Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Για να με θυμάσαι


 Γύρω μου άσπρα κάγκελα και ένα δυο πραγματάκια με έντονα χρώματα. Κόκκινο, πράσινο πορτοκαλί, σκόρπια εδώ κι εκεί καρτερούν να μεγαλώσω λίγο ακόμη και να τα πάρω στα χέρια μου να τα παίξω. Εγώ ίσα που αντέχω ν' αγκαλιάσω τα καλώδια που με συνδέουν με κάτι μηχανήματα πάνω από την κούνια. Αυτά είναι μαύρα μα έχουν κάτι κόκκινες και πράσινες γραμμούλες που αλλάζουν σχήμα κάθε δευτερόλεπτο. Κάνω να βήξω ή να λαχανιάσω κι εκείνα βρουπ! Ανεβοκατεβαίνουν, αλλάζουν τους αριθμούς στο πάνω μέρος, καμιά φορά φωνάζουν κιόλας και τότε έρχονται οι άνθρωποι από το διάδρομο και με πασπατεύουν. Κάνω τότε πως κλείνω τα μάτια μου για να τους τρομάξω πιότερο μα κείνοι δε χαμπαριάζουν, με γυρνούν στο πλάι, με καλοσκεπάζουν με τη ροζ κουβερτούλα και χάνονται ξανά.
 Πιο πολύ διασκεδάζω όταν έρχονται κάτι κυρίες που δε φορούν άσπρα μα πολύχρωμα ρούχα σαν τα άχρηστα παιχνίδια στο πλάι μου. Κάνουν πως μ' αγαπούν και φοβούνται στ' αλήθεια όταν οι γραμμούλες ανεβοκατεβαίνουν. Στεναχωριούνται κι όταν δεν πίνω αρκετό γάλα και μια μ' αφήνουν απογοητευμένες στο σεντόνι μια με αρπάζουν ξανά με αποφασιστικότητα και μου χαιδεύουν το στόμα μου με το ρόγα του μπιμπερό. Έχει πολύ πλάκα. Κλείνω τα χείλη μου με πείσμα κι όταν με παραζορίζουν ρουφώ λίγο γάλα και το αφήνω να τρέξει έξω από το στόμα. Παράλληλα κάνω πως λαχανιάζω και τις χαζεύω στο μισοσκόταδο πώς χλωμιάζουν και καρδιοχτυπούν. Μου θυμίζει ο χτύπος τους τη δική μου την καρδιά. Τις καταλαβαίνω. Κάνω τότε πως τις αγαπώ κι εγώ και ηρεμούμε. Καμιά φορά τους χαμογελώ λίγο στραβά σα να 'τανε η δική μου η μαμά.
Παίζουμε λίγο ακόμη τη μαμά και κόρη κι ύστερα φεύγουν.
 Μένω ξανά με την καρδιά μου, το μόνο μου καλό παιχνίδι... Θα την ανοίξουν σε δυο μέρες να βρουν το πρόβλημα. Η δική μου η μαμά τίποτα δεν ξέρει. Μ' άφησε για να μην ανησυχεί. Δε με παίζει... Κι εγώ δεν ξέρω τίποτα... Τι να σου κάνω; Έκθετο, σαράντα ημερών στον προχειρουργικό θάλαμο είμαι. Σου γράφω μόνο για να με θυμάσαι, καλή μου κυριούλα, εθελόντρια...
Να με παίζεις πού και πού...

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Κοντότα;



 Τα ένσημα του ΙΚΑ δεν αρκούν πια. Του ΤΕΒΕ κοστίζουν πολύ και αρκετοί από τους γνωστούς, κλείνουν απογοητευμένοι τα βιβλία τους. Οι εισφορές στον ΟΓΑ αυξάνονται. Οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων δεν είναι πια μόνο σενάριο. Τα ιατρικά κέντρα θα γίνουν κι αυτά ευκολοχώνευτη τροφή μια και μασήθηκε τόσο καιρό στα δόντια του τέρατος. Ας ελπίσουμε ότι θα περάσει το κακό, μα η αισιοδοξία αρχινά να καταντά αφέλεια καθώς το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης διογκώνεται μέρα με τη μέρα.

