπόν" κι ο παρουσιαστής έσκασε στα γέλια. "Ένα μαγαζί τριάντα χρόνια έχετε και δεν ξέρετε την επωνυμία του; Πώς γίνεται;"
Γέλασα κι εγώ μαζί του κι ήθελα να μπω στην οθόνη μέσα να εξηγήσω πως κι εμείς δεν το ξέραμε που πάμε χρόνια εκεί και καμιά ανάγκη δεν είχαμε γι' αυτό.

Και μένοντας χρόνια στην πόλη άρχισα να συνειδητοποιώ τις λωλάδες μας μια μια και να προσπαθώ να βρω εξηγήσεις. Μετά άρχισα να ψάχνω πώς αυτές οι ιδιαιτερότητες, να τις πούμε έτσι καλύτερα, μας ακολουθούν ακόμη κι όταν φεύγουμε από τον τόπο χαρίζοντας μας μια μοναδική ταυτότητα, όχι καλύτερη από των άλλων, μα ξεχωριστή πάντως. Έτσι όταν φτάσαμε τέλη Οκτώβρη στην ηλιόλουστη παραλία της φωτογραφίας κι ο αδερφός μου έψαχνε με αγωνία να βρει την ψαροταβέρνα φίλου του που έφυγε μικρός από τη Νικαριά και εγκαταστάθηκε εκεί, εγώ περπάτησα από τη μια άκρη στην άλλη, κάθισα χαλαρά στην κλειστή ψαροταβέρνα του συμπατριώτη κι ατένιζα το πέλαγος. Έρχεται μετά από ώρα, αφού είχε κάνει δυο τρεις φορές το γύρο του χωριού και μου λέει:
-Τη βρήκα την ταβέρνα, είναι η Τάδε, ταιριάζει στην περιγραφή που μου έδωσε ακριβώς.
-Ε, δεν είναι, η δική του είναι αυτή που κάθομαι...
-Ναι, καλά, την ξεχώρισα, σου λέω.
-Πάμε στοίχημα;
Βάλαμε και στοίχημα, το κινητό δεν έπιανε για να μας βεβαιώσει ο φίλος, που γέρος πια ξεχειμώνιαζε στο δικό μας νησί, οπότε ξεχνιέται το θέμα μέχρι να πάει ο αδερφός μου "κάτω".
-Κέρδισες... Πώς το 'ξερες όμως; Αφού δε στην είχε περιγράψει...
-Μα ήταν η μόνη δίχως ταμπέλα...


Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Αφανός




ο αφανός των Κατωτινών

 
κι ο αφανός των Πανωτικών
 Για να καταλάβετε εξαρχής για τι μιλώ θα σας πω δυο λόγια. Έχουμε ένα έθιμο το Πάσχα στο νησί. Να κάνουμε σωρό και να καίμε τον Ιούδα. Ο σωρός αποτελείται από αφάνες, ένα είδος θάμνου αγκαθωτού, το λέμε και αστoιβή, το λέμε και ασπάλαθο. Αλλά έχει επικρατήσει το αφανός, έτσι το λέμε το σωρό τώρα. Πάνω πάνω βάζουμε ένα σκιάχτρο, και καλά ο Ιούδας που καίγεται. Τα παλιά χρόνια έκαιγαν έναν αφανό στο κάθε χωριό μόλις ο παπάς έλεγε το Χριστός Ανέστη. Συναγωνίζονταν τα χωριά ποιο θα 'χει τον μεγαλύτερο αφανό. Τώρα έχει διατηρηθεί το έθιμο μονάχα στο χωριό μου. Το χωριό της μάνας μου δηλαδή. Το Καραβόσταμο. Που λέτε στο χωριό δε θα 'χε νόημα να καίνε αφανό δίχως συναγωνιστές μια και στα άλλα χωριά το έθιμο ξεχάστηκε. Έτσι χωρίστηκαν οι χωριανοί. Σε Πανωτικούς και Κατωτινούς. Οι Πάνω είναι με την εκκλησιά του Αη Γιάννη, οι Κάτω με την εκκλησιά τοω Αγίων Αναργύρων. Καίνε εναλλάξ τον αφανό πότε την Ανάσταση πότε τ' Αντίλαμπρα. Στην πράξη αυτό που τους χώρισε δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αχλάδα, έτσι λέμε στο χωριό τις άγριες αχλαδιές. Κι όποιου το σπίτι ήταν από την κάτω μεριά της αχλάδας ήτανε Κατωτινός, όποιος από την πάνω μεριά Πανωτικός. Τον υπόλοιπο χρόνο τους ένωναν συγγένειες, κουμπαριές, μαθητικά χρόνια κλπ αλλά τη Μεγάλη Βδομάδα δεν τους ένωνε τίποτε. Ήταν άσπονδοι εχθροί. Και είναι ακόμη. Την Μεγάλη Βδομάδα μόνο. Άλλοι μαζεύουν και άλλοι πηγαίνουν  κρυφά να κάψουν τα μαζέματα των εχθρών. Αν πιάσουν τους κατασκόπους-εμπρηστές τους περιμένουν μαρτύρια απερίγραπτα. Στο έθιμο συμμετέχουν όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Γυναίκες και άντρες. Οι μανάδες σταυροκοπούν τους εφήβους, τους προμηθεύουν με χοντρά γάντια και κολατσιό και χρόνο ελεύθερο για να αφιερώσουν στο μάζεμα και στο φύλαγμα των ασπαλάθων. Οι πατεράδες αφήνουν τις δουλειές τους και κουβαλούν με τα αγροτικά τις στοίβες. Τα μικρά παλεύουν στις πλαγιές ξεριζώνοντας, κουβαλώντας και τοποθετώντας τους θάμνους στη θέση για την πυρά. Το τελευταίο βράδυ τους πατούν για να καίνε περισσότερη ώρα, τοποθετούν το ομοίωμα του Ιούδα και μετά όλοι μαζί ξενυχτούν πλάι στο σωρό προφυλάσσοντας τον από τους εισβολείς της αντίπαλης παράταξης.
 Ουφ! Ελπίζω να μη σας κούρασα. Και που λέτε, εγώ πήγαινα με τη γιαγιά μου στο χωριό και δεν ήξερα κανέναν από κει, η γιαγιά μου φοβόταν πολύ μην κουραστώ, μην ξενυχτήσω κι έτσι έμενα θεατής μόνο και ακροατής των όσων διαδραματίζονταν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των Παθών.
Αλλά φέτος έδωσα στη μικρή μου τα γάντια, την προμήθευσα με κουράγιο κι ευχές, την μετέφερα στην πλαγιά, είδα στο βλέμμα της πόσο καμάρωνε που συμμετείχε κι έτσι την άφησα και να ξενυχτήσει στη φρουρά. Και το πρωί χαράματα, την είδα ανάμεσα στους άλλους να κάθεται στην άμμο, όλοι μαζί σχηματίζοντας κύκλο με τα ντόπια παιδιά να διηγούνται ιστορίες και να καμαρώνουν που δεν τους τον έκαψε κανένας τον αφανό τους.
 Και την αγάπησα την πατρίδα μου ξανά. Για την πάλη που δίνει να διατηρήσει ό,τι είναι δικό της. Κι ας μην υπάρχει έπαθλο. Γιατί κατά έναν περίεργο τρόπο όλοι νικητές είναι. Άλλος νικά στη διάρκεια, άλλος στη δύναμη της φλόγας κι άλλος στη λάμψη των βεγγαλικών. Κι όλοι αγαπιούνται ξανά τη Δευτέρα του Πάσχα. Τον έκαψαν τον προδότη άλλωστε δυο φορές. Πόσο ακόμη;



Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Οι παρεξηγημένοι

Ο ένας κάθεται στο παγκάκι της πλατείας. Γαμπρός στο νησί, λάτρης της φύσης και της πεζοπορίας. Ο άλλος, λίγο μέτρα πιο κει, με τα ψώνια στα χέρια περιμένει να τον βάλω στο αμάξι.
Με σταματάει ο γαμπρός και μου λέει:
«Αυτός από το χωριό σου δεν είναι; Παράξενος άνθρωπος. Ξυπνάω χτες πριν χαράξει, παίρνω το μονοπάτι, ψιλοσκίζω τα ρούχα μου στις αστιβές - έτσι δεν τις λέτε;- και φτάνω επιτέλους στο χωριό. Τον βλέπω να σκάβει στην αυλή, τον καλημερίζω, λέω θα μου πει να ‘μπω μέσα στο σπίτι να με κεράσει καφέ κι αυτός, άκου να δεις παραξενιά, με κοιτάει από πάνω ως κάτω και με ρωτάει... αν ξυρίστηκα!»

Ο άλλος μπαίνει στο αμάξι, τακτοποιεί τις σακούλες και μου λέει με αγανάκτηση:
«Πού τον ξέρεις αυτοδά τον άθρωπο; Σε είδα που του μίλαες πριν. Άκου να δεις τι έπαθα με δαύτονα. Ήσκαβα το κηπάρι εχτές και τον εβλέπω άξαφνα μπροστά μου. Αχάραγα. Μόνος του, ούτε μηχανή ούτε αυτοκίνητο. Ταλαιπωρημένος πολύ. Με πλησιάζει  με χαμόγελο και λέω θα ‘χασε το δρόμο και θα θέλει βοήθεια. Και τον ρωτώ: "Ξορίστηκες;;;". Μα αντί γι’ απόκριση  αλλαξομουσούδιασε και κάνει μεταβολή και φεύγει. Ε, ρε, λωλάδα που ‘χει ο κόσμος….»



Ξορίζομαι στα ικαριώτικα, όπως καταλάβατε, σημαίνει έχασα το δρόμο μου, εξορία, εξορίζομαι, ξορίστηκα ή ηξορίστηκα...
Δηλοσιεύτηκε στο ikariamag στις 25-4-2013

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Ο φίλος μου ο Αμπτούλ

                                               
φωτό από εδώ
  Ήρθε από το Μπαγκλαντές πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια. Στην αρχή έμενε στο εξοχικό γνωστού εφοπλιστή φροντίζοντας με άλλους δυο τρεις την οικία αλλά και τον περιβάλλοντα χώρο. Συχνά το αφεντικό του έκανε διάφορες προσθήκες, αποθηκούλες, ξενώνες, στάβλους. Έτσι έμαθε να χτίζει την πέτρα, να σοβατίζει, να βάφει, να κολλάει πλακάκια. Ήταν ιδιαίτερα περήφανος για τις επιδόσεις του και μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια για τ' αφεντικά του.
-Είκα λεφτά, λέει, και μ' αγκαπούσαν πολύ. Ήτελα όμως να 'ρτω Ατήνα. Να την βρω και να ζήσουμε μαζί. Την είκα γνωρίσει για λίγκο, ήταν ωραία, πολύ ωραία. Είχε ντουλειά Ατήνα, πολύ ντουλειά, πήγκαινα στις οικοντομές και όλα μια καρά. Έκω και ένσημα, να εντώ τα 'χω, έχω χαρτιά, ντες, ντες...
 Βγάζει από τις τσέπες του ένα φάκελο βρώμικο, κατατσαλακωμένο και τον ανοίγει.
 -Εεει δεν είμαι αστυνομία του λέω γελώντας... Χαμογέλασε, βγήκε έξω από το δωμάτιο του νοσοκομείου, επέστρεψε σε λίγα λεπτά φέρνοντάς μου ένα κομμάτι πίτσα και ένα χυμό.
-Έχω φάει, του λέω αμήχανα. Κράτα τα για σένα...
Δε σήκωνε κουβέντα.
-Εσύ καλός άντρωπος, κάτεσαι μαζί με το μωρό μου, σου τα κρωστάω.
Του εξήγησα ότι είναι η δουλειά μου, δε μου χρωστάει χάρη.
-Όχι, τον αγκαπάς, κάρη σου 'χω, κάρη.
Κι εκείνος τ' αγαπούσε τα παιδιά του. Είχαν βιβλιάρια υγείας με τα εμβόλια συμπληρωμένα, με τις εξετασούλες τους όλες σε φάκελο καθαρό αυτή τη φορά, όλα σε τάξη, κι η τρυφεράδα του πατέρα στη θέση της μέσα στα δυο του κατάμαυρα μάτια που έλαμπαν κάθε φορά που τα κοιτούσε. Η μάνα τους χαμένη πια... Εκείνος καθόταν μέχρι αργά παρά τις συμβουλές μου να πάει για ύπνο.
-Ντεν έχει ύπνο, μου 'πε μια νύχτα, σπίτι ντεκαπέντε κι ο ένας τραγουντά κι ο άλλος μιλάει στο τηλέφωνο και άλλος μαλώνει, ύπνο ντεν έχει...
Ένα απόγευμα καθώς περπατούσαμε στον κήπο του νοσοκομείου τον ρώτησα αν έχει μετανιώσει που ήρθε.
-Όκι...όκι... Έχει νερό εντώ. Και στην πλατεία να είμαι στην Ατήνα έκει νερό. Εκεί όκι, ντεν ξέρεις εσύ... Εκεί είναι όπως κωράφια. Έχεις πάει σε κωράφια;
-Ναι, του λέω, έχω δικά μου. Μ' αρέσει πολύ να σκάβω και να φυτεύω. Να κάθομαι στον ήλιο και να χαζεύω τα φυτά μου περιμένοντας να μεγαλώσουν.
Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
-Εμένα όκι. Ντεν μ' αρέσει η ντουλειά αυτή. Ντεν έκει νερό και ντεν έχει λεφτά. Ζέστη πολύ. Ντεν ξαναπάω. Μια φορά πήγα και όκι, όκι. Εκεί όπως Μπαγκλαντές.
Τον κοίταξα κι εγώ με έκπληξη. Δε συνεχίσαμε την κουβέντα.

