Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Από το "Σήμερα"

Πλάι στις λεγεώνες των σκοτεινών προλεταρίων
που μοχθούν με την πιο φριχτή απόγνωση
ζωγραφισμένη στα κέρινα πρόσωπά τους για το ψωμί,
πλάι στην αγωνία της ανεργίας, της πείνας και της αρρώστιας
που αποχαυνώνουν τον άνθρωπο,
ιδού τα θλιβερά τάγματα των λαχανιασμένων αναζητητών που,
σφενδονισμένοι σαν από μια πελώρια φυγόκεντρο δύναμη
στο περιθώριο της ζωής, ψάχνουν ανέλπιδα μες το σκοτάδι
να βρουν τον ονειρεμένο δρόμο της επιστροφής
προς κάποιο κεντρικό σκοπό. Είναι η σκεπτόμενη νεότητα
της παράδοξης εποχής μας που κι όταν δεν πρόφτασε
να ζήσει τη φρίκη του ανθρωπομακελειού,
μεγαλωμένη μέσα στην αγωνία των μεταπολεμικών χρόνων,
βρέθηκε μες το τρίστρατο όπου οι πιο σεβάσμιοι πίνακες
των παλιών αξιών χλευάζονται από την πιο σαρκαστική,
την πιο τραγική πραγματικότητα.
............................................................
Με τις δυο μεγάλες αυτές φτερούγες ο άνθρωπος
υψώθηκε ανάμεσα ουρανού και γης σαν ημίθεος.
Τι γλυκιές λέξεις! Τι αιώνιες ιδέες! Ελευθερία- Ισότητα!
Μα ωστόσο φύσηξε βοριάς και σηκώθηκαν από τα μάτια μας τα πέπλα.
Μόνον αυτό δεν είχαν υπολογίσει οι θεωρητικοί ιδεολόγοι!
Ελευθερία, ναι. Μα ελευθερία εμπορική, οικονομική.
Ατομιστικό άπλωμα του κεφαλαίου, που φτάνει
ως την κρατική κατάκτηση μερικών "βάρβαρων" αποικιών (για εκπολιτισμό!)
για να γυρίσει στα εθνικά σύνορα να πραγματώσει και την κατάκτηση του προλεταριάτου.
Ελευθερία, ναι. Αν μπορείς, απλώσου κι εσύ. Μ' αν δεν μπορείς,
αν δεν στέργεις τους ίδιους τρόπους, αν σου έκανα με την ελευθερία
που διάθετα εγώ αδύνατο το δικό σου άπλωμα- υποτάξου!
Και η Ισότητα; Πραγματοποιημένη σ΄όλους τους εξωτερικούς τύπους
-εκτός από την οικονομική, γιατί εκεί η Ισότητα ήταν τόσο
αντίθετη με την ...Ελευθερία.
........................................................
Όχι, δεν είσαστε σεις που θα θυσιάσετε την ελευθερία,
γιατί κανείς δεν διακυβεύει το ανύπαρκτο πια.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος παρά μόνο
σε ένα σύνολο ελεύθερων ανθρώπων,
και η πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της ελευθερίας
είναι ο αγώνας για την κατάκτησή της.
Γιατί η συμπαθητική πλάνη της δημιουργίας ηρωικής προσωπικότητας
εξανεμίζεται μπροστά στο κοσμογονικό ανέβασμα
μιας ολόκληρης ανθρωπότητας που ανάμεσα από τη θηλειά
της κρεμάλας της επήρε επίγνωση της αξίας της.


Από το άρθρο του Γιάννη Μηλιάδη 
"Ανησυχίες και πλάνες" δημοσιευμένο στο 9ο φύλλο του περιοδικού "Σήμερα" το Σεπτέμβρη του 1933
Το περιοδικό έβγαλε μόνο 13 τεύχη από τον Γενάρη του 1933 ως το Γενάρη του 1934. 
Σύμφωνα με τον Τάσο Βουρνά "Μέσα στις σελίδες του Σήμερα πραγματώνεται η πιο παράδοξη ιδεολογική συνύπαρξη που χαρακτηρίζει ωστόσο ανάγλυφα την πρωτοπορία των επαναστατημένων αστών ενάντια στην τάξη τους"



Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρεις...