 Τα σκέφτομαι όλα τούτα κοιτάζοντας τα κιτάπια του παππού.
…ενεγράφην εις την  κοντότα του ιατρού Κ. Πουλιανού εις τας 9 Αυγούστου έτος 1921...

Ομολογώ ότι ιδέα δεν είχα τι σήμαινε η εγγραφή σε κοντότα. Την ανακαλύπτω στο υπέροχο ιστολόγιο του Σαραντάκου, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Αναφέρει: Η λέξη ετυμολογείται από το ιταλικό condotta (μίσθωση)(…) Κοντότα στα νεότερα χρόνια ήταν η συμφωνία ανάμεσα σε έναν επαγγελματία, συνήθως γιατρό, και στους κατοίκους ενός χωριού, κατά την οποία ο επαγγελματίας με εφάπαξ αμοιβή αναλάμβανε να παρέχει υπηρεσίες για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθως για ένα χρόνο.(…) Η κοντότα έφτασε και στον εικοστό αιώνα. Στο Διαδίκτυο βρίσκει κανείς ένα βιβλίο για τη Μαρία Μητσιάλη (1895-1981), που υπηρέτησε ως γιατρός στους Παξούς με το σύστημα της κοντότας από το 1924 έως το 1968. Έπαιρνε από κάθε οικογένεια μισή, μία ή δυο ξέστες (δεκαεξάκιλα) λάδι το χρόνο.

Φαντάζομαι ότι κι εμείς θα δίναμε λάδι, αμύγδαλα ή σταφίδες, αν και πιθανολογώ ότι θα πληρώναμε ένα εφάπαξ χρηματικό ποσό. Δεν είμαι σίγουρη για την αμοιβή, πάντως σε άλλο χαρτάκι, μισοσβησμένο, ανακάλυψα ότι οι γιατροί του νησιού έδιναν τουλάχιστον κάποιου τύπου απόδειξη…

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Η νύχτα κι αν με ζώνει...


...Κι απόμειναν (ετσιδά, αντίκρυ ο ένας στον άλλο) και κοιτάζουνταν με μια τρυφεράδα έξαλλη, σα να συναντιότανε, πρώτη φορά, μονάχοι οι δυο τους, στο δρόμο της ευτυχίας. Κι έκατσε κείνος μα δεν είχε το νου του για δουλειά. Κάτι τραγούδαε μέσα του. Κάτι τραγούδαε:

Τώρα η νύχτα κι αν με ζώνει, τρισκότεινη
καρτερώ τον ήλιο
καρτερώ, ταχιά, το φως.
Φως. Φως. Σε στεριές και σε θάλασσες.
Κι ούτε σύγνεφα, εκεί ψηλά,
ούτε αντάρτες, δω κάτου.

Ήτουν ένα τραγούδι που το τραγούδαε συχνά ο πατέρας του- όντας τράβαε κουπί, ή όντας άλιευε, νυχτιάτικα, με το πυροφάνι. Κι ακόμα τούτο:

Με δέρνουν όλοι οι καιροί
-όλοι οι καιροί-
ο πουνέντης και η τραμουντάνα.
Μα χαρά μου εμένα ενάντια
να πηγαίνω στους καιρούς
-ενάντια στο ρέμα.

Ναι. Ναι. Έτσι. Το θυμότουνε καλά ο Πασχάλης. Και τράβηξε τώρα νοερά μια μεγάλη παύλα (σαν τη φωτεινή γραμμή που χαράζει στο γαλάζιο του ουρανού κάποιο πεφταστέρι) και μουρμούρισε:
"Ενάντια στο ρέμα!"





Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Από άλλο κόσμο...