Έχει να 'ρθει δυο χρόνια να δει τα παιδιά. Κάποιοι λένε πως μάλλον τα ξέχασε, ο άκαρδος. Εγώ φαντάζομαι, είμαι σχεδόν σίγουρη, πως δεν έχει λεφτά και δε θέλει να 'ρθει με άδεια χέρια. Δεν έχει δουλειά στην οικοδομή. Ίσως ξαναπήγε στα "κωράφια". Τον ψάχνω στις εικόνες που κάνουν το γύρο του κόσμου. Δεν τον βρίσκω. Αν δείτε κάπου τον Αμπτούλ μην του ρίξετε. Είναι σκαγιωμένος ήδη...


Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ασυντρόφευτες δύσεις

   Ο γάμος ήταν προσχεδιασμένος. Προξενιό που λέμε. Ήτονε νοικοκύρης με ζώα, χωράφια και σπίτι. Καλύτερη τύχη δε θα μπορούσε να 'χει η τέταρτη από τις θυγατέρες της δεκαμελούς οικογένειας, φτωχή κι ανήμπορη  άρα να θρέψει τόσα στόματα. Οι κόρες όλες ηθικές και νοικοκυρές. Κάποιος δάσκαλος μάλιστα είχε πει, τουλάχιστον για την Ελένη, πως ήτανε και ξύπνια, θα μπορούσε με λίγη βοήθεια να γίνει μια σπουδαία- γιατί όχι;- επιστήμονας. Έστω, θα μπορούσε να τελειώσει το σχολείο με ευκολία και να εργαστεί. Θα διέπρεπε σε όποια εργασία επέλεγε.
Εκείνοι περήφανοι για τη θυγατέρα τους την έβγαλαν από το σχολειό, μην πάρουν τα μυαλά της αέρα, και της βρήκαν τον καλύτερο γαμπρό. Γείτονας για να μην την χάσουν ποτέ από κοντά τους. Γλεντζές και φιλοσυγγενής. Αγαπητός και πρόσχαρος. Με τα καλαμπούρια του, με τη φιλοξενία του, με τα όλα του.
Η Ελένη τον γνώριζε από παιδί. Τον συμπαθούσε. Μα γάμο μαζί του δε φαντάστηκε ποτέ. Ήταν ρηχός, γήινος, αγράμματος. Το μυαλό το δικό της θέριευε με αλλοπρόσαλλα πράγματα. Της άρεσε να γράφει ποιήματα για ρομαντικούς έρωτες, για ηλιοβασιλέματα, για κυματισμούς της θάλασσας που αδιάκοπα -λίγα μέτρα κάτω από το πατρικό της- συντρόφευε τα πιο τρελά της όνειρα.
Λογάριαζε πως μια μέρα θα ΄φευγε, θα έμπαινε στο καράβι, θα δούλευε, θα αγόραζε με το μισθό της βιβλία, θα γέμιζε τον τόπο με δαύτα και μια μέρα θα 'βρισκε τον πρίγκιπά της, θα τα διάβαζαν μαζί, θα κατέβαιναν στο χωριό παρέα και θα του 'δειχνε τον ήλιο που κείται στα νερά χλωμιάζοντας, θα συμφωνούσε εκείνος πως είναι το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου και θ΄αγκαλιάζονταν μαγεμένοι, συντροφευμένοι και γαλήνιοι.