φωτό από εδώ

 Το ψάχνω διαρκώς. Στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα μαγαζιά, στις βόλτες. Είναι σαν το παιχνιδάκι που παίζαμε παλιά ψάχνοντας για το δαχτυλίδι που κρύβονταν στις χούφτες των άλλων παιδιών.  Μόνο που τώρα αλλάξαν οι καιροί. Ένα απλό χαμόγελο, αληθινό, ξένοιαστο, τούτο αναζητώ κάθε μέρα.  Είναι αρκετό για να λέω ότι κέρδισα. Κρύβεται ανάμεσά μας ξεχασμένο, τσαλακωμένο στις τσέπες, κρυμμένο στην πίσω πλευρά της στάσης, μέσα σε σκοτεινιασμένες καρδιές κι πίσω από δόντια σφραγισμένα. Αν κατορθώσω να το ανακαλύψω, σταματώ την αναζήτηση και ησυχάζω κάπως, ελπίζω. Την άλλη μέρα αρχίζω από την αρχή. Τελευταία περνούν βδομάδες κι εγώ ακόμη ψάχνω. Χάνω πολλούς γύρους έτσι. Μα πού και πού το βλέπω ξαφνικά να λάμπει...
 Μια Τρίτη, για παράδειγμα, το βρήκα κρυμμένο στο καθρεφτάκι ενός αμαξιού. Η συννεφιασμένη γυναίκα που οδηγούσε έχοντας για μοναδική κουβέντα την απαράδεκτη κατάσταση της χώρας, τις αδικίες και τα τζάμπα γράμματα που έμαθε, σήκωσε το κινητό, πήρε μια ανάσα ανακούφισης, κατάλαβα ότι δεν ήταν από τράπεζα το τηλεφώνημα, και τσουφ! έσκασε μύτη... Ένα αδιόρατο χαμόγελο στο καθρεφτάκι κι ένα γελάκι έπειτα, μάλλον μυστηριώδες, απευθυνόταν σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που βρίσκονταν στην άλλη άκρη της γραμμής, αρκετό για να μου χαρίσει την πρώτη και μοναδική νίκη της εβδομάδας.
 Την προηγούμενη Πέμπτη, στο χασάπικο, ο πρόσχαρος -μέχρι πέρσι- κρεοπώλης δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον για την αναζήτησή μου. Πάνω από το ψυγείο με τα κρέατα έχει τοποθετηθεί μια τεράστια οθόνη και παραμορφωμένες φάτσες με γουρλωμένα μάτια, σφιχτά χείλη και στεντόρεια φωνή ενημερώνουν συνεχώς για τις δυσάρεστες εξελίξεις, την ταλαιπωρία από τις ουρές, την αγανάκτηση γερόντων που ψωνίζουν στις λαϊκές αγορές, τη γενική απογοήτευση που πλανάται. Έτσι εξασφάλισε πια κι αυτός, μόνιμα σχεδόν, δυο μεγάλες ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια, μια τρεμουλιαστή φωνή και μια τεράστια ευχαρίστηση την ώρα που τεμαχίζει τα κομμάτια μόσχου. Καμιά φορά πάει να με ξεγελάσει σκάζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο καθώς μου δίνει τα ρέστα, μα είναι τόσο φανερό πως το κάνει μόνο και μόνο για να παραμείνω πελάτισσα, που το αγνοώ εντελώς.
 Κείνη τη μέρα όμως όμως εμφανίστηκε τρέχοντας η μικρή του κόρη, πήγε πίσω από το ταμείο, του τράβηξε το μανίκι κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά, της έσκασε δυο φιλιά, έπαιξε με τα κοτσιδάκια της, δεν ξέρω αν οι ρυτίδες είχαν χαθεί για λίγο, μα η μικρούλα με κοίταξε πονηρά πίσω από τη γυρισμένη πλάτη και μου έδωσε μια νίκη ακόμη. Ένα γέλιο γάργαρο, αληθινό.
 Αυτή τη βδομάδα δεν κέρδισα ούτε πόντο. Ένα πρωί, που 'χε ήλιο κάπως κι εγώ είχα όρεξη, ακολούθησα μηχανικά ένα ζευγαράκι που μου φάνηκε ευτυχισμένο. Λέω από μέσα μου, κάτι ευχάριστο θα πουν και θα γελάσουν, μα τίποτα. Κατέβαιναν σιωπηλοί, ο καθένας στις δικές του σκέψεις, έστριψαν στο στενάκι της εφορίας. Συνέχισα το δρόμο μου. Παρακάτω μια παρέα ηλικωμένων αντρών μαζεμένοι στο παγκάκι, κρατούσαν κομπολόγια και κουβέντιαζαν σιγανά.  Πέρασα ξυστά, έκανα πως έδενα τα κορδόνια, άκουσα δυο φριχτές κουβέντες, του τύπου "καλύτερα ήταν τότε στη δικτατορία, τέτοια δεν είχαμε..." κι έφυγα βιαστικά χάνοντας πια κάθε διάθεση για παιχνίδι.

 Αν βρείτε κάνα γελάκι, στείλτε... Τώρα που σκοτεινιάζει έχει περισσότερο ενδιαφέρον η αναζήτηση.
 Καλή επιτυχία...



Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

"Έναν ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω..."

Το πατρικό του Νικόλα στην ερειπωμένη, τώρα, γειτονιά
         Ο Νικόλας από τη γειτονιά του Ξερέδου, ήταν άνθρωπος αγνός, καλοσυνάτος κι αυθόρμητος. Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα "ημπέρδεψε" από μικρός και πήγε στον πόλεμο. Του 'τυχε μια αρρώστια όμως, ή τραυματίστηκε, και πήγε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Έκαμε καιρό να γίνει καλά. Μια νοσοκόμα το λοιπόν, ομορφούλα και περιποιητική του 'κλεψε την καρδιά. Την παντρεύτηκε κι αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Μα οι συνήθειες των ανθρώπων ήτανε ξένες γι' αυτόν κι η προσαρμογή δύσκολη.

   Όταν λοιπόν πήγαινε στο νησί, τα καλοκαίρια, ημάζευε τους χωριανούς και τους έλεγε τα παθήματά του.
"Ακούτε, βρε, ήντα τραβώ.... Να, ησκέφτηκα να βαφτίσω την κόρη μου το χειμώνα. Κάνουμε τις ετοιμασίες, πάμε στην εκκλησά κι έρχεται η ώρα να πληρώσω τον παπά..."


  Στο νησί, τα χρόνια εκείνα, ο παπάς πήγαινε με το γαϊδουράκι στα χωριά, πρόσωπο σεβάσμιο ιδιαίτερα. Ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για χρήματα. Ασέβεια θεωρούνταν και ξεπεσμός. Άμα είχε κάποιος και του 'δινε, είχε καλώς, άμα δεν είχε να του δώσει, πάλι καλώς, γίνονταν το μυστήριο, καθόταν ο παπάς κι έτρωγε με τους συχωριανούς κι έδινε τις ευχές του.

"...πάω λοιπόν, στον παπά και βγάζω με καμάρι ένα καλό ποσό που 'χα μαζέψει με βάσανα και κόπους. Ήτονε και οι ξένοι εκεί και ήθελα να κάμω καλήν εντύπωση. Ηφαντάστηκα πως θα γυρίσει και θα μου πει "φχαριστώ", να του φιλήσω κι εγώ το χέρι και να πάμε στην ευχή του Θεού. Κι αυτός, βρε παιδιά, ήντα γυρίζει και μου λέει;
-Λίγα είναι. Πρέπει να δώσεις τουλάχιστον άλλα τόσα.
Ήπιασα ν' αναψοκοκκινίζω...
-Και γιατί παρακαλώ, να δώκω άλλα τόσα; Ε σου φτάνουν;
-Γιατί, τέκνον μου, είμαστε τρεις οι παπάδες και πρέπει να τα μοιραστούμε.
-Τρεις είστε οι παπάδες; Κι εμένα με ρωτήσατε αν ήθελα τρεις;
Ηφούντωσα, παιδιά, και βάζω μια φωνή που μ΄άκουσαν ούλοι κι απομείναν σαστισμένοι για ώρα πολύ... Και πάει, που λέτε, κι η καλήν εντύπωση...
-Άκου να δεις, εγώ είμαι αφ' τη Νικαριά κι αυτά τα κόλπα εν τα σηκώνω. Άκου ήντα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Έναν παπά ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω."

Έμεινε η φράση και τη λένε στο νησί κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουν για κάτι παραπανίσιο.
Ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Έχει, πώς να το κάνουμε, μια διαχρονικότητα...
Ό,τι θέλουμε θα πληρώνουμε κι ό,τι είναι αναγκαίο. Μην τα σηκώνουμε τέτοια κόλπα, ξέρετε.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Μονά πατήματα



Τοποθεσία: Αθέρας. Όνομα: ας το πούμε "Προς τα Διπλόρυακα"
Η αρχή του μοναπατιού δεν ήταν έτσι κάποτε. Μα η ξεραμένη κουμαριά, μάρτυρας της αδηφαγίας των επιδοτούμενων κεφαλών εριφίων και προβάτων, σου δείχνει ότι τα πράγματα άλλαξαν.



Κάτι απομένει όμως. Κι έτσι βρίσκεις τα παλιά πετραδάκια να στέκουν εκεί, στην ίδια θέση για χρόνια, αναμένοντας πόδια ανθρώπινα, φωνές και γέλια.


Το τοπίο σκοτεινιάζει, οι νεράιδες ξεπηδούν από τα κλαριά, όλα μαγικά, όπως τότε...


Η θέα σε γεμίζει κουράγιο κι οξυγόνο. Κι όνειρα...
Μια από τις πιο καλές "στεφάνες", έτσι ονόμαζαν οι βοσκοί τα βράχια ετούτα που τους επέτρεπαν να
παρατηρήσουν από μακριά τα κοπάδια τους, λιγοστά τότε κι αβλαβή. 


Δεν έβρεξε φέτος πολύ, ο χείμαρρος παραμένει σιωπηλός, ο καταρράχτης καρτερεί την ύπαρξή του. Πριν χρόνια, την άνοιξη κυρίως, έρχονταν εδώ οι νοικοκυρές του χωριού για να πλύνουν τις κουβέρτες, τα χράμια και τις κουρελούδες.


Η κοίτη, άμαθη από επισκέψεις πια, σου στρώνει, έκπληκτη, να καθίσεις στα πεντακάθαρα βραχάκια



 
Το μονοπάτι συνεχίζεται προς την Αρέθουσα. Τα πόδια όμως δε βαστούν πια. Και σκοτεινιάζει. Οι λέξεις δεν συναντούν απόκριση. Είναι όλα έρημα και θλιμμένα.
Κάποτε όμως τα πετραδάκια θα ΄χουν πορτοκαλί βουλίτσες από ορειβατικούς συλλόγους, ελπίζεις.
Και παρέα. Κάποτε, σύντομα μάλλον, θα σταματήσουν οι επιδοτήσεις.
Και θα ξαναπρασινίσουν όλα.
 Ίσως να πάμε για ξύλα. Ίσως για μανίτες.
Ίσως να 'χουμε τόσο χρόνο και να πάμε μόνο, γιατί -απλά- πεθυμήσαμε βολτούλα...