 

 Η γλυκύτατη κυριούλα κάθισε αργά στο πίσω κάθισμα, αφού τακτοποίησε τη φούστα με τρόπο που να μην είναι τσαλακωμένη στο έβγα και τοποθέτησε την τεράστια μαύρη τσάντα στα γόνατα. Γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο και ατένιζε τις ασχήμιες της πόλης με χαμόγελο, λες κι έβλεπε κάνα λιβάδι με αγελαδίτσες να βόσκουν και παιδάκια να κυλιούνται στο χορτάρι.
 Ο ταξιτζής είναι σίγουρο πως δεν είχε καμιά πρόσβαση στον κόσμο της, μα ούτε και στον πραγματικό μάλλον. Προφανώς τον απασχολούσαν τόσα που είχε ξεχάσει το GPS ανοιχτό για κάποιον προορισμό που αναζητούσε πριν από ώρες. Και να πεις ότι δεν τον ενοχλούσε; Κάθε δυο και τρεις έριχνε κι από ένα μπινελίκι στην κοριτσίστικη φωνή που επέμενε ότι έπρεπε να στρίψει αριστερά κι έπειτα έκανε επαναυπολογισμό διαδρομής και πάλι επέμενε να συνεχίσει ευθεία και ξανά και ξανά.
-Δε μας χέζεις κι εσύ... Βρε, άντε παράτα μας... Καλά, λέγε, λέγε...

Κι όσο δεν έκανε την απλή κίνηση να πατήσει το κουμπάκι ακριβώς πάνω από το τιμόνι εκείνη συνέχιζε με τον ίδιο απαλό τόνο στη φωνή.
-Στην επόμενη στοφή, στρίψτε δεξιά.... Στρίψτε δεξιά... Επαναυπολογισμός διαδρομής... Σε τριάντα μέτρα στρίψτε αριστερά... Στρίψτε αριστερά...

 Εκείνος πήγε ευθεία βρίζοντας και μουρμουρώντας, βρήκε την είσοδο του σπιτιού της κυριούλας με μεγάλη ευκολία, τον πλήρωσε, της έδωσε τα ρέστα και πριν κλείσει την πόρτα του λέει με μαμαδίστικο ύφος:
-Την κοπέλα σου να την προσέχεις σε παρακαλώ, είναι τόσο ευγενική και την πληγώνεις που δεν την ακούς. Μη βλέπεις που κάνει τόσο υπομονή η καημενούλα, άνθρωπος είναι κι αυτή και κάποια φορά θα ξεσπάσει...

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ώρα για αντοχή

Καλώδια υψηλής αντοχής
Ενώ όλα βρίσκονται σε τέλεια σειρά, εσύ με τις αταξίες... Όπως τότε. Μαθήτρια.
Συνέπεια κι υπακοή και ξαφνικά το  θορυβώδες "όχι", η έκπληξη των καθηγητών,  το απρόσμενο σβήσιμο του πίνακα, η δύναμη που σου χάριζε ο σπόγγος, το tabula rasa που σε γοήτευε, το "πάμε πάλι απ' την αρχή" κι άλλα τέτοια ανόητα...
Κοιτάς με κατάπληξη το δεξί σου χέρι... Δυνατό, όπως τότε, αλλά ασυγκράτητο. Χτίζει, λύνει, επινοεί και γκρεμίζει και λαθαίνει με την ίδια ταχύτητα.

"Αλλάζεις το τοπίο όταν έρχεσαι" σου 'λεγε κάποτε ο πατέρας σου κι εσύ αγάπησες τις αλλαγές.
"Πάρε τη ζωή σου στα χέρια σου" σου 'λεγε κάποτε ο καλύτερος σου φίλος κι εσύ καμώθηκες να την πάρεις.
"Πίστεψε" σου 'λεγε μια παιδική σου φίλη. "Πίστεψε, κι όλα θα έρθουν όπως θες εσύ".  Κι εσύ πίστεψες.
"Αγάπησε βαθιά" σου ΄λεγε η ψυχούλα σου. Κι εσύ την άκουσες.

Κι ο πατέρας σε κοιτά έκπληκτος μαζεύοντας τα σκόρπια αντικείμενα που δεν ταίριασαν καλά στο καινούριο τοπίο που έφτιαξες.
Κι ο φίλος σου έχει χαθεί από χρόνια, χουχουλιασμένος στους συμβιβασμούς του...
Κι η Μαίρη πιστεύει πια πως πρέπει ν' αφήνεσαι στη μοίρα...
Κι η ψυχή σου αγαπά ακόμη.

