Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αυτοί παιδί μου δεν

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ' Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν-κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν' απαιτούν
περισσότεραπερισσότεραπερισσότερα περί...
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Από τη νέα ποιητική συλλογή του Μιχάλη Γκανά "Άψινθος" από τις εκδόσεις Μελάνι

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Ημίφως


φωτό από εδώ

Η θολούρα στα μάτια τής δημιουργούσε μια παράξενη αίσθηση αβεβαιότητας. Ήρθε στην Αθήνα αποφασισμένη να βγάλει τη σκιά, τον καταρράκτη, όπως λένε, να δει ξεκάθαρα όπως πριν. Ο γιατρός από το νησί. Κεφάτος, έτοιμος για διηγήσεις ευτράπελες.
-Αλλά δε θα με μαλώσεις μετά, της λέει με χαμόγελο.
-Και γιατί να σε μαλώσω; Καλά δε θα βλέπω;
-Καλά, μα αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ένας ξάδερφος του πατέρα μου ήρθε πριν λίγο καιρό αποφασισμένος. Έκαμα την επέμβαση κι όλα ήρθαν στο φως. Πάει στο νησί, βλέπει τη γυναίκα του και με παίρνει τηλέφωνο μες τα νεύρα. "Τι μου 'καμες, τι μου 'καμες... Βρε εγώ είχα μια γυναίκα κούκλα κι ήρθα και την ήβρα μες τη ρυτίδα. Πανάγκασμά σε..."

 Θυμήθηκα το θειο μου. Χρόνια με καταρράκτη. Στο μεταξύ  είχε γεμίσει το πρόσωπο με ευρυαγγείες. Γυρνά από το νοσοκομείο, πάει στο μπάνιο και βγαίνει έξω μισολιπόθυμος.
-Φωνάξτε ασθενοφόρο... Παθαίνω εγκεφαλικό! Τώρα!
-Βρε, μια χαρά είσαι. Τι νιώθεις;
-Τίποτα, μα για δες τη μούρη μου... Κατακοκκίνισε απότομα.
Είδαμε και πάθαμε να τον συνεφέρουμε και να του εξηγήσουμε πως το πρόσωπο είναι κόκκινο εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια.

 -Δε φτάνει να θες το φως, συνεχίζει ο γιατρός κουνώντας το κεφάλι, πρέπει και να τ' αντέξεις. Συνηθίζουμε οι άνθρωποι στο ημίφως.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ένας ήρωας παιδικός

Τον βάφτισαν Γιάννη, μα όλοι τον αποκαλούσαν με το υποκοριστικό του επιθέτου. Μας άρεσαν πάντα τα υποκοριστικά στο χωριό για κάποιο άγνωστο λόγο. Το 'χουμε ξαναπεί. Τον αποκαλούσαν, λοιπόν, "το Παριαράκι" και τον συμπαθούσαν όλοι κι ας ήταν πάντα σοβαρός και λιγομίλητος. Κάπως αποτραβηγμένος από τους άλλους. Ζούσε άλλες ώρες. Ερχόταν στο χωριό μετά τα μεσάνυχτα  ή κάποιες φορές, αφού ξημέρωνε. Δεν ανακατευόταν στους καθημερινούς μικροτσακωμούς των χωριανών αλλά μήτε στα γλέντια και στις χαρές. Ο πατέρας μου όμως τον θυμάται στα νιάτα του γλεντζέ, κεφάτο κι αγωνιστή. Όποτε μου μιλάει για τα "χαμένα χρόνια", εκείνα του εμφυλίου, μου αναφέρει και το Παριαράκι.  «Εκρύβαμε στα κοφίνια των μουλαριών τρόφιμα κι εμπιστευτικές επιστολές για τους αντάρτες που κρύβονταν στο βουνό. Μια φορά μας εμπιστεύτηκαν και τον ασύρματο. Αμούστακα παιδιά. Ε, ρε και να μας τσάκωναν… Θα μας τουφέκιζαν στο λεπτό. Μα δε φοβόμασταν καθόλου, τον αψηφούν οι νέοι τον κίνδυνο, βλέπεις… Ε, όχι κι όλοι, μα εμείς οι δυο ήμασταν έτοιμοι πάντα για όλες τις αποστολές.»
«Ποιοι, μπαμπά;»
«Ε, ποιοι… Εγώ και το Παριαράκι. Ητόλμαε άλλος;»