-Και την ετοίμασε κρυφά τη βαλίτσα και πήγε στο λιμάνι. Ανατριχιάζοντας κι η ίδια με το κουράγιο που 'βρε να πάει κόντρα στη θέληση του πατέρα και της μάνας. Και θέλεις το πιστεύεις, θέλεις όχι, είχε τρικυμία μεγάλη και τον καράβι δεν έδεσε τον κάβο. Δεν έπιασε το καράβι... Ναι, που λες...
Κι είχανε βγάλει μια ιστορία οι ντόπιοι. Κάθε που άρμεγαν τις κατσίκες οι σύζυγοι στο πέρα περιβόλι, απάνω από τα βράχια της θάλασσας, κι η γυναίκα σταματούσε μια στιγμή, άφηνε τον μπότο σε μια άκρη και κοίταγε, λέει, θαμπωμένη από την ομορφιά τον ήλιο που έδυε. Και του φώναζε... "Έλα, άντρα μου, να δεις μια μαγεία...." Κι εκείνος, λέγαν οι χωριανοί, μήτε που γύρναε το κεφάλι...
"Από τότε που γεννήθηκα κάνει αυτή τη δουλειά, μια δύει και μια ανατέλλει..."  Εκείνη μόνη τον κοίταζε. Στην άκρη του περιβολιού ακίνητη. Μόνη... Ναι, που λες...

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

"Δικά σας συστήματα"

  Πήγε στη Μακρόνησο Γενάρη του '50 και έφυγε από κει Απρίλη του '53. Αυτοί οι μήνες οι ατέλειωτοι ήταν και η μοναδική περίοδος της ζωής του που έζησε μακριά από τον τόπο του.
Δεν ήταν κρατούμενος. Είχε τελειώσει πια η περίοδος των ηρωισμών. Φαντάρος ήταν. Αλλά με τη στάμπα του αριστερού. Στη σκηνή με άλλους είκοσι δύο. Γ' κατηγορίας. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχε δικαίωμα άδειας, δεν δικαιούνταν βεβαίωση ότι υπηρετεί στο στρατό και σιτιζόταν με υποβαθμισμένη τροφή π.χ. μακαρονάδα ως χυλός, όχι στραγγιστή. "Μακροβούτι για να βρεις το μακαρόνι", όπως χαρακτηριστικά λέει.
 Όσοι από τους μαγείρους είχαν κάνει εξόριστοι στο νησί τον συμπαθούσαν και του φυλούσαν κάτι ξεροκόμματα για να χορτάσει κάπως. Μετά από ένα χρόνο είχες δικαίωμα να κάνεις αίτηση για αλλαγή κατηγορίας. Πήγαινες στην Β' με δικαίωμα αδείας και βεβαίωσης και κατόπιν στην Α' με δικαίωμα να αλλάξεις στρατόπεδο και να επιστρέψεις στον πολιτισμό. Όλα αυτά αν είχες καλή διαγωγή. Μόνο που η καλή διαγωγή σήμαινε ρουφιανιές. Και ρουφιανιές δε γούσταρε. Ο Τριανταφύλλου, λογαγός από την Εύβοια, δε μπορούσε να το χωνέψει.
-Τι θα γίνει με σένα, ρε; Έτσι θα τη βγάλεις;
Είχε βαρεθεί να τον βλέπει. Τελευταίος να τελειώνει το φαγητό, τελευταίος να παρουσιαστεί  στο προσκλητήριο.
-Όλα τα 'κανα με το σισελέ μου. Αργά αργά δηλαδή. Το κουράγιο μου δεν το 'χασα στιγμή. Το 'χα πάρει απόφαση, βλέπεις.

-Τι θα γίνει, ρε; Όλοι φεύγουνε, δε βλέπεις μπρος σου; Σε βλέπουνε και οι καινούριοι και πάνε αργά αργά από πίσω σου, τ' αναθεματισμένα, και χαμογελούνε κιόλας. Πανάθεμά σας. Δε θα κάνεις, ρε, καμιά αίτηση, να σε ξεφορτωθούμε;
-Τι αίτηση; Δεν είχαμε τέτοια στο χωριό. Δεν ξέρω τίποτα και δε ζητάω και τίποτα. Αυτά είναι δικά σας συστήματα. Εμείς άλλα είχαμε. Με το σισελέ μας, με χαμόγελο κι αντάμα ο ένας με τον άλλο. Δε βιάζομαι για τίποτα.