(Λίγους μήνες πριν αυτά σκεφτόμουν. Τώρα άλλαξαν οι προσδοκίες. Τώρα λέω απλά: "Ίσως και να μην περάσουν από δω οι μπουλτόζες της εταιρίας που θα αναλάβει να ολοκληρώσει την καταστροφή μετατρέποντας τον Αθέρα σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Ίσως και κάποιοι καταλάβουν. Κι αφήσουν το βουνό να συνεχίσει τη μοναχική, μαγική ζωή του  και τα μονοπάτια να 'χουν την αρχή, τις στεφάνες και τους προορισμούς τους...")





Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Δημιουργικός έρωτας


 
φωτό από εδώ
Το σεμινάριο ήταν για τη δημιουργική γραφή.  Πήγα σχεδόν από σπόντα. Τυχαία γεγονότα. Φοβόμουν ότι θα συναντούσα ανθρώπους από άλλο κόσμο, κοινώς ψώνια, τάχα μου έξυπνους και τάχα μου καλλιεργημένους.
Μάλλον ήμουν η λιγότερη καλλιεργημένη. Όλοι τους με μάτια ξύπνια, με πρωτότυπη γραφή, με μεγαλείο. Αφήσαμε γρήγορα τα ευγενικά χαμόγελα και σχεδόν γίναμε φίλοι. Ποια σύμπτωση μας οδήγησε σ' αυτή τη συνάντηση; Ηλικίες διάφορες, εργασίες επίσης, απόψεις το ίδιο. Πώς έγινε κι αγαπηθήκαμε, ούτε που το κατάλαβα...
Ο δάσκαλος, απρόβλεπτος, πιότερο μας καθοδηγούσε για την προσωπική μας ζωή παρά για τα κόλπα της γραφής. Όχι πως δε μας είπε. Μπόλικα και χρήσιμα.

Μα εκείνη, η πιο όμορφη της παρέας, κι εκείνος, με τα πιο γελαστά μάτια απ' όλους, αργούσαν να γυρίσουν από το διάλειμμα.

-Την αγάπη..., μας έλεγε ο δάσκαλος, μην την ξεχνάτε, αγαπήστε, μη φοβάστε, μια στιγμή είναι που ή τη ρουφάμε ή την αφήνουμε. Κι η στιγμή είναι σημαντικό να μένει. Παρατείνει το χρόνο. Ο έρωτας μας κάνει να πετάμε. Μη φοβηθείτε, ο έρωτας δε χωρά συμβιβασμούς, λυπηθείτε, αγγίξτε ο ένας τον άλλο, δώστε και πάρτε. Κι η γραφή μια ερωτική πράξη είναι.
Ύστερα έπαιρνε το μπουκάλι με το νερό, ρουφούσε κι αναστέναζε.

 Η πόρτα άνοιγε. Έρχονταν. Κάτι κοινό έχουν αυτοί οι δύο, σκεφτόμουν. Αλλά πάλι μπορεί να συζητούν για τα διηγήματα που πρόκειται να γράψει ο καθένας. Ή για τις ανησυχίες της γενιάς τους. Μικρά παιδιά. Κάθονταν όχι πολύ κοντά. Δεν έδιναν δικαίωμα.
Ύστερα τέλειωσαν οι συναντήσεις. Επίσημα. Μα εμείς συμπαθιόμασταν. Και κάναμε κάτι ωραίες κοπάνες. Βρεθήκαμε μια νύχτα σ' ένα μπαρ. Εκείνη γιόρταζε τα γενέθλιά της την επόμενη μέρα.
Ήρθαν τα μεσάνυχτα.
Της ευχηθήκαμε τσουγκρίζοντας τα ποτήρια.
Μα τότε, ξαφνικά, ένα φιλί στο στόμα. Παρατεταμένο.
Ένα ζευγάρι ανάμεσά μας!
Μια αγάπη φρέσκια.
Κοιταχτήκαμε χαμογελώντας.
Καμαρώναμε σιωπηλά. Περιμέναμε να τελειώσει η στιγμούλα τους.
-Βρε, παιδιά, να μας ενημερώνετε...
Την κρατούσε αγκαλιά. Τα μάτια του, τώρα, πιο λαμπερά από ποτέ. Εκείνη, τώρα, ομορφότερη με ένα παράξενο φως στην όψη της.
Αγκαλιαστήκαμε όλοι.

Ποιος ξέρει για τα βιβλία και τις εκδόσεις τους, ποιος ξέρει για τις αμφίβολες καριέρες...
Το χρόνο μας τον παρατείναμε πάντως.
Η στιγμούλα αυτή, το πιο σπουδαίο πτυχίο.
Με αντίκρισμα, αναμφιβόλως....


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Απ' έξω προς τα μέσα


Κοιτώντας απ' έξω προς τα μέσα βλέπεις τα ερείπια απ' τη στέγη που κατέρρευσε πια.
Χθες ήταν που 'χε στο ράφι βαζάκια με γλυκό, άνυδρες ντοματίνες που κρέμονταν από την οροφή,  το μπότο με γάλα πρόσφατα αρμεγμένο και καθούρες  στον τενεκέ με την άρμη που έκλεινε με πλάκα φερμένη από το βουνό. Πίσω από τα συκόφυλλα, που δεν υπήρχαν τότε, το γυναικείο πρόσωπο με το ζεστό  χαμόγελο και τις καλές κουβέντες, έπαιρνε φύλλα από εφημερίδες, τα έβρεξε με ξύδι από τη γυάλινη μπουκάλα και καθάριζε με επιμέλεια τα τζάμια.

Αν πας από τη μέσα πάντα και δεις από το παράθυρο, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Το ίδιο φως από τις ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου που πασχίζουν να βρουν μια διέξοδο ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα από τη μουριά, το μονοπάτι άθικτο, χωρίς να λείπει ούτε μια πλάκα, λες και καρτερεί τα γνωστά βήματα αγαπημένων.

Κι απ' έξω κι από μέσα εκείνη που επικράτησε για πάντα, φερμένη απ' άλλα μέρη, ξένη. Η σιωπή. Δεν ξέρει "Καλημέρα", "Καλό ξημέρωμα", το "Ήντα κάνετε", το "Για πού το 'βαλες"...

Χτυπά στα μηνίγγια και παρασυνεικάζεις. Σκύβεις με λαχτάρα και κολλάς το πρόσωπο στα θολά τζάμια. Βάζεις τα δυο χέρια πλάι στα μάτια να σκιάζουν το σήμερα και γυρνάς πίσω, καθώς οι κόρες κινούνται γύρω-γύρω στα χαλάσματα. Την ψάχνεις. Μάταια. Εκείνο που φαίνεται καθαρά είναι μόνο η ταλαιπωρημένη αυλή με τα μπάζα και στο βάθος ορθώνεται μπροστά σου το καινούριο, διώροφο με μπαλκόνι και αλουμίνια πορτοπαράθυρα. Κλειστά. Άνθρωπος κανείς. Οι μνήμες δεν τ' ακολουθούν.  Με μια ψυχρή τελειότητα που σε κάνει να μη θες να το πλησιάσεις.
Ετούτο ήταν η ύβρις, αναλογίζεσαι, καθώς η χώρα θάβει μια μια τις αναμνήσεις και πέφτει αναστενάζοντας από το βάρος των χρημάτων που ξοδεύτηκαν για ένα ....καλύτερο αύριο με καλοριφέρ, πλακάκια, κλιματιστικά και κάθε λογής ανέσεις. Θάφτηκαν κι οι συνταγές για το καλό γλυκό κι η όρεξη ακόμη. Για κουβέντες, καλωσορίσματα και καφεδάκια στις αυλές.

Συνεχίζεις το μονοπάτι. Μια υποψία σε πιάνει αγκαζέ. Ποιος ξέρει; Μπορεί ν' ανταμωθούμε στα χωράφια. Ή κοιτώντας από το παραθύρι κάνοντας τα σωστά όνειρα τούτη τη φορά. Μαζί, με άδειες τσέπες και χαμόγελα κοιτάζοντας από τα μέσα μας τον έξω κόσμο που θα'χει μόνο δροσιά, κουβέντα και κάνα δυο φιλήσυχους γειτόνους.
Αρκούσε τότε; Γιατί όχι;



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag  - Οκτώβρης '11

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Από κοντά

Έλα, μην κλαις
θα τα πούμε από κοντά

Ένα πρωί κολοκαιριού
οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
θα μας χαρίζουν μεγάλους ίσκιους
και θα 'ρθεις για κουβέντα
ανάμεσα στις ανθισμένες γλάστρες
κάτω από τη μουριά της αυλής
έλα, θα τα πούμε από κοντά

Κάποιο μεσημέρι Ιουλίου
ο ήλιος θα τεντώνει το δέρμα
τα δάχτυλα των ποδιών
θα κλωτσούν αμήχανα τα καυτά βότσαλα
και θα με κοιτάς
με μάτια κόκκινα από την άρμη
με τα παιδιά τριγύρω να γελάνε
έλα, θα τα πούμε από κοντά

Σε μια πανσέληνο Αυγούστου
καθώς θα γέρνει στο σκοτεινό ορίζοντα
θα χαράζει χρυσά μονοπάτια
και το τραγούδι θα 'ναι απλά
ο φλοίσβος του πελάγους
και θα 'σαι εκεί
δίχως να 'χεις την ανάγκη να μιλήσεις
μα μοναχά τη θέληση να κρατηθούμε
χέρι-χέρι
έλα, θα τα πούμε από κοντά

Δίπλα, απέναντι,
λίγο πιο κει, ίσως,
αλλά μαζί...

Έλα, μην κλαις.



Μάρτιος 2011
Από τα "τετράδια"

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

"Πάρε, ανοιχτά είναι..."


φωτό από εδώ
 Ξημέρωμα Κυριακής. Ο "Πλαστήρας" ήρθε κατά τις εννιά. Ήταν ο βαφέας της κουζίνας.
-Τι χρώμα θα τη βάψουμε, μάνα;
-Ε, τι χρώμα... άσπρο, θα φέρει ο "Πλαστήρας" χρώμα, του 'χω παραγγείλει.
Την πίστεψα, έτσι όπως είχα έρθει με το καράβι αποβραδίς, χωρίς καλά καλά να καταλάβω πού βρισκόμουν.
Τα 'βγαλα σχεδόν όλα τα έπιπλα από την κουζίνα και τα συμπράγκαλα, σκέπασα και με νάιλον όσα δε μετακινούνταν εύκολα, τα συγκέντρωσα όλα μαζί σ' ένα σωρό, τεράστιο, και περίμενα.
Ήρθε κατά τις εννιά. Του άρεσε ο "με ολίγη". Έβγαλα καρέκλες στην αυλή, είπαμε τα νέα των άλλων, είπαμε τα νέα τα δικά μας, ήθελε πλήρης περιγραφή, γελάσαμε, κουνήσαμε το κεφάλι, κάναμε πως λυπόμασταν με τα δυσάρεστα, κάναμε πως γελάγαμε με τ' άλλα... Βασικά περιμέναμε.
Άρχισα να υποψιάζομαι κοιτώντας τη βούρτσα που 'χε έρθει μοναχή, είχε ακουμπήσει στον τοίχο και περίμενε κι αυτή τις εξελίξεις.
Το πλοίο θα έφευγε το βραδάκι. Έπρεπε να τελειώσει το μπογιάτισμα, να μπουν όλα στη θέση τους, να 'τοιμαστούν τα απαραίτητα για την πόλη... Αυγά σε μεταλλικό κουτί, σύκα ξερά, κόκορας κατεψυγμένος, λίγοι μανίτες από τη σοδειά του χειμώνα.
Μην τα πολυλογούμε, πέρασε καμιά ώρα και βάλε.
Κάποια στιγμή, σηκώνεται, με κοιτάζει με τα μεγάλα του μάτια...
-Πάμε τώρα στο Χάμπα για να πάρουμε μπογιά, α, με πας, ε;
Κλείνω τα δικά μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα.
-Εννοείς πώς δεν έφερες μπογιές, δηλαδή;
-Μονάχος μου να φέρω; Μα ήλεα πως α με πας.
-Ε, να σε πάω, μα γρήγορα γιατί θα φύγω το βραδάκι, πρέπει να 'χουμε τελειώσει.
-Έλα, Παναγία μου, σε δυο-τρεις ωρίτσες θα 'μαστε έτοιμοι.
Παίρνω τα κλειδιά, του ρίχνω μια κάπως αυστηρή ματιά.
-Πάμε.
Κάνει να σηκωθεί, το μετανιώνει.
Ξανακάθεται. Βάζει τα χέρια του στο μέτωπο.
-Βρε, να που ησάστισα. Ο Χάμπας έχει σήμερα μνημόσυνο. Ανοιχτός είναι την Κυριακή πάντα, μα σήμερα... Πώς δεν το σκέφτηκα; Σήμερα έχει το μνημόσυνο. Παιδιά, τη βάψαμε.
Γυρνάει την κούπα, ρίχνει μια τσαχπίνικη ματιά στη μάνα μου, που άρχισε να αφρίζει και άλλη μια στον πατέρα μου που δε θα τον χάλαγε λίγη κουβέντα ακόμη.
-Γιαννάκη, σκούρα τα πράματα, την πατήσαμε, θαρρώ.
Ύστερα, αναγκαστικά, γυρνάει σε μένα που 'χω μείνει με τα κλειδιά στο χέρι και τα κουνάω εκνευριστικά, κοιτώντας τον επίμονα.
-Τι εννοείς, "την πατήσαμε"; Είναι τα πράματα όλα έξω, ήρθα από την Αθήνα, για να βάψουμε και μόνο...
-Βρε, ηθύμωσε το μικρό. Ε, καλά, πάμε τον Εύδηλο, άμα βιάζεσαι. Θα τα πάρουμε από το "Φαγιέρα".

Έτερος μεγαλέμπορος, μα τις Κυριακές, δε θυμόμουν να τον είδα ανοιχτό ποτέ.
-Ας είναι. Πάμε.
Το χωριό σα να 'χε πέσει σε χειμερία νάρκη. Δέκα και μισή σχεδόν, μα κι ο περιπτεράς ακόμη, κοιμόταν. Φτάνουμε στο μαγαζί. Κλειστό, εννοείται.
-Ορίστε, κλειστός, τι κάνουμε τώρα;
-Ε, άμα είναι κλειστός, α τον ανοίξομε εμείς...
Γελά, ανασηκώνει το κεφάλι προς το μπαλκόνι του δύστυχου "Φαγιέρα" κι αρχίζει, χωρίς ίχνος ενδοιασμού.
-Μίιιιιμη, ε, Μίιιιιμηη....
Φροντίζω να κρατώ αποστάσεις.
-Σσσσσσ, θα τους ξυπνήσεις όλους...!
-Ε, ώρα τους είναι.... Μίιιιιιμη , ε, Μίιιιιιμηηηη!
Φεύγω με μάγουλα κατακόκκινα.
Βρίσκω μια γωνιά κάτω από τη σκάλα του Στέλιου και κρύβομαι. Σα να 'μουν ξανά παιδάκι που ήθελε ν' αποφύγει την τιμωρία.
Με τα πολλά, εμφανίζεται η φιγούρα του μεγαλέμπορου, αγουροξυπνημένος με πιτζάμες και μάτι θολό.
-Εεεεε, λέει μόνο με σιγανή φωνή. Ήντα θέλεις;
-Κατέβα ν' ανοίξεις. Θέλω μπογιές κι η μαντάμ βιάζεται να φύγει.
Ρεζίλι. Λέω από μέσα μου, τώρα θα αρχίσει ο Μίμης τα γαμωσταυρίδια, τη βάψαμε όντως.

Αλίμονο, δεν είχα συνειδητοποιήσει την αλλαγή του τόπου, βλέπετε.
Γυρνά, με βλέπει να κρυφοκοιτάζω κάτω από τη σκάλα, μου ρίχνει ένα χαμόγελο...
-Ε, πάρε, ανοιχτά είναι.
Και γυρίζει την πλάτη με κατεύθυνση προς τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα.

Ο "Πλαστήρας" γυρνά το πόμολο.
-Βρε, για δες, ανοιχτά ήτανε, κι εμένα μου βγήκε το λαρύγγι τόση ώρα...
Μπήκαμε μέσα, διαλέξαμε, πήραμε και πινέλα, βρήκαμε κι ένα ωραίο σκαφάκι.
Τέλειωσε το βάψιμο.
Τον συναντώ μετά από καιρό.
Αγχωμένη.
-Το Μίμη, τον πλήρωσες;
-Ε, θαρρώ πως ηπέρασα μια μέρα και του τα 'δωκα. Ε, άμε, πρέπει να του τα 'δωκα. Έχουμε νταλιβέρια, εν πάση περιπτώσει. Τι αγχώνεσαι, εσύ;

Η κουζίνα έγινε ωραία. Ο ύπνος του Μίμη δε χάλασε παρά μόνο για δυο λεπτά.
Εγώ θυμήθηκα πoύ βρισκόμουν.
Και δε αγχώνομαι πια. Θα ΄χουμε νταλιβέρια από δω και πέρα.


(Αφορμή  για τη χαριτωμένη ανάμνηση το χτεσινό, διόλου χαριτωμένο, επεισόδιο στο φούρνο. Μπαίνει νομοταγής γείτονας. Ανοίγει ψυγεία, παίρνει ψωμιά, διαλέγει κουλουράκια και καλημερίζει. "Δεν έχω μία, καλημέρα σας."
 Η φουρνάρισσα άλαλη στα πρόθυρα εγκεφαλικού.
"Τι κάνουμε τώρα; Παιδιά, τη βάψαμε", γυρνά και μας λέει μες τον πανικό της.)

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Tο Τσιμπουνάρι

  Είναι ένας στέρεος βράχος στη μέση του ορεινού χωριού, λες κι ο κατασκευαστής του χώρου δεν ήθελε να στερήσει από μας, της πάνω γειτονιάς, τη θέα προς τη θάλασσα.
Πίεσε, θαρρείς, με τα δυο του χέρια και να! Έκαμε ένα εξόγκωμα σαν μια κορώνα, θα ΄λεγες, του τόπου. Όχι, βέβαια, από χρυσό, μα από μάρμαρο, γυφτόπετρα, που λένε οι ντόπιοι.
Τριγύρω από τη βάση της φύτεψε φασκόμηλα και πρίνα.
Έσπειρε και γαριφαλιές άγριες που ξεφυτρώνουν στα πιο απίθανα σημεία, ίσα για να μην τις φτάνει ανθρώπου χέρι, μα μόνο μάτια να τις χαίρονται και να τις καμαρώνουν...
Απάνω στην κορώνα αυτή μπορείς ν' ανέβεις και ν΄ αγναντέψεις το πέλαγος με την ησυχία σου. Σκαρφαλώνοντας σχεδόν. Ο πιο ευκίνητος ανεβαίνει πρώτος κι απλώνει το χέρι σε όσους ακολουθούν. Ύστερα περπατούν πλάι-πλάι σ' ένα φυσικό επίπεδο μπαλκόνι.
Μένεις και ξυπόλητος, αν θες ν' απολαύσεις τη ζέστα απ' την ηλιοκαμένη πέτρα.
Ο καθένας επιλέγει ελεύθερα. Όποιος αγαπά τη θάλασσα, πάει προς την κάτω μεριά και χαζεύει τη σοροκάδα ή τη μπουνάτσα. Αν είναι τυχερός, και τη θέα των πλοίων που αράζουν στον Εύδηλο.
Όποιος αγαπά τα βουνά, πάει προς το νότο και χαζεύει το πράσινο στις πλαγιές του Αθέρα, τον Τσολιά, την Αρέθουσα, το Φοίνικα, τ' Αγρέλια, την πάνω Κάμπα, το Περιβολάκι...
Αν όμως πας απόγευμα και πετύχεις την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να δύει, δεν έχεις άλλη επιλογή. Μαγεμένος θα στραφείς προς την Πέρα Μεριά.
Ο ήλιος πλησιάζει προς τα εκεί φορώντας πάντα τα καλά του, άλλοτε τυλιγμένος με τα ροζ κι άλλοτε ολόγυμνος, αναψοκοκκινισμένος από ντροπή. Ακόμη κι όταν χαθεί, μένεις αποσβολωμένος από το θέαμα, κοιτάς τ' απομεινάρια του, κάτι χαρούμενες πορτοκαλί λωρίδες. Ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά.
Δεν λες τίποτε, ή λες παραπάνω απ' όσα θα 'πρεπε, σ' όποιον τυχαίνει να 'ναι δίπλα σου.