 Φυλάω με προσοχή περίσσια τη φωτογραφία από το πανηγύρι της Ακαμάτρας, Δεκαπενταύγουστος του '46 του '47, θα σας γελάσω. Τα Γιαννάκια, ο Μιχαλιός, το Βασιλάκι κι η Λαμπία. Ο πατέρας μου με το μαλλί αφάνα κι οι άλλοι με μια φλόγα στα μάτια, με άσπρα πουκάμισα οι νεαροί, με φόρεμα κουμπωμένο ως το λαιμό η  κοπελιά. Συχωρεμένοι πια οι περισσότεροι.
 Το Παριαράκι ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Βλέμμα μυστηριώδες και φυσιογνωμία που δεν ξεχνάς εύκολα.
 Με τον πατέρα μου χωρίστηκαν νωρίς. Ο ένας με την ανανέωση, ο άλλος πιστός στα παλιά. Ένα «καλημέρα» κι ένα «καλησπέρα». Εμένα με συμπάθαγε πιότερο. Το καταλάβαινα όποτε τον συναντούσα.
 Παράξενο. Δε θυμάμαι καμιά άλλη συνάντηση παρά μόνο εκείνες που εγώ κατέβαινα ή ανέβαινα το μονοπάτι τότε, τον αμαξωτό αργότερα, στο ίδιο πάντα σημείο. Στη βρύση. Εκείνος γέμιζε νερό ένα βαρέλι που ‘χε κόψει στα δυο και πότιζε τα μουλάρια του. Έξω από το σπίτι. Εγώ φορτωμένη με ζαρζαβατικά από τον κήπο ή ανάλαφρη για βόλτα και κουβεντούλα σιγοτραγουδώντας.
-Βρε, καλώς το … Για πού το ‘βαλες;
 Με κοίταγε στα μάτια και μου χαμογελούσε πάντα. Όσο κι αν ήταν κατάκοπος απ΄ τα χιλιόμετρα που διένυε κάθε μέρα κουβαλώντας διάφορα απ’ το ‘να χωριό στο  άλλο, απ’ τον αμαξωτό στο απομακρυσμένο σπίτι και πάει λέγοντας. Αγωγιάτης. Στα παιδικά μου μάτια όμως, ήρωας.
 Γιατί; Όχι για τον ασύρματο... Για τον πιο περίεργο λόγο που θα μπορούσατε να φανταστείτε.  Ήταν αυτός η παρηγόρια μου στα παιδικά μου χρόνια. Κάθε κουβέντα που γίνονταν στο σπίτι ή στην πλατεία κατέληγε πάντα στις καλομοίρες, τα φαντάσματα των Ικαριωτών.
 Φοβόμασταν πριν κοιμηθούμε. Τρέμαμε τις καλομοίρες. Κι ας ήτονε καλές, όπως έλεγαν, και δεν έβλαφταν κανένα. Κι η μάνα μου, για να μας δώσει κουράγιο, ψιθύριζε: «Βρε, μην ακούτε, δεν υπάρχουν. Για ρώτα και το Παριαράκι που ‘χει γυρίσει όλες τις ράχες και τα βουνά και μεσάνυχτα και ξημέρωμα… Για ρώτα το, είδε ποτέ; Ε, δεν είδε…»
Την πίστευα τη μάνα μου και δεν τον ρώτησα ποτέ.