Κι ο χρόνος ακολουθεί... Τη σειρά του. Μέρα με τη μέρα. Ετοιμάζει με φροντίδα και υπομονή  την τιμωρία που σου αξίζει...
Ρομαντική μου, καημενούλα φιλενάδα...  Ασυλλόγιστη...
"Άντεξε τώρα".  Για να σε δω...


Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Στο χαιρέτιο



φωτό από εδώ
   
Δε χαιρετάμε απλά. Γυρνάμε τα σπίτια το βράδυ της γιορτής του αγίου Βασιλείου, λέμε τα κάλαντα, τρώμε και πίνουμε ως το πρωί. Καμιά φορά και ως το μεσημέρι της επομένης καθώς τα σπίτια είναι πολλά κι αν δεν πας σε όλα θα παρεξηγηθούν. Τη μέρα οι νοικοκυρές ετοιμάζουν μεζεδάκια, χοιρινό, κεφτεδάκια, μανίτες, σαλάτες, βολβούς, χορτόπιτες. Κατά τις εννιά βάζουν τα καλά τους τραπεζομάντηλα, τα καλά τους σερβίτσια, το κρασί στην κανάτα και περιμένουν. Όλη τη νύχτα. Παρέες με μικρά παιδιά, παρέες με εφήβους, με μεσήλικες, με γέροντες, άλλες ανάκατες. Το σύνθημα είναι το αναμμένο φως έξω από το σπίτι. Τα σπίτια που έχουν πένθος δεν ανάβουν φώτα. Φέτος είχε πολλά τέτοια, παρά τις φήμες για τη μακροζωία των Ικαριωτών. Έτσι κάτσαμε στο τζάκι και διηγούμασταν ιστορίες αστείες από περασμένα χαιρέτια.

«Μετά την πολύωρη πρέφα στο καφενείο του ο Δημητρός έπεσε κατά τις δώδεκα πτώμα στο κρεβάτι.
Την ώρα που τον παίρνει ο ύπνος ακούει το Θεοχάρη με την παρέα του και τα όργανα να λένε τα κάλαντα απ’ όξω και να φωνάζουνε…
-Τοίμασέ τον Γιωργία, τοίμασέ τονε…
Τους ακούει κι ανοίγει τα μισόκλειστα βλέφαρα.
-Ζούπα με γυναίκα, ζούπα με, να βουλιάξω στο κρεβάτι να χαθώ να μη μ’ έβρουνε…
Τον ήβρανε. Τον ‘τοιμάσανε.. Γυρνάγανε τα σπίτια ως την άλλη μέρα το μεσημέρι…»

«Ξενοχωρίτης στην πορεία προς το Γέροντος κατά τις πέντε το πρωί… Η ανηφόρα ατέλειωτη. Τα κουράγια λιγοστεύουν. Με τόσο κρασί και χορό και τραγούδι δεν μπορεί ούτε ανάσα να βγάλει. Έχουνε «χαιρετήσει» ήδη σε καμιά τριανταριά σπίτια. Έχουνε μείνει άλλα τόσα… Πιάνει τον έναν από το μπράτσο και τον απομονώνει από τους άλλους. Είναι ολοφάνερο ότι βρίσκεται σε απόγνωση.
-Αντώνη, φυγάδευσέ με, σε παρακαλώ, πες κάτι, δείξε μου ένα δρόμο να φύω κι εγώ α γίνω μια κάπνα. Μόνο να μου πεις από πού α κάμω…»

«Μπουζούκι και κιθάρα. Και χορωδία. Ετοιμάζονται για τη γύρα. Ανήμερα του αι-Βασίλη. Ένα μέλος της παρέας άμουσο εντελώς. Από τ’ απέσω….
-Λευτέρη, εδώ τον αι -Βασίλη τον ξεκινάμε με ρε, του λέει ο κιθαρίστας για να τον βάλει στο πνεύμα.
Κι ο Λευτέρης, μόλις μπήκαν στο πρώτο σπίτι όξω φωνή:
-Ρε Άγιος Βασίλης έρχεται, ρε και δε μας καταδέχεται, ρεεεεε από την Καισαρεία, ρε σεις αρχο, σεις αρχόντισσα κυρία…»

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Πού καιρός....