Όταν πέσει η νύχτα δε μπορείς μήτε χωριά να δεις, μήτε πέλαγος, μήτε ηλιοβασίλεμα...

Μα τότε ξυπνούν οι αναμνήσεις. Έρχονται μες τη νύχτα και σε παίρνουν από το χέρι και σβήνουν από τα πρόσωπα τις ρυτίδες της έγνοιας. Κι είναι πάλι όλοι εκεί...

Οι γονείς κοιμούνται για τα καλά. Έχουμε αναπτήρες και μερικά κλεμμένα τσιγάρα. Μαζεύουμε κλαδιά, τα κάνουμε σωρό και χαζεύουμε τις πρώτες φλόγες. Οι σπίθες, τα γέλια και τα ψιθυρίσματα, ανταμώνουν τ' αστέρια, γίνονται ένα. Δεν υπάρχουν τοπία τριγύρω, ούτε τοίχοι. Μονάχα εμείς και το γλέντι τ' ουρανού. Τ΄αστεράκια μας βλέπουν και πολλαπλασιάζονται. Φωνάζουν θείες, ξαδέρφια και μικρανίψια και στήνουν το χορό.
Συχνά τσακώνονται και διώχνουν κάτι ενοχλητικά. Τα βλέπεις πως κουτρουβαλούν τη ράχη του ουρανού και βιάζεσαι να προλάβεις την ευχή.
Λένε πως πιάνει.
Μα δεν κάνει να μετρήσεις ποτέ τους καλεσμένους. Είναι μεγάλη αγένεια.

Κάποιος αγενής όμως, έβγαλε στ' όμορφο μπαλκόνι μας ένα παράξενο όνομα. Τσιμπουνάρι.
Θυμίζει τσιμπούρι.
Σίγουρα, όχι.
Θα ΄ναι μάλλον, επειδή τσίμπησε ο Θεός τη γη για να φυτρώσει.
 Ή από τα τσιμπήματα της ψυχής μας, κείνα που νιώθουμε κάθε φορά που ξεπερνάμε τα εμπόδια και καταφέρνουμε ν' ανέβουμε στη μαγική του κορυφή.
Κάθε φορά που έρχεται η νύχτα και κρατά από το χέρι τις αναμνήσεις με τα εφηβικά ψιθυρίσματα και τις ευχές που δεν πρόλαβαν, δυστυχώς, ν' ακούσουν τα πεφταστέρια.




Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Λίγα φθινοπωρινά

Ει, σε σένα τα στέλνω.
 Επειδή δεν πρόλαβες το καράβι ή επειδή δε σκέφτηκες καν να το πάρεις μια και σου φαίνεται λίγο το διήμερο. Επειδή μένεις πια πολύ μακριά. Επειδή λιώνεις από νοσταλγία ή επειδή έχεις αρχίσει να ξεχνάς πια. Επειδή είσαι απ' αλλού και αναβάλλεις συνεχώς την επίσκεψη στα μέρη μας. Επειδή είσαι εκεί, αλλά δεν έχεις χρόνο ν' απολαύσεις τις στιγμούλες. 
 Παίρνω τα φθινοπωρινά που είδα, τα βάζω σε χάρτινο περιτύλιγμα από εφημερίδα για να μην ξεπαγώσουν στο ταξίδι, τα δένω σφιχτά  με σπάγκο και στα στέλνω δίχως όνομα παραλήπτη.
Θα σε βρουν εύκολα.
 Όχι πολλά, με πονά η μέση μου και δε μπορώ να σηκώνω.

Να, δυο ελίτσες...
















Ένα κλωνάρι ανθισμένης κουμαριάς
















Ένα σκιερό μοναπάτι με πορτοκαλί βουλίτσα, αγγελικό, φαντάζομαι...




















Ένα "σκυλομανίτη", μα όμορφο, που να 'χει ανάγκασμα,




λίγη σιωπή μετά το μάζεμα
















κι ένα μπουκέτο κυκλάμινα.
















Κίτρινα πλατανόφυλλα που κολυμπούν αμέριμνα
















και ξένοιαστες παρέες





















στου ήλιου τα χαϊδέματα!