 Η βρύση δεν υπάρχει πια. Το Παριαράκι έφυγε, τα μουλάρια πουλήθηκαν, η πλατεία άδειασε. Οι μύθοι και οι ψίθυροι κόπασαν. 
 Όταν περνώ από το μέρος εκείνο, όπου τον συναντούσα, προτιμώ να φαντάζομαι διαλόγους...
«Είδες ποτέ σου καλομοίρες; Υπάρχουνε;»
Μόνο που τώρα θα 'θελα να πει πως: «Ναι, υπάρχουνε στ’ αλήθεια! Τις είδα χτες το σούρουπο...»
Μπας έρθουν και μου κάνουν συντροφιά μες τη σιωπή που απλώθηκε τριγύρω...



Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Η χαρουπιά μου κι ο κρυμμένος θησαυρός



φωτό από εδώ

 Έκανε έναν ίσκιο ωραιότατο στην αυλή, μα ήτονε κακός ίσκιος... Βαρύς, λέγανε οι παλιοί, σαν αυτόν της συκιάς, κοιμάσαι από κάτω και βλέπεις παράξενα όνειρα. Στην πεζούλα, λοιπόν, που βρισκόταν ακριβώς κάτω απ' αυτόν τον ίσκιο, στρωμένη πάντα με κουρελούδες για ν΄ αποσκιάζουν οι περαστικοί, δεν τολμούσε κανείς να κλείσει τα μάτια. Αμέσως έκανε την αιφνιδιαστική επέμβαση η μάνα ή η γιαγιά και τον σκουντούσε. "Σήκω, θα σε πλακώσει ο ίσκιος της! Άμε κάτω από τον πλάτανο στην πλατεία ή στην πεζούλα της εκκλησιάς..." Εμείς, τα παιδιά, ξαπλώναμε ανάσκελα τα δύσκολα μεσημέρια τ' Αυγούστου και του Ιούλη κάτω απ' τον κακό αλλά παχύ ίσκιο και σιωπούσαμε μέσα στην αγωνία μας... "Μην κλείσουν τα μάτια και μας πλακώσει", αυτό σκεφτόμασταν μονάχα.
  Άσε το χειρότερο, την ώρα που δέναν οι καρποί κι έπαιρναν εκείνο το σκούρο χρώμα κι έπρεπε ν' ανέβει απάνω στο δέντρο ο πατέρας και να τινάζει κι από κάτω εμείς να μαζεύουμε τα χαρούπια, που συνήθως μας κοπανούσαν στο κεφάλι, και δωσ' του να γεμίζουμε τα κοφίνια και δωσ' του να τα κουβαλάμε στο στάβλο... Να 'χουνε, λέει, οι κατσίκες τροφή για το χειμώνα. Και σιγά μη μας ένοιαζε. 
  Άσε τ΄ άλλο... Στην κατοχή, λέγανε οι παλιότεροι, μέχρι και χαρούπια τρώγανε οι άνθρωποι για να σωθούν από την πείνα. Τους φανταζόμουν κάπως σταβλισμένους με ανοιχτό το στόμα, κακόμοιρους. Χαρούπια και λούπινα. Χριστούλη μου....

  Άσχημες αναμνήσεις από τη χαρουπιά μου στην αυλή. Μόνο η κουφάλα του κορμού της, όπου κρύβαμε τα μυστικά μας, λογιώ λογιώ, γράμματα ερωτικά, παιχνίδια που δε θέλαμε να βουτήξουν τ' άλλα παιδιά, μυστικά εργαλεία τάχα για την εύρεση χαμένων θησαυρών κι άλλα διάφορα, έδινε στη χαρουπιά μου μια κάποια αξία.

 Μα ήρθε με τα χρόνια η καταξίωση.

 Χαρουπιά ή ξυλοκερατιά, διαβάζω, δέντρο που αντέχει σε αντίξοες συνθήκες χωρίς ανθρώπινη φροντίδα, δέντρο που απορροφά καυσαέριο, που ζει εκατοντάδες χρόνια. Από τους καρπούς του φτιάχνουν μέλι, φτιάχνουν σιρόπι κι άλευρο που αντικαθιστά τη σοκολάτα, που έχει πολύτιμες για τον οργανισμό βιταμίνες, που καταπολεμά το βήχα, τις αϋπνίες και το άγχος, πολύτιμος ο κορμός για την κατασκευή επίπλων, πολύτιμοι οι σπόροι για την μέτρηση πολύτιμων λίθων -μια και έχουν πάντα σταθερό βάρος, εξ ου και το καράτι του χρυσού, από το αρχαίο "κεράτιο" λένε κάποιοι, από το αραβικό "κιράτι", που θα πει σπόρος, λένε άλλοι-  πολύτιμοι και ως μοναδικό  βιομηχανικό προϊόν. Πολύτιμα τα φύλλα και ο φλοιός στην βυρσοδεψία και τη βαφική. Κι άκου να δεις... Σε πολλά μέρη, κυρίως στη Κρήτη, φτιάχνουν εξαιρετικά προϊόντα που τα εξάγουν κι η καλλιέργειά της επιδοτείται, λέει, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Κύπρο, πάλι, τα χαρούπια είναι ο "μαύρος χρυσός"!
 Έλα, Παναγία μου...

 Στέκω και την κοιτώ φυτεμένη σε πάρκα και πλατείες της πρωτεύουσας. Λίγοι ξέρουν τ' όνομά της. Στέκω και την κοιτώ άναυδη από την ανοησία μου, από την ανοησία μας. Που λογαριάζαμε ευτελή τόσα πολύτιμα.

 Πάω στο νησί και μαλώνω τον πατέρα μου για το αυστηρό κλάδεμα, Χαϊδεύω τα φύλλα που απέμειναν. Στη νέα κατοχή, άκουσον άκουσον, η χαρουπιά μου μού δίνει μια τόση δα ελπιδούλα αξιοποίησης.

 Πάντως από κάτω δεν θα κοιμηθώ. Μου 'μεινε το βάρος των προκαταλήψεων....




Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.


Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Ριπές συμμάχων


Rare Photos & Video of The Destroyed Berlin in 1945 | incid hist
Φωτό από εδώ
 Τους περίμεναν ως σωτήρες. Τους συμμάχους. Θα τους βομβαρδίσουν, λέει, θα τους κάμουν στάχτη. Τους αθεόφοβους τους ναζιστές, τα σκουπίδια του κόσμου. Όλα είχαν πάει κατ' ευχήν.
 Μόνο η δικιά της μοίρα είχε πάρει το στραβό δρόμο. Κάτι ξέφυγε... Ποιος ξέρει ποιο να ΄ταν το πρώτο; Ο χαμός της μάνας; Η δύσκολη μητριά; Το καράβι που έφευγε με υποσχέσεις για τον Πειραιά; Ο άδικος χαμός του αγαπημένου αδερφού που έφυγε με φυματίωση ραγδαίας εξέλιξης; Η απόγνωση; Η πείνα; Οι φιλενάδες από το δίπλα χωριό που της έταξαν δουλειά και φαγητό με τις νέες θέσεις εργασίας που προκηρύσσονταν;
 Δεν έχει χρόνο να σκεφτεί καθαρά. Σκύβει κάτω από τον πάγκο εργασίας. Οι σύμμαχοι βομβαρδίζουν ανελέητα το Βερολίνο. Κανείς δεν τους είπε ότι εκείνη, μια Ελληνίδα νησιωτοπούλα αθώα, είχε πάει πριν δυο μήνες εργάτρια σε εργοστάσιο της πόλης. Κανείς δεν τους είπε ότι ο πατέρας της την περίμενε με λαχτάρα να γυρίσει ζωντανή στο χωριό. Κανείς δεν τους είπε πόση χαρά έδινε στους φίλους με το γάργαρο γέλιο της και τη μοναδική φωνή της που ξεσήκωνε και τις πέτρες.
Την πήρε και τη σήκωσε. Τη διέλυσε όλη εκείνος ο βομβαρδισμός που περίμενε με τόση λαχτάρα. Και μες τη χαρά της, ξεκόλλησε το κεφάλι, τα πλευρά, διέλυσε το παγωμένο χαμόγελο στα όμορφα χείλη. 

 Εξηνταεφτά χρόνια μετά μια ανιψιά ψάχνει να τη βρει μάταια στους καταλόγους των θυμάτων,  καταγεγραμμένα ονόματα σε κάτι μαγικές οθονίτσες που θολώνουν τα μάτια, άφαντη, ούτε καν μια θεσούλα ανάμεσά τους...
 Μια ύπαρξη ολότελα χαμένη από ριπές συμμάχων. Για την ελευθερία, για τη δημοκρατία, για την ειρήνη.
-Χαλάλι, είπε, ξεψυχώντας. Αρκεί που θα 'μαστε ξανά όπως πριν. Ασφαλείς. Δεν πειράζει που θα λείπω.

 Πειράζει, θεια μου...  Κανένα στεφάνι, καμιά αποζημίωση δε μπορεί ν' απαλύνει χαμό ανθρώπου. Κι ας κουβαλά την πιο βαριά μοίρα. Ακόμη μας ζώνουν οι ριπές, θεια... Συμμάχων και φασιστών.
 Παράπλευρες απώλειες γίναμε όλοι, θεια...

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Μια τρελή λαμπέλα

Κατσίκια στα Τηρίματα, ρασκά ετούτα... 
  Ήτανε λαμπέλα, ασπρόμαυρη δηλαδή, προφανώς όμορφη για τα ικαριακά δεδομένα, εξ ου και τ' όνομα που έδιναν σε ζώα με τέτοια χρώματα. Επρόκειτο για μια κατσίκα. Αγαπημένη, δική μου, από τότε που 'μουν στα τρία ή στα τέσσερα. Οι γονείς σεβάστηκαν την αδυναμία μου στο ζωντανό κι αρνήθηκαν τη σφαγή, την ώρα που το κρέας θα 'ταν μαλακό ακόμη και θα πουλιόταν σε καλή τιμή σε γάμους ή σε πανηγύρια του χωριού. Λοιπόν, η καημένη η λαμπέλα, "το αραπάκι" μου -έτσι την ονόμαζα καθώς το μαύρο κυριαρχούσε στην πλάτη και στη μούρη- έμελλε να ζήσει χρόνια πολλά. Ως τα βαθιά γεράματα.

 Εγώ δεν ήξερα τα γεράματα. Κι αν έβλεπα κάτι γιαγιάδες που τα 'χανε μισοχαμένα και κάτι παππούδες που δεν άκουγαν καλά ή δεν έβλεπαν, πότε δε μου περνούσε από το μυαλό πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί σε μια κατσίκα και μάλιστα σε μια κατσίκα που μεγαλώναμε μαζί, νιάτο δηλαδή, με τη ζωή μπροστά της. Έμαθα να την αρμέγω, έμαθα να βοηθώ τα ριφάκια της να βυζάξουν, έμαθα να τ' αποχαιρετώ το Πάσχα, έμαθα να της δίνω την τροφή -πάντα το μεγαλύτερο μερίδιο- να τη δένω στη μέση της κάμπας με το πιο πυκνό χορτάρι, να τη βάζω στη σκιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού. Κείνη έμαθε να με χαιρετά βελάζοντας, να με φυσά στα χέρια με την πιο ζεστή της ανάσα, να με ζητά όταν αργούσα χαλώντας τον κόσμο, αν κάποιος άλλος την πλησίαζε.

 Κι άξαφνα, θόλωσε το βλέμμα, ένας απροσδιόριστος εχθρός μπήκε ανάμεσά μας. Μ' έβλεπε κι αντί για βέλασμα και πλησίασμα έχωνε τα κέρατα στο χώμα, έτριβε τη μούρη στους κορμούς, μπέρδευε το σκοινί στον κορμό της βελανιδιάς, μουρμούραγε κάτι παράξενα λόγια σαν κρώξιμο...
Εγώ μόλις είχα μπει στη εφηβεία. Τα 'βλεπα ακόμη όλα καινούρια ψάχνοντας για εξηγήσεις με λογική.
-Κάτι έχει "το αραπάκι", κάπου πονάει, να της βράσουμε κάτι ζεστό.
Κάπως με κοιτούσαν, αλλά απάντηση ή ενέργεια καμιά.
Ένας γείτονας που άκουγε όλη τη νύχτα τα κρωξίματα μου 'πε πολύ σοβαρός:
-"Το αραπάκι" σου γέρασε. Όταν γερνάνε οι κατσίκες, ένας διάολος μπαίνει μες τα κέρατα, μοιάζει με σκουλήκι, κι αρχινά να μπαίνει σιγά-σιγά μες το κεφάλι, τρώει το μυαλό μέρα με τη μέρα και το ζωντανό υποφέρει. Τρελαίνεται... Είναι για σφάξιμο τότες.

Και το σφάξαμε... Δε φαγώθηκε ποτέ. Έγινε ταφή. Ησύχασε το ζωντανό...

Ακόμη έχω τη στενοχώρια της λαμπέλας μου. Έζησε παραπάνω, η δύστυχη...

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Ιδέα περί θερμάνσεως

   Με κοίταζε με μισόκλειστα μάτια από τη νύστα, καθώς του εξέφραζα -περασμένα μεσάνυχτα στην τραπεζαρία του πλοίου- τις ανησυχίες μου για τα νέα μέτρα, για τους φόρους στο πετρέλαιο θέρμανσης και τα λοιπά. Τον διέκρινε πάντοτε μια στωικότητα αξιοθαύμαστη. Αλύγιστος σε ατυχήματα, σε ξαφνικές αλλαγές της μοίρας, σε επώδυνες καταστάσεις που μας προβλημάτιζαν όλους. Επέλεγε το χαμόγελο κι είχε μια ατάκα έτοιμη πάντα, ίσως και μια ιστοριούλα σχετική.
-Και πού θα 'βρουμε λίγο χώμα; είπε απλά ως απάντηση.
-Χώμα; Για να θαφτούμε;
-Ε, όχι κι έτσι... Για τα κάρβουνα λέω.
Οι γνωστές ρυτιδούλες γέλιου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται γύρω από τα βλέφαρα. 

Και καθώς η Β. λογάριαζε τα μηνιαία έξοδα για την κόρη που σπουδάζει κι ο Σ.  όσα θα δώσει στους γιατρούς για τις εξετάσεις που θα 'κανε η γυναίκα του μόλις θα πιάναμε λιμάνι κι η Μ. για το μισθό Γεωργιανής που θα φρόντιζε την άρρωστη μάνα όσο εκείνη θα έλειπε στη δουλειά, ο Γ. ,ο χαμογελαστούλης,  έσπρωξε την καρέκλα προς το μέρος μου.
-Το κόλπο δεν το ξέρεις; Κείνο που κάναν οι παλιοί πριν τα πλακάκια και τα μωσαϊκά;
Ε, δεν το 'ξερα. Κι ας μεγάλωσα με χίλιες δυο στερήσεις στο νησί.
-Τον "πουλάδα", τον είχες ακουστά; Έχει πεθάνει, χρόνια τώρα...
Δεν τον είχα.
-Σπάγκος ήτονε. Και χάρη στη τσιγκουνιά του μήτε οικογένεια έκαμε μήτε έβαλε ποτέ να κάμει μοντέρνο το σπίτι του. Κι είχε χώμα στο πάτωμα. Όπως οι παλιοί. Ήναβε τη φωτιά, ηζεσταινόταν μια χαρά, ύστερα ήκανε το λάκκο μες τη μέση της κάμαρης, ήχωνε τα κάρβουνα μέσα, ησκέπαζε με το χώμα. Ήπαιρνε την προβιά με την καλή τριχιά, κι ηκοίτουνταν απάνω. Ε, ρε ύπνους που θα 'ριχνε...
-Εγώ κάτι μαγκάλια θυμάμαι. Στο δωμάτιο. Μύριζε κιόλας και φοβόταν η μάνα...
-Α, είσαι πολύ προχώ... Χώμα, κάρβουνα και δέρμα με τριχιά. Κι ας τους άλλους να κουρεύονται...Υγειινότατο... Αλλά άμε τώρα να ξεπατώσεις τα πλακάκια.... ΙΚΑ, για ξεπάτωμα πλακακίων θα πληρώσουμε; Πιθανόν...

Είχα στρώσει ήδη τον υπνόσακο στη μοκέτα του πλοίου. Τράβηξα το φερμουάρ. Μια ζεστασιά από τα παλιά μου 'ρθε στην πονεμένη πλάτη.
Τον είδα ξανά στο κατάστρωμα. Μόλις είχε χαράξει...
-Καλό χειμώνα, του 'πα, αν δε σε δω στο φεύγα...
-Καλά πισωγυρίσματα, μου 'πε χαϊδεύοντας τη γενειάδα.
Γύριζε στο σπίτι δίχως τα χρωστούμενα. Ζει σε διαμέρισμα στην Αθήνα. Γυναίκα και δυο παιδιά. Δίχως χώμα. Μονάχα κρύες σωληνώσεις. Άντε και λίγες ρυτιδούλες γέλιου για να τα περιμπαίξουμε όλα...


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Συννεφιές...


Νεφέλες- Θέατρο Πέτρας 2012

Ο άμοιρος, ο Στρεψιάδης, βουτηγμένος στα χρέη, άλλη διέξοδο δεν έχει παρά μόνο τη σχολή του Σωκράτη. Εκείνος αεροβατώντας του συστήνει τις Νεφέλες, θεότητες τάχα, και σήμερα ψάχνοντας, απελπισμένος από τα παραστρατήματα του άμυαλου γιου, τις βρίσκει... στα προποτζίδικα, στα εθνικιστικά σύμβολα, στις φιλοσοφικές θεωρίες, στα τερτίπια του Άδικου λόγου, στις λίγες απολαύσεις που ακόμα υπάρχουν. Στις παραστάσεις πρώην και νυν δοξασμένων ηθοποιών, άλλοι τυλιγμένοι στη δόξα που τους αναλογεί μετά τις εκλογές που κατάφεραν μετά από τόσο κόπο να τους αναδείξουν νικητές (ηττημένους, αλλά δεν το γνωρίζουν ακόμη) και ηθοποιών που μετά την αποθέωση του κοινού κρύβονται τώρα κάτω από τις άσπρες τους κουκούλες, μέλη του χορού που στο τέλος της παράστασης, στο χειροκρότημα, αρνούνται να αποκαλύψουν τα πρόσωπά τους καθώς δεν κατάφεραν ούτε μια λέξη να ψελλίσουν στη διάρκεια της παράστασης.
Ντρέπονται...θες για τα χρέη τους, θες για την πτώση, θες για το μήνυμα που πριν λίγο υποστήριξαν μ' επιδέξιες κινήσεις που υπαγόρευσε γνωστός χορογράφος:

"Οποιος έχει το μαστίγιο, έχει και το μικρόφωνο"



Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Συνταγή για δύσκολους χειμώνες

Καραβόσταμο. Στο γιαλό...
 Γιατρός στο νησί, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Ούτε καν στην πρωτεύουσα. Στο Καραβόσταμο.
 Η όποια διάθεση επιστημονικής αναζήτησης έπρεπε να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του χωριού.
 Κάθε διάθεση που οδηγούσε στην απογοήτευση ή την παραίτηση έπρεπε να καταπολεμηθεί πάραυτα.

 Ξεκινούσε από το δεύτερο που χρειαζόταν άμεση αντιμετώπιση.
 Παρέα, γλέντι, αφορμή για γλέντι... Χμμμ...
Δε δινόταν κάθε μέρα. έπρεπε να περιμένεις τ' Αη Γιαννιού ανήμερα ή κάνα χοιροσφάγι ή τη Πρωτοχρονιά. Δεν αρκούσαν. Νύχτωνε νωρίς, μαζεύονταν οι χωριανοί στα σπίτια τους κι εκείνος απέμενε μόνος στην κάμαρη με τη λάμπα του πετρελαίου να σιγοκαίει. Τι στο καλό; Τόσες σπουδές... έπρεπε να βρει τη λύση.

-Κι ήφτιαξε μια ομάδα, που λες, διηγείται γέροντας αυτόπτης, που ήτανε πάντα ετοιμοπόλεμη. Εκείνος αναλάμβανε την ανάγνωση του ημερολογίου. Ήψαχνε κάθε μέρα ποιος άγιος είχε την τιμητική του. Μόλις ηνύχτωνε ξεκινούσανε για τη χαιτερούρα. Μη φανταστείς πως ήβρισκε ονόματα γνωστά κι ήτονε προετοιμασμένοι οι άνθρωποι για τραπέζωμα. Όχι. Ήβρισκε κάτι παρατσούγκλια, ό,τι του θύμιζε κάτι. Μια μέρα ήβρε πως ήτονε της Αγίας Θεοφανούς. Μια και δυο με το ημερολόγιο παραμάσκαλα, πάνε στο σπίτι του Θεοφάνη, που ο άνθρωπος ηγιόρταζε των Φώτων. Ανοίγει η γυναίκα του, μπουκάρουνε μέσα κι αρχίζουνε τη χαιρετούρα.
-Βρε, δε γιορτάζει κανείς, έλεγε η γυναίκα μισοκοιμισμένη.
-Πώς δε γιορτάζει; Αφού σήμερα είναι της Αγίας Θεοφανούς, της λέγανε και της έδειχναν το ημερολόγιο. Και να το κρασί και ό,τι υπήρχε από μεζεκλίκια. Και δώσ' του το χορό και το τραγούδι...
Άλλο βράδυ πήγανε στου Αγάπιου που τον ηφώναζαν περιπαιχτικά "Παχούμι"
Κάθονται στο τραπέζι να φάνε και να γλεντήσουνε. Δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Ήτονε, λέει, του Αγίου Παχουμίου...Το 'γραφε στο ημερολόγιο!

 Για το άλλο θέμα, της επιστήμης, τα πράγματα ήτανε πιο σκούρα. Μέσα πολλά δεν υπήρχαν. Μάλλον κανένα μέσο δεν υπήρχε, όχι για επιστημονική αναζήτηση, μα ούτε και για τις βασικές εξετάσεις των ασθενών. Παρ' όλα αυτά δεν το 'βαζε κάτω με τίποτα. Ποιο ήταν το μεγάλο του όνειρο, σαν ήταν φοιτητής; Ε, θα το κατάφερνε εδώ. Με αγνά υλικά. Ναι, θα 'φτιαχνε εκείνο που πάντα οραματιζόταν. Το αεικίνητο! Τη μηχανή που δε χρειαζόταν καμιά ενέργεια για να κινηθεί.
 Καθόταν τα βράδια που καμιά γιορτή αγίου δεν κολλούσε με τίποτα και έκανε τα σχέδια.
Σ' ό,τι χαρτί έβρισκε. Αφού ολοκληρώθηκαν, άρχισε ν' ασχολείται με την κατασκευή. Χρειαζόταν κάτι μεταλλικό... Βρήκε. Γάλα εβαπορέ! Όχι, που θα το 'βαζε κάτω...

-Και πήρε βοηθό το Σίμο που 'χε αντοχές και πέρναγε και δύσκολα η οικογένειά του. Και να τα γάλατα και δώσ' του ο Σίμος να τ' αδειάζει. Και να τα κουτιά, το 'να πάνω στ' άλλο, πιο δίπλα, άλλα να αιωρούνται κι άλλα να περιμένουνε το καταπινάρι του Σίμου για την αλλαγή χρήσης.
-Το έκανε στο τέλος το αεικίνητο;
-Εν ηκούστη κάτι τέτοιο, μα τι σημασία είχε; Ο Σίμος ήγινε τετράγωνος από το πάχος κι ο γιατρός ηπέρασε μια χαρά εκείνους τους χειμώνες...