Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Αυλές και άδειες κάμαρες






















Το σπίτι είναι μικρό. Φαγωμένα απ' τη βροχή παράθυρα, κουρτίνες που λείπουν, πόρτες που τρίζουν στ' άνοιγμα τους.
Τα κρεβάτια στη θέση τους, με τις ίδιες κουβέρτες. Τα μπαούλα γεμάτα με παιδικά ρουχαλάκια που φαγώθηκαν από το σκόρο και με προικιά που δε δόθηκαν ποτέ.
Τα φλυτζάνια, τα βάζα, το κουτί από τη ζάχαρη, όλα εκεί. Αχρησιμοποίητα εδώ και χρόνια,.
Η ζάχαρη κρυσταλλωμένη, το γλυκό στο βάζο γέμισε μαμούνια, τα πιάτα γέμισαν ρωγμές, από το κρασί στο ντουλάπι αναδύεται μια παράξενη, βαριά μυρωδιά.
Τα πλένω ένα- ένα προσεκτικά, μη σπάσει κάποιο και χαθεί για πάντα η μυρωδιά από το φαγητό της μαμάς, τ' αγγίγματα των χειλιών, τα ακουμπήματα από τα χέρια μας.
Ύστερα, ασβεστώνω τους τοίχους. Ο ασβέστης, λένε, κάνει καλό, διώχνει τη μούχλα, φρεσκάρει, δίνει ζωή.
Έπειτα βγαίνω στην αυλή. Βγάζω ένα-ένα τ΄αγριόχορτα απ΄τους τοίχους και τις γλάστρες, βάζω χώμα καινούριο, κλαδεύω και ποτίζω τις τριανταφυλλιές και τα ζιράνια.

Α, και το γιασεμί. Να το δεις, έχει γίνει τεράστιο, απλώθηκε παντού.
Μα εγώ πρέπει να το κόβω κάθε χρόνο...
Έτσι, για να μη μοιάζει το σπίτι ακατοίκητο.


Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Ανάσες στην Πλατανωπή



το ρέμα της Πλατανωπής
Τα πολύ παλιά χρόνια, αρχές του 1700, υπολογίζω, μπορεί και πιο νωρίς, ήρθε ο πατέρας στο νησί.  Νεαρός, μεγαλόσωμος, δίχως ρούχο, ναυαγός. Έσπασε το καϊκάκι του στον Πλαταμώνα της Πλαγιάς, πήρε ν' ανηφορίζει το βουνό και κρύφτηκε στα χωράφια του Αθέρα καταντροπιασμένος για τη γύμνια του. Έτρωγε από κει ό,τι έβρισκε, θαρρούσαν πως ήταν λαγός και παραφύλαξαν να τον πιάσουν. Τον τσάκωσε ένας από την Ακαμάτρα, ιερέας, λένε πως ήταν Λυγερής, και τον επήρε σπίτι του. Η παπαδιά σαν τον είδε να μπαίνει στο κατώι, τρόμαξε από το μέγεθός του κι αναφώνησε.
-Αυτός δα ήταν ο λαγός; Μα αυτός είναι λέφας! Ελέφαντας δηλαδή.
Και του 'μεινε. Και τ΄όνομα κι η νέα του πατρίδα. Ο Λέφας. Έτσι τον ήξεραν όλοι. Κάποιοι λένε πως κατάγονταν από την Κεφαλλονιά. Κάποιοι άλλοι πως ήταν πειρατής. Δεν έχει σημασία. Το σίγουρο είναι πως ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Σοφός. Κάποιοι λένε πως έγινε κι αυτός παπάς, κάποιοι άλλοι απλά πως ήταν θρήσκος πολύ κι έχτιζε ξωκκλήσια γύρω- γύρω. Πάντως κι η εκκλησιά του χωριού πήρε κείνο το παράξενο όνομα. Η Παναγιά η Λέφαινα, η ξακουστή.
Τρεις γιους έκαμε.
Και σαν μεγάλωσαν, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια, ήρθε η ώρα να μοιράσει την περιουσία. Τα μέρη γύρω απ' το χωριό δηλαδή, γιατί τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπήρχαν τότε στον τόπο εκείνο τον έρημο.
Τους πήρε λοιπόν μια μέρα, τους πήγε στην άκρη του χωριού και τους είπε:
-Εσύ, κι έδειξε το Γιώργη, θα πας απέναντι, βλέπεις πάνω στο βουνό, έχει ρουμάνια κι ήλιο και νερό ωφέλιμο. Θα γίνεις βοσκός, μια και τόσο αγαπάς τα ζώα.
Εσύ, είπε στο μεσαίο, που σου αρέσει τόσο να σκαλίζεις τα ξύλα, θα πας ανάμεσα, στο μεγάλο ποτάμι, που ΄χει πλατάνια με γερούς κορμούς και θα γίνεις ξυλουργός.
Κι εσύ, είπε στο μεγαλύτερο, θα κάτσεις εδώ στα πατρικά, πλάι μου, θα φροντίζεις τα ξωκκλήσια και το σπίτι.
Έτσι κι έγινε.
Ο Γιώργης, ο μελαχρινός κι ο ατίθασος, πήγε στο Δρούτσουλα, έτσι τ' ονόμασε το μέρος γιατί είχε πολλούς δρύδες, βελανιδιές δηλαδή, κι έγινε από Λέφας Μαυρογιώργης, κι έτσι σώθηκε και τ΄όνομά του στους επόμενους αιώνες. Ακόμα οι απόγονοί του με τα ζώα ασχολούνται και  κάποιοι που κληρονόμησαν την ευστροφία του πάππου τους έγιναν γραμματιζούμενοι και καλλιτέχνες.
Ο άλλος, πήγε στο ποτάμι που τ΄ονόμασε Πλατανωπή, μια και είχε πολλά πλατάνια, όπως είπαμε, και έγινε ο καλύτερος ξυλουργός της περιοχής. Οι απόγονοί του, οι Ξενιάδες, ίσως και να τον έλεγαν Ξένο λοιπόν, εξακολουθούσαν για πολλά πολλά χρόνια να ασχολούνται με το ίδιο επάγγελμα.
Ο μεγάλος, έμεινε στο χωριό, την Ακαμάτρα κι έκαμε ότι του 'πε ο πατέρας του. Κι έτσι το χωριό εκείνο έχει τις πιότερες εκκλησιές και τα ομορφότερα σπίτια.