     

Ο ξάδερφός μου πάει κι έρχεται με νευρικό βηματισμό από την πόρτα ως το παράθυρο και τούμπαλιν. Φτιάχνει σπίτι στο χωριό... Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τα νεύρα ανθρώπου. Άμα περιμένεις και την επόμενη δόση από το δάνειο, άστα...
-Έπρεπε να 'χει τελειώσει το χοντρό χέρι ο σοβατζής από μέρες, να περάσει ο ηλεκτρολόγος για τα καλώδια και μετά από μια βδομάδα, υπολόγιζα, να τελειώναμε. Να περάσουνε για τον έλεγχο, να ξελασπώσουμε... Με παίρνει ο ηλεκτρολόγος και μου λέει ότι δεν έχει κάμει ούτε το μισό. Τον παίρνω. Το σηκώνει μετά από εννιά κλήσεις.
-Έλα, μου λέει, τι νέα;
-Εγώ τι νέα; Δεν το τέλειωσες ακόμα; Πέρασε ο ηλεκτρολόγος κι έφυγε.
-Έλεγα πως θα τέλειωνα σήμερα, αλλά άκουσες για τον καιρό;
-Άστα αυτά κι έμαθα. Είναι χαρά Θεού. Λάμπει ο ήλιος μέρες.
-Ε, αυτό σου λέω κι εγώ. Καιρός για ψάρεμα. Πήρα τη βάρκα κι έμεινα μέσα ίσαμε τ' απόγευμα. Πού να τον ξανάβρεις τέτοιον καιρό; Έπιασα κάτι μελανούρια και κάτι....
Κάνω υπομονή.

Περνάει βδομάδα και...
Με ξαναπαίρνει ο ηλεκτρολόγος. Τίποτα. Εφτά κλήσεις...
-Έλα, τι νέα;
-Να σου πω... με δουλεύεις;
-Όχι, βρε, α πάω...
-Και μη μου πεις για τον καιρό πάλι, γιατί ρώτησα. Ρίχτει από νωρίς και κάνει ψόφο.
-Αύτο δα θα 'λεγα... Κρασόκαιρος... Είμαστε τώρα μες το τζάκι. Είναι οι μέρες, που λένε, για φίλους. Ήρτε κι ο Γιώργης... και ο... κι η... βάλαμε και μια συκωταριά... και... και...
Μου λεγε κάμποσα. Δεν άκουγα. Έψαχνα να βρω τοίχο να χτυπήσω το κεφάλι μου. Άμα βρει καιρό για σοβάτισμα, γράψε μου...

Καιρός για φίλους. Καλές γιορτές!


Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Ο κόκορας


φωτό από εδώ

 Απίθανα χρυσές φτερούγες που έλαμπαν στον ήλιο κι ύφος περήφανο. Περπατούσε καμαρωτός ανάμεσα στις πουλάδες με λειρί κατακόκκινο. Περίμενε να φάνε πρώτα αυτές κι έπειτα έριχνε ένα βλέμμα τριγύρω, επιβεβαίωνε πως ήταν μόνος και μόνο τότε τολμούσε να ρίξει μια κουκουνιά στο κομμάτι από την κολοκύθα που είχε απομείνει.
 Εκείνη τους το κέρασε. Πήγε στον κήπο, μικρό κοριτσάκι πέντε ή έξι, και το 'φερε, το 'κοψε λωρίδες χοντρές για να διευκολύνει τα ζωντανά- τότε τα μικρά μπορούσαν ελεύθερα να χρησιμοποιούν μαχαίρια ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα- τους το 'ριξε μες το κοτέτσι κι ύστερα χάζευε πάνω απ' το σύρμα τη συμπεριφορά τους. Να περάσει η ώρα.
Το γεύμα τέλειωσε, ο ήλιος έπιασε να γέρνει προς την πλαγιά...
-Να τους ανοίξω; ρώτησε τη μάνα της που έπλενε στην κάτω αυλή.
-Άνοιξε, να κάμουνε μια βόλτα πριν μπούνε για ύπνο. Άνοιξε.
 Τραβά το σύρτη, δίνει μια ώθηση στην ξύλινη πορτούλα και χαμογελά με την ομαδική φυγή προς την ελευθερία. Οι πουλάδες ξεχύνονται με γέλια κακαριστά. Άλλες προς την κουντουριδιά, άλλες κάτω από το πατητήρι, άλλες στη συκαμινιά για να πάρουν το γλυκάκι τους.
 Ο χρυσός βασιλιάς τους βγαίνει τελευταίος. Περπατησιά όλο σιγουριά και βλέμμα μοχθηρό. Ηγέτης αληθινός. Η μικρούλα έχει σταθεί τώρα κάτω από την αγγελική και τον χαζεύει. Τον θαυμάζει ίσως. Για λίγο της περνά από το μυαλό πως τον αγαπά. Για πολύ λίγο.
Τον βλέπει πως κατευθύνεται προς το μέρος της αργά, αποφασιστικά. Κάνει ασυναίσθητα δυο βήματα πίσω. Αγγίζουν τα ποδαράκια της το τοιχαλάκι της πεζούλας. Αν κάνει ένα βήμα ακόμη θα πέσει στο κενό. Την πλησιάζει κι άλλο. Απότομα ανοίγει τις φτερούγες του, κάνουν ένα βουητό πρωτοφανές, ανατριχιαστικό. Προσγειώνεται στο κεφαλάκι της. Η μικρή βάζει τις φωνές. Εκείνος αρχίζει να της χτυπά με τα φτερά το πρόσωπο. Δυνατά χαστούκια. Τα μάγουλά της κοκκινίζουν. Δεν μπορεί ν' αντιδράσει. Μένει ακίνητη και κλαίει. Εκείνος παίρνει κι άλλη δύναμη και με το ράμφος του της καταφέρνει απανωτές τσιμπιές στο μέτωπο. Την σώζει η μάνα της μ' ένα κλαδί. Την παίρνει ράκος, μια σταλίτσα θυματάκι, την πάει μες το σπίτι αγκαλιά.
 Δε συνήλθε ποτέ. Ούτε κι όταν είδε τις φτερούγες με σάλτσα κόκκινη και τη δύναμη ως λίπος πια ανάμεσα σε κόκκους ρυζιού. Έμεινε αδύναμη. Έχει εμμονή να ψάχνει το "γιατί". Τα χάνει πάντα όταν δεν βρίσκει την απάντηση. Ωστόσο συνεχίζει ν' ανοίγει τις πορτούλες...


Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Ώμος, παλάμη κι ένα τσαφ!

 

Στο πανηγύρι του Χριστού.
-Χορεύουμε;
-Μπα, δεν έχω όρεξη τώρα…

Κάθισε λίγο πιο κει με σκυμμένο κεφάλι. Περασμένης ηλικίας μα ετοιμοπόλεμος.
Ξημέρωνε. Οι άλλοι ξενύχτηδες έπαιρναν δυο δυο τη θέση τους στην πίστα.
Τάρα ταρά τατατάμ… τάρα ταρά τατατάμ…
Μόνοι οι δυο μας σαν αναπληρωματικοί στον πάγκο. Πιάναμε τα πλαστικά ποτηράκια και αντλούσαμε ζωή οίνου ζαλισμένη παρέα με ρουφηξιές καπνού. Κοιτώντας μια προς την πίστα και μια προς το βουνό που είχε αρχίσει να λούζεται με τις πρώτες ακτίνες.
Αλλά κράτησε πολύ το τραγούδι. Δεν άντεξε τη σιωπή παραπάνω. Με πλησίασε.
-Και γιατί, παρακαλώ, δεν ήθελες να χορέψουμε;
«Γιατί δε σε ξέρω, δε με ξέρεις κι έχεις και θολό βλέμμα από νωρίς» πήγα να του απαντήσω, αλλά κρατήθηκα.
-Δεν είχα όρεξη εκείνη τη στιγμή. Δεν ήθελα να σε προσβάλω, απάντησα.
-Δεκτόν, είπε με σιγουριά. Κατανοώ απολύτως. Και τι είναι ο χορός; Ένα τσαφ! Μια έμπνευση που σου ‘ρχεται κείνη δα τη στιγμή που ακούς την πρώτη νότα. Ή όχι. Κι άμα δε σου ‘ρχεται, πιο καλά είναι να κάτσεις στο πάγκο από το να χορεύεις με το ζόρι.
Ήξερα ότι Καριώτης που κάθεται άπραγος θα φιλοσοφήσει στο πεντάλεπτο, αλλά μετά από τόσο κρασί φαντάστηκα πως θα λέει ασυναρτησίες. Ή μήπως όχι; Γιατί τα φέρνω στο μυαλό μου τα λόγια του πολλές φορές.
-Έτσι, που λες... Κάτι που αστράφτει στο μυαλό σου, μια λάμψη, εμπνέεσαι τότες και δε σε νοιάζει τίποτα. Ούτε με ποιον είσαι ούτε τι είσαι. Ακουμπάς σ’ έναν ώμο ανθρώπου και βουτάς και μια παλάμη, θες γεροντίστικη, θες νεαρού, παιδιού, κοριτσιού, αγοριού, σημασία δεν έχει, μόνο έναν ώμο κι ένα χέρι ανθρώπου και πας και στροβιλίζεσαι στην πίστα κι ο κόσμος όλος χάνεται κι εσύ νιώθεις πως πετάς κι ούτε να τελειώσει θέλεις ούτε και ν’ αρχίσει τίποτα. Είσαι κείνη την ώρα ευτυχισμένος. Αλλά άμα δε νιώσεις κείνο το τσαφ, κείνη την έμπνευση, που λέμε, το φως, πώς να στο πω, καλύτερα να κάτσεις στ’ αυγά σου. Και καλά ήκαμες και μου το ‘πες, γιατί χαμένα θα πηαίνανε τα βήματα…

Δημοσιεύτηκε στο ikariamag 10-12-12

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Α περάσει...


φωτό από εδώ
   
 Το ασθενοφόρο με τις σειρήνες να ουρλιάζουν πέρασε την είσοδο του "Σωτηρία", άνοιξε η πίσω πόρτα και έβγαλαν το φορείο με την καημένη την κυρα-Λευτερία σε άθλια κατάσταση.
Έτερος Καριώτης που παρευρισκόταν στο σκηνικό έτρεξε να δει τι γίνεται, μιας και τα πρόσωπα του φαινόταν κάπως γνωστά. Αφού συστήθηκαν, άρχισε τις ερωτήσεις.
-Και τι έπαθε η γυναίκα; ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον.
-Ξέρω 'γω; Πόνοι στο στήθος και στην πλάτη, δύσπνοια φοβερή και πίεση.
-Πολλή πίεση;
-Πολλή... απάντησε ο γαμπρός της γυναίκας σκεφτικός και με ζωγραφισμένη την ανησυχία στο πρόσωπο. Δίπλα η κόρη της ασθενούς, έτοιμη να λιποθυμήσει από την αγωνία.
-Δυνατός πόνος;
-Δυνατός. Δεν την άκουσες; Ουρλιάζει η γυναίκα.
-Και στην πλάτη και στο στήθος;
-Ναι, αυτό μ' ανησύχησε πιότερο.
-Και δύσπνοια;
-Ναι... Και δύσπνοια...
-Ίωση θα 'ναι, του λέει με σιγουριά. Μη στενοχωριέστε. Α περάσει...
Έπειτα τους χτύπησε την πλάτη με συμπάθεια και προχώρησε προς το προαύλιο.

-Κατάλαβες; μου λέει όλο αγανάκτηση η φιλενάδα μου. Να 'χω τη μάνα μου σε κρίση, να μην ξέρω αν έχει πάθει έμφραγμα, αν θα ζήσει και πόσο και να 'χω και τον παλαβό να μου λέει πως είναι ίωση και πως α περάσει...
Μόλις είχα ξυπνήσει κι είχα μια καθαρότητα στη σκέψη. Μπορεί και αφέλεια.
-Πέρασε;
-Πέρασε, αλλά πήγα να τρελαθώ...
-Έτσι θα περάσουμε τις κρίσεις, καλή μου. Και καλά ίωση. Χτύπημα στην πλάτη και αισιοδοξία. Κι εκείνο το "α περάσει..." κράτα το. Ίσως το πίστευε. Κι ίσως και να γίνεται, άμα το πιστεύεις.