-Με άφησαν στην ησυχία μου. Και πέρασαν κι οι μήνες και τα χρόνια. Ήρωας δεν έγινα, μα μήτε και ρουφιάνος. Κι αγάπησα τον τόπο αυτό, τον ξερότοπο, τον άγριο μη σου πω πως ακόμα χαμογελώ όταν τον φέρνω στο μυαλό μου.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Τα μάγια του καφέ



   Στις καφετέριες προτιμώ το νες. Το ίδιο και στο σπίτι στην Αθήνα. Μα στο νησί δε χαλάω την παρέα. Ελληνικός καφές πάντα. Στην αυλή συνήθως. Βάζουμε τα φλιτζανάκια στο τραπέζι κι η θεία με το τεράστιο μπρίκι που αχνίζει μας σερβίρει. Πίνουμε αργά αργά κουβεντιάζοντας τα νέα του χωριού, σπανίως της χώρας κι ακόμη πιο σπάνια τα προσωπικά μας. Τα τελευταία θα …αποκαλυφθούν έτσι κι αλλιώς στο τέλος. Όταν θα ‘ναι η ώρα για «τη μοίρα». Περιστρέφουμε με αργές κινήσεις το φλιτζάνι αδειάζοντας το σερμπέτι στο πιατάκι. Περιμένουμε ώσπου να στεγνώσει κουβεντιάζοντας ξανά. Μετά η θεία παίρνει ένα ένα τα αναποδογυρισμένα φλιτζάνια, παρατηρεί με προσοχή τα  καφετιά σχήματα που έχουν δημιουργηθεί και επιδεικνύει τη …μαντική της τέχνη. Οι άντρες συνήθως μας περιπαίζουν.

-Μην ξεχάσεις το «σταράτο», συμβουλεύει ο θείος τη γυναίκα του γελώντας. Και την «επιτυχία»…
Εκείνη κάνει πως θυμώνει.
-Να μην ανακατεύεσαι, τον μαλώνει και βάζει το δάχτυλο στα χείλη για να επικρατήσει η απαιτούμενη σιωπή που δίνει στη διαδικασία έναν κάπως επίσημο χαρακτήρα. Κανείς μας δεν έχει αγωνία. Χαλαρά περιμένουμε ν’ ακούσουμε το καθημερινό μας παραμύθι.
-Έχεις ένα μεγάλο Π. Ξέρεις κανέναν Πέτρο, Παύλο; Παναγιώτη; Όχι; Α, τότε θα ‘ναι πόρτα. Ναι, μια μεγάλη πόρτα. Επιτυχία. Πω πω… τεράστια! Τώρα, κοντά. Βλέπεις; Είναι πάνω πάνω, στο χείλος. Αν δε με πιστεύεις, δηλαδή… Θάλασσα δεν έχεις. Το σπίτι σου καθαρό. Αμάν! Ένας εχθρός, Παναγία μου, για δε τονε. Εδώ, εδώ πάνω… Πού πού να’χει ανάγκασμα! Κάτσε να ρίξουμε λίγο νερό. Ανακάτεψέ το ξανά. Ωραία. Καθάρισε. Όχι που θα τον αφήναμε… Ένα δώρο θα σου δώσουν. Βρε, τι ένα, πολλά πακέτα, να, κοντά στον πάτο. Θα περιμένεις λίγες μέρες. Κοίτα κι εδώ. Μια παρέα μεγάλη. Πού θα πας, μωρή; Σε καμιά πανήγυρη; Άχου, θα περάσεις ωραία... Να κι ένα σταράτο πρόσωπο! Τον βλέπεις; Εκείνος σε σκέφτεται από μακριά. Ωχ, γύρω του έχει έννοιες, σκοτούρες. Κοίτα τον κύκλο. Μα να, από δω ανοίγει. Θα φύγουνε γρήγορα και θα ησυχάσει. Όλα καλά! Ωραίο φλιτζάνι! Για να δω και το δικό σου, Μαρινάκι…
Όλοι εγκαταλείπουμε την αυλή χαμογελώντας. Οι εχθροί έχουν διαλυθεί με τις στάλες του νερού. Οι έννοιες έχουν χαθεί από το μικρό άνοιγμα του κύκλου από κατακάθι ελληνικού καφέ. Τόσο απλά. Όλο και κάποιο σταράτο πρόσωπο μας σκέφτεται. Όλο και μια μεγάλη παρέα μας περιμένει. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Κάπως έτσι ίσως να ζούμε και πιότερο, που λένε κι οι έρευνες. Δεν οφείλεται στο χαρμάνι. Είναι που φτιάχνουμε τη μοίρα μας όπως μας αρέσει… Με κουβέντα κι ονειροπολήματα.


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 28-3-2013)