Κι έτσι έμειναν δυο χωριά απέναντι να χαιρετιούνται οι συγγενείς.
Μα ανάμεσα, σε κείνο το ποτάμι του μοναχικού ξυλουργού, δεν απόμεινε τίποτα, παιδιά. Δεν έγινε άλλο σπίτι. Μοναχά κείνου του γιου του Λέφα, του μεσαίου. Οι απόγονοι γύρισαν πίσω ή προτίμησαν άλλους τόπους. Και λίγοι πια τον θυμούνται. Τη φήμη του δηλαδή. Από τ' αντικείμενα που πρόλαβαν να δουν που τα 'χε φτιάξει με τα χέρια του και κληρονομούνταν από γενιά σε γενιά. Σκάφες, αμπάρες, πινακωτές, καφκιά (οι κατσαρόλες με τις οποίες μετρούσαν τον καρπό που έδιναν στα ζώα), κουμιά (πιθάρια για την αποθήκευση δημητριακών και όχι μόνο), μπαγκέτες (σκαμνιά για το τζάκι). Όλα μονόξυλα, μια και καρφιά δεν υπήρχαν κείνα τα χρόνια, κι ως εκ τούτου αθάνατα.
 Έπαιρνε τον κορμό και του 'δινε το σχήμα που ήθελε, όπως με το μάρμαρο φτιάχναν οι τεχνίτες τ' αγάλματα. Μονάχα για τις αμπάρες, λέει, τα τεράστια μπαούλα που ήταν καναπέδες μαζί και χώρος αποθήκευσης, κούφωνε τον κορμό κι έπειτα έφτιαχνε απ' άλλο ξύλο το καπάκι ίσα να εφαρμόζει, χωρίς μεντεσέδες, φυσικά.
Δε χτίστηκε λοιπόν άλλο σπίτι. Μα και το παλιό, δεν το 'βλεπε κανείς, καθώς το μονοπάτι πέρναγε πολύ παρακάτω κι έτσι η πρόσβαση ήταν δύσκολη κι ανώφελη άλλωστε.

Ήρθε έπειτα, παιδιά, ο πιο ανόητος δρόμος που μπορείτε να φανταστείτε, άξαφνα από την Ευρώπη, μήτε τον είχε φανταστεί κανείς κι ήταν λέει για τα ποδήλατα. Μη γελάτε, ναι, ποδήλατο σε κείνα τ΄ άγρια μέρη.
Μα έκαμε κι ένα καλό, φάνηκε μες στο ποτάμι κείνο το κτήμα το παλιό κι είναι εύκολο τώρα, αν πας με κάποιο γέροντα και σε κατατοπίσει όπως πρέπει, και δεν αγριευτείς από την απότομη ανηφόρα, είναι εύκολο να το βρεις, ναι, το σπίτι εκείνο, ύστερα από τόσους αιώνες, πώς στέκει αδερφωμένο με τα βρύχα και τα ερπετά και τους τζίτζικες. Κι είναι εύκολο να πατήσεις στα χαλάσματα, να κλείσεις τα μάτια και να φανταστείς τους ανθρώπους να γελούν στην αυλή, να ζυμώνουν, να σκαλίζουν τους κορμούς. Και μην τρομάξετε αν μια ανάσα έρθει και σας φιλήσει το μάγουλο, απομένουν ετούτες, μην το πείτε πουθενά, μα υπάρχουν ακόμη ανάσες στην Πλατανωπή.

Και γυρίστε τις σελίδες να δείτε εικονίτσες και να με πιστέψετε...


η κοίτη του χειμάρρου με τη στέρνα αριστερά...

οι καλοχτισμένοι τοίχοι δίπλα στην κοίτη

τα σκαλάκια όπως τότε
στην ανηφόρα καθώς προβάλλει ο ήλιος


και να το, τριγυρισμένο από τοίχο όπως όλα τα σπίτια της εποχής
δίχωρο

 κι ορθοκατέβατο, χωρίς πυργάρι
με θυρίδες για τη στάμνα και τα κιούπια

με το τζάκι στη γωνιά της κουζίνας...


....και με πεζούλα στην αυλή για τους επισκέπτες.


Να πάτε, έχει ακόμη φρέσκο αέρα και υπέροχη θέα. Και δωρεάν ταξιδάκια στα παλιά.


Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Λίγο ροζ απαλό







Εγώ να σας τα δείξω ήθελα, να τα διασώσω για πάντα πριν μαραθούν από το σορόκο... Δυο ωραία καδράκια κρεμασμένα στο μπλογκάκι μου. Τίποτ' άλλο.

Εντούτοις, πιστοί στο πνεύμα των ένδοξων προγόνων και των σοφών συμπατριωτών, όλα -και τα πιο απλά του κόσμου τούτου- μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για φιλοσοφικές αναζητήσεις και αποφθέγματα του τύπου:

-Έχει και το φθινόπωρο τις ομορφιές του.
-Και τα πιο σκληρά αγκάθια, κάποια στιγμή ανθίζουν.
-Τα ωραιότερα άνθη δεν έχουν άρωμα, απλά γιατί δεν το χρειάζονται.
-Υπάρχει ομορφιά ακόμη κι εκεί που δεν το περιμένεις.
-Τα νησιά έχουν το καλύτερο χώμα και τον καλύτερο ήλιο, γιατί στις πόλεις ποτέ δε βλέπεις τέτοιο θέαμα μ' όλα τα φυτοφάρμακα και τις βιταμίνες που κυκλοφορούν.
-Ό,τι φροντίζεις πολύ, απλά κακομαθαίνει, ό,τι παρατάς μονάχο, αναπτύσσεται παραδόξως θεαματικά.
-Πριν το τέλος, όλα σ' αυτό τον κόσμο επιθυμούν να εντυπωσιάσουν μπας και τα λυπηθεί κάποιος ή έστω μπας και τα θυμάται με την τελειότερη μορφή τους (έτοιμη ήταν η μάνα μου να την πετάξει τη γλάστρα).
-Η ανάγκη για αναπαραγωγή μπορεί να προκαλέσει σ΄έναν οργανισμό έως και την ολική του μεταμόρφωση ή ακόμη και ρίγη συγκίνησης.
-Ο αληθινός κόσμος, παρ' όλες τις εντυπώσεις που μας έχουν δημιουργηθεί τελευταία, δεν επηρεάζεται καθόλου μα καθόλου από τις εξελίξεις στην οικονομία.
-Τριαντάφυλλα δεν κάνουν μόνο οι τριανταφυλλιές.
-Το ροζ ταιριάζει πολύ με το πράσινο, αν και δεν το συνηθίζουμε στην ένδυση.

Τι άλλο; Εεεεε....Δε μου 'ρχεται κάτι.
Καληνύχτα...
Φύετε αφ' τις αυλές, ήβαλε κρύο.
Βάλτε τα ροζ πουλοβεράκια
 ή απλά...
κουκουλωθείτε ν΄αντέξουμε.





Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Είναι δικός μας, τελικά!


    Ο Σεπτέμβης είναι ωραίος στο νησί πάντα. Δεν έχει φίλο κανένα σχεδόν. Μα έχει μπουνάτσα, συνήθως, και πατέρα και μάνα και αδέρφια. Και χρόνο πολύ για όσα αφήνεις ατέλειωτα τον Αύγουστο. Και τρέχεις να προλάβεις. Προτού έρθει ξανά το κυριακάτικο βράδυ που το Μύκονος θα φανεί απ' τη Σάμο. Και λαχανιάζεις μες τα βουνά και τις ραχούλες, μες τα δωμάτια  που 'χουν ακόμη τα βατραχοπέδιλα στη γωνία και τις μπουμπουνιέρες απ' τον τελευταίο γάμο στο ράφι ξεχασμένες...
Κι ο πατέρας περιμένει εναγωνίως.
-Έλα, ίσα που προλαβαίνουμε. Του χρόνου θα 'μαι ογδόντα τέσσερα. Σιγά να μην μπορώ να σου δείξω το κτήμα.
-Ποιο κτήμα, καλέ; Α, κατάλαβα, κείνο που δεν το ξέρει κανείς...
-Ε, και τι θα γίνει; Πρέπει να στο δείξω. Και συ να το δείξεις στα παιδιά. Ο αδερφός σου δεν αδειάζει. Ίσα που προλαβαίνουμε, σου λέω.
-Ε, καλά, θα πάμε.
Και το μεσημέρι της Κυριακής, δεν κατάλαβα το πώς ακριβώς. Αυτή η φράση μάλλον που 'χει μείνει στο υποσυνείδητο όλων μας σχεδόν: "Ή τώρα ή ποτέ". Πατάω φρένο στον επαρχιακό δρόμο που χωρίζει το Δρούτσουλα από το Κεραμέ. Για άλλες δουλειές είχαμε πάει στο χωριό. Το "καλά, θα πάμε" του το 'χα πει ατέλειωτες φορές, χωρίς να το εννοώ.
-Έλα, πάμε τώρα. Μπορείς;
Είχα φροντίσει να 'χω μαζί μπογιά και πινέλο. Μια απόφαση είναι όλα.
-Α, επιτέλους!  Μα είναι το πιο μεγάλο κτήμα που έχουμε. Θα 'φευγα με τον καημό. Παλιά σπέρναμε κιόλας. Το λέγαμε "στο Λαιμό". Κι ύστερα πέρασε ο δρόμος, μα δεν το πείραξε. Μας άφησε μάλιστα και πρόσοψη καλή.
-Πού είναι η πρόσοψη;
-Αυτουδά που σταμάτησες.
-Ε; Είναι δικό μας αυτό;
-Άμε, ακολούθα....
Και πιάνουμε την ανηφόρα. Άντρακλες και ακισαριές, μπλεγμένα ένα κουβάρι και πεύκα κι ανάμματα. Κυρίως όμως βράχια.
Μα αυτός είχε τόσο ενθουσιαστεί που ξέχασε τα χρόνια κι έβαζε το μπαστούνι σε κάθε σχίσμα, σε κάθε γωνιά χωματένια και προχωρούσε ακάθεκτος.
-Εδώ κι εδώ. Και πιο πέρα. Ακολούθα. Βάζε σημάδια. Το 'χω από τον πάππου μου. Τ' αρχικά μου βάλε, να το βρεις εύκολα μετά. Χάθηκαν οι οροί μες τα κλαδιά.
Ορούς λέμε τις όρθιες πέτρες, τους ατσίρους, που βοηθούν στην οριοθέτηση των χωραφιών και στη σηματοδότηση των μονοπατιών που χάνονται.
-Μα πού, εδώ σπέρνατε; Εδώ είναι ο γκρεμός...
-Ο γκρεμός δικός μας είναι. Να, εδώ, στην άκρη. Βάλε σημάδια.
 Έτρεξα να τον προλάβω. Στην άκρη του γκρεμού φοβάμαι. Για τους άλλους, κυρίως. Αφήνω τη φωτογραφική και του πιάνω με πανικό την άκρη απ' το μανίκι.
-Ήντα φοβάσαι; Εδωνά ηπέρασα τα νιάτα μου μεταδένοντας και ξαναμεταδένοντας, από μικρό παιδάκι εδωνά 'μαι... Άσε με εμένα και βάζε σημάδια.

  Κι είμαι εκεί ξαφνικά στην άκρη του γκρεμού που πάντα αγαπούσα, από την αρχή του στη δεξαμενή ως το τέλειωμα στον Άσπρο Λούρο. Εκεί έφερνα και τα μικρά για να τους δείξω τις παραξενιές της φύσης και τη μεγαλοπρέπεια του τοπίου της πατρίδας τους.
-Καλέ μπαμπά, έλα στα συγκαλά σου. Είναι δικός μας ο γκρεμός;
-Δικός μας. Βάλε τα αρχικά.


Μένω με το πινέλο στο χέρι. Τι νόημα έχει;
-Μπαμπά, ντρέπομαι. Οι γκρεμοί, θαρρώ δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Κι αν ναι, ανήκουν σ΄όλους. Θα βάλω καμιά ζωγραφιά, αν θες, μα αρχικά δεν μπορώ, λυπήσου με.
-Καλά, βάλε ένα λουλουδάκι. Μόνο να ξέρουν τα παιδιά και να το 'βρουνε. Ας είναι και λουλούδι. Και μια τελεία ακόμη, ας είναι. Να ξέρουν μόνο πως ο γκρεμός ετούτος είναι δικός μας.

Ύστερα βρήκαμε και πιο στρωτά μέρη. Και μέρη που βγαίνουνε μανίτες το χειμώνα. Και μέρη μες τις φυλλωσιές που όντως μπορείς να σπείρεις, αν είναι τόσο δύσκολα τα χρόνια. Κι έβαλα κι αρχικά. Θεέ μου, συχώρα με...
Μα το γκρεμό, λυπηθείτε με, αδέρφια, το γκρεμό και την άκρη του τους άφησα με το λουλουδάκι. Άμα το βρείτε κάποτε, να με θυμηθείτε. Και να δείτε το τοπίο. Αξίζει. Να στέκεσαι σ' ενός γκρεμού την άκρη.
Άσε που έχει κι εναλλακτικές...

Να ξαπλώνεις στο μάρμαρο ή να στέκεσαι όρθιος εννοώ, κρατώντας σου κάποιος το μανίκι. Όχι, μην πάει ο νους σας στο κακό.




Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Πεντάμορφο δηλητήριο

                            Colchicum variegatum
 "Βγαίνουνε κάτω απ' τις ελιές κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη. Είδες τα τι όμορφα;"
Αυτό μονάχα. Βγάζεις βιαστικά τη μηχανή. 
"Ένα λεπτό, έρχομαι..." και τ' απαθανατίζεις, λες κι είναι σπάνια. Μα δεν είναι. Τα 'χεις δει χιλιάδες φορές τέτοιο μήνα σαν ήσουν παιδί. Ένα ροζ που σε ζαλίζει ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα και τους ίσκιους του φθινοπώρου. Φιδίσιο δέρμα, ανέγγιχτο. Ποτέ δεν τόλμησες ν' αγγίξεις ένα από δαύτα. Φοβάσαι μη χαλάσεις την ομορφιά ετούτη.  Ύστερα γυρνάς στην πόλη και τα καμαρώνεις.  Ψάχνεις τα γκουγκλ, πατάς πλήκτρα και τα βρίσκεις επιτέλους. Τα ξέρουν καμπόσοι κι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Άλλοι τα καμαρώνουν κι άλλοι τα χρησιμοποιούν. Δεν είναι όμορφα μονάχα. Έχουν και δηλητήριο, δηλαδή δύναμη ανίκητη. Έχουν ενδιαφέρουσα ετυμολογία. Μοναδικότητα, όχι.
Ξεχωριστά, ναι.
Πεντάμορφα, ναι.
Ενδιαφέροντα, επίσης.
Καριώτικα, βεβαίως, αν και όχι μόνο.
Εν τέλει κρινάκια του φθινοπώρου.
Και διαβάζεις. Αντιγραφή και επικόλληση. Ο κλέψας του κλέψαντος.
Ιδού τα κλοπιμαία:

Η άνθηση των κολχικών σηματοδοτεί τον ερχομό του φθινοπώρου. Τα μελτέμια σταματάνε, η θερμοκρασία του αέρα πέφτει, η μέρα μικραίνει και το φως γίνεται απαλό. Αυτά είναι τα σημάδια που περιμένουν οι βολβοί των κολχικών, κάτω από το έδαφος, για να ξεπροβάλουν στην επιφάνεια τα κρινάκια τους.
Τα κολχικά είναι δηλητηριώδη φυτά. Όλα τα μέρη τους περιέχουν την κολχικίνη, που είναι δραστικό δηλητήριο. Με ένα τέτοιο δηλητήριο υποτίθεται ότι η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της στην Κολχίδα και γι' αυτό τα φυτά ονομάστηκαν κολχικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 20 είδη.

Κι απ' αλλού:

Τα κολχικά μαζί με τα κυκλάμινα, και τις ουργινέες, ανθίζουν νωρίς το φθινόπωρο, αρκετές φορές πριν ακόμη να βρέξει.

Είναι όμορφα κρινάκια από την οικογένεια των Λιλιιδών, και μοιάζουν πολύ με τους κρόκους αν και δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους αφού οι κρόκοι ανήκουν στην οικογένεια των Ιριδιδών.

Από το βολβό του εκφύεται σωληνοειδής βλαστός που περιβάλλεται από σπάθη. Στην άκρη του σωλήνα αναπτύσσεται το άνθος με 6 πέταλα. Τα φύλλα συνήθως παρουσιάζονται αργότερα μετά την άνθιση.

Είναι δηλητηριώδες φυτό σε όλα τα μέρη του που περιέχουν το δραστικό δηλητήριο κολχικίνη. Θεωρείται από τα φυτά της μάγισσας Εκάτης, μητέρας ή αδελφής της Μήδειας, και μυθολογείται πως με αυτό η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της.

Την ονομασία τους την οφείλουν στην Κολχίδα από την οποία και θεωρείται ότι ήλθαν. Το κολχικό του Σφήκα είναι νανώδες φυτό με ύψος που φθάνει τα 10 εκατοστά και τα άνθη του είναι ρόδινα και μερικές φορές σχεδόν λευκά.


Αυτά. Μη σκεφτείτε να τα κόψετε. Αυτό κατάλαβα. Μονάχα για κλικ και καμαρώματα. 

Καλό φθινόπωρο να 'χουμε!


  

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το "ναι" κι η συνταγή που χάθηκε.


στης αυλής τα λούλουδα
  Ήτανε πάντα περήφανη κι αξιοπρεπής. Με την οικογένεια, τον άντρα της και τα τρία της παιδιά, ύστερα από χρόνια με τα εγγόνια και με τον παππού κατάκοιτο σχεδόν. Απόκτησε τότε το πιο μικρό παιδί της και τον έλουζε, τον χτένιζε, τον καμάρωνε. Δεν είχε χρόνο μήτε για βόλτες, μήτε για πολλές κουβέντες. Μα σαν ένιωθε πως πνίγονταν από τις έννοιες, τους άφηνε για μισή ώρα το πολύ κι ερχόταν στην αυλή.
Με το χαμόγελο και με λέξεις χιλιάδες να στέκουνε στα χείλη. Βιάζονταν όμως να βγουν κι έρχονταν κουτρουβαλιστές.
Κατάγονταν, βλέπετε, η γυναίκα ετούτη απ' άλλα μέρη, βορειοελλαδίτικα, και μιλάνε αλλιώτικα εκεί. Περιφρονούν τα φωνήεντα -που εμείς τα 'χουμε σε μεγάλη υπόληψη- κι αμολούν κάτι σύμφωνα στη σειρά κι άνοιγα τα μάτια και τ' αυτιά ν' ακούσω τίποτα, να καταλάβω. Η προσπάθεια ήταν εξοντωτική και θα τα παράταγα. Κι εγώ κι όλοι μας. Μα έλα που 'κανε και κάτι κινήσεις όμορφες με τα δυο χέρια κι εσηκώνουνταν και μας παραστούσε τον έναν και τον άλλο, το γιο, τη συμπεθέρα, τη γειτόνισσα.
 Και πού να την αφήσεις τέτοια απόλαυση, μοναδική!
 Και τον εαυτό της παρίστανε κι εγελούσε και είχε και φράσεις σοφές να μας παρηγορούν στα δύσκολα ή να μας προβληματίζουν στα εύκολα... Μ' αυτές δε βιάζονταν να τις πει. Όχι, τόνισε μία μία λέξη ξεχωριστά, σα να 'ταν συνταγές πολύτιμες που έπρεπε να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για να μπουν μες το μυαλό μας όμορφα, με τάξη, να σφηνωθούν εκεί, να μη χαθούν ποτέ.

Μα ύστερα εκείνος πέθανε και πήρε μαζί του εκτός απ' την αγάπη τους και κάτι άλλο πολύτιμο.
Πήρε τις αναμνήσεις όλες.
Δεν άφησε μήτε συμβάντα, μήτε ονόματα, μήτε το χρόνο, τίποτα!
Μια γόμα και σβηστήκαν όλα.
Όχι όλα, σχεδόν όλα.

Ένα απόγευμα αυγουστιάτικο εμφανίστηκε στην αυλή σκαστή σχεδόν.
Έκατσε σε μια καρέκλα της αυλής, δε θυμόταν νέο κανένα. Μονάχα όσα άκουσε τα τελευταία λεπτά.
Ούτε κι εμάς μας θυμόταν, μοναχά τη φιγούρα της μάνας μου που μοιραζόταν μαζί της πολλά και για πολλά-πολλά χρόνια κι ένιωθε οικειότητα.
-Κι όπως κατέβαινα, αν έχεις το Θεό σου, ακούω λέει πως χώρισε ένα ζευγάρι. Δε θυμάμαι ονόματα. Μα χωρίζουν τα ζευγάρια; ρωτάει με αφοπλιστική αφέλεια μικρού παιδιού.
-Ε, χωρίζουνε καμιά φορά, της απαντά η μάνα μου με μούδιασμα για τα πρόσφατα τότε καμώματα της κόρης της.
-Και γιατί να χωρίσει ένα ζευγάρι; συνεχίζει απτόητη. Ε, αυτό ούτε το πιστεύω ούτε και το καταλαβαίνω... και κούναε το κεφάλι.
-Ε, να, συνέχισε η μάνα μου, είναι που δε συμφωνούνε και τσακώνονται κι άμα δε συμφωνούνε πιο καλά είναι να χωρίσουνε (της είχα πλασάρει εγώ το επιχείρημα την προηγούμενη μέρα, όχι πως το πίστευε).
-Τι θα πει δε συμφωνούν; ρωτά με γουρλωμένα μάτια. Αφού είναι ζευγάρι, γίνεται να μη συμφωνούν;
-Ε, μα καμιά φορά να, ο ένας λέει έτσι, ο άλλος λέει αλλιώς... Διαφορετικές απόψεις έχουνε, ε, κι οι καβγάδες εν είναι καλό πράμα..
-Έλα Παναγιά μου, βάζει τις φωνές, κι είναι λόγος αυτός, μωρέ να χωρίσει ένα ζευγάρι;  Άποψη, λέει. Βρε είχαμε εμείς άποψη; Θυμάσαι να 'χαμε άποψη; ρωτάει στους ίδιους υψηλούς τόνους.
Σα να 'ταν χτες και να τα θυμόταν όλα.
-Κείνο που νομίζαμε σωστό κάναμε, μα στις κουβέντες... συμφωνούσαμε πάντα. Θυμάσαι εσύ άλλα; Μια απόφαση είχα πάρει κι ό,τι κι αν άκουγα ένα "ναι"έλεγα και όλα τελειώναν όμορφα  Μια λέξη είναι το"ναι"...  Λέγε "ναι"!  Σιγά το δύσκολο.
Η μάνα μου είδε τα φώτα απ' τ΄αμάξι των παιδιών που 'ρθαν να την πάρουν, την έπιασε απ' το μπράτσο τρυφερά.
-Μα ναι, έτσε δά είναι που τα λες. Μα ποιος ακούει. Ακούν κανένα; Βρε, διάολο εν ακούν.
Κι ύστερα μπαίνοντας στο σπίτι...
-Την ήκουσες; Μη γελάς καθόλου. Πιότερο μυαλό είχαμε τότε. Κι αυτή την είδες;  Πιότερο έχει από σένα.



Ύστερα το σκέφτηκα καλύτερα. Βρε, μπας είχε δίκιο; Από τρελό κι από μικρό...
Κι έπιασα να διαδώσω τη συνταγή μπας κι είναι γιατρικό. Για τους άλλους βέβαια, γιατί εγώ έχω ασθένεια ανίατη. Και την έδωσα στη φιλενάδα την πιο καλή και την πιο παραδοσιακή, ας πούμε, για να μην τσακώνεται με τον καλό της. Δεν τσακώθηκε, μα αν το συνέχιζε θα χώριζε κατευθείαν.
Κόντεψε να τον τρελάνει τον κακόμοιρο.
"Βούιζε το κεφάλι μου, μου 'λεγε μετά ο σύζυγος, ο οποίος δεν είχε υποψιαστεί πως εγώ ήμουν η αιτία της ξαφνικής μετάλλαξης της γυναίκας του. Δεν μπορείς να φανταστείς. Ό,τι και να της λέω, να μου απαντάει:


-Ναι, ναι, ναι...
-Τι ναι; 
-Ναι, αγάπη μου, ναι ,ναι. 
-Βρε, με δουλεύεις; Γιατί σιγά μη συμφωνείς.
-Ναι, αγάπη μου. Εεε, όχι αγάπη μου, δε σε δουλεύω. Τα λες πολύ σωστά όλα. Κι εγώ μαζί σου.


Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Πήγε να μου στρίψει. Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα...."

Ε, την έπιασα ξανά με τρόπο.
-'Αστο, κορίτσι μου, δεν πιάνει. Μην παιδευόμαστε άδικα. Πάει τη χάσαμε τη συνταγή. 
Ζωή κι αυτή!



Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

αλλά τα βράδια ...

Στο χωριό... Αύγουστος 2011
















Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη


Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη


Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δως μου το χέρι σου...
Δως μου το χέρι σου


(Τάσος Λειβαδίτης, 
από τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», 1953)


Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

"Βρε, πιο καλά..."

Στα ουζερί του λιμένος - καλοκαίρι 2011
Ένας παράξενος Ιούλιος ήταν ο φετινός. Μια ατέλειωτη μπουνάτσα, μήτε μια μέρα δεν έκαμε να ρυτιδιάσει η θάλασσα. Παραδεισένιος καιρός. Μα οι ψυχές όλων σε μια αγωνία. Τι θα γίνει, πού θα πάει η κατάσταση, από Σεπτέβρη θα 'ρχονταν λέει νέα μέτρα, μπορεί και το τέλος της κυβέρνησης, μπορεί και το τέλος της χώρας. Μα κάποιοι δεν αγωνιούσαν πια. Τέλειωσαν νωρίτερα...
Τι 'τανε κείνο! Αν όχι κάθε μέρα, τουλάχιστον μέρα παρά μέρα άκουγες για τον ξαφνικό θάνατο κάποιου, πνιγμοί, εγκεφαλικά, μέχρι και αυτοκτονία. Πάνε και οι διεθνούς ακτινοβολίας ευοίωνες προοπτικές μιας αιωνόβιας ζωής, πάνε και οι θεωρίες περί "αειζωίας", πάνε και τα πανηγύρια που αναβάλλονταν το ένα μετά το άλλο... Μια κατήφεια γενική. "Τι μήνας κι αυτός!" "Να πάει και να μην ξανάρθει..."  Κι άλλα τέτοια άκουγες συνέχεια.
Στο λιμάνι ένας δυο γνωστοί. Όλοι γνωστοί δηλαδή, πού τουρίστας κείνο το μήνα, μα ε, δε μιλάμε όλοι μεταξύ μας. Ο σερβιτόρος μεσήλικας. Φίλος των γνωστών μου από την Αθήνα...
-Πώς πάνε οι διακοπούλες; του λέει ο Μάνος που μόλις είχε έρθει από τον Πειραιά.
Καλά; Καλά;
Τι 'τανε να του πει τέτοια λόγια και να χαμογελά κιόλας;
Ακουμπά κάτω το δίσκο χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι κι αλλιώς, απ' ότι κατάλαβα μετά, εθελοντικά έκανε το σερβιτόρο, σε άδεια ήταν ο άνθρωπος... Παίρνει την καρέκλα αποφασιστικά στο μέρος του, κάθεται με το 'να πόδι έτοιμο να ξεκινήσει πάλι.
-Βρε, με δουλεύεις; Ε ντρέπεσαι; Εδώ βρε χάνεται ο κόσμος!  Ηπελάγωσα από τη μέρα που 'ρθα... Κηδείες, μνημόσυνα, κόλλυβα, εδωνά ο αδερφός μου ζορισμένος, τα βράδια ξενυχτάω πήγαιν' έλα να σερβέρω, τη μέρα να συνεφέρω τις πεζούλες, το σπίτι είν' έτοιμο να πέσει,  τα γραμμάτια κάτω τρέχουνε σαν παλαβά, δουλειά αμφιβάλλω αν θα 'χω- ο διάολος λέει πως α το κλείσει το ρημάδι.... Δηλαδή, χάλια, χάλια, που πιο χάλια ε γίνεται, έλεγε κουνώντας με νεύρα και τα δυο του χέρια. Άκου διακοπούλες...
-Βρε παράτα τα και ξεκουράσου λίγο... απαντά κάπως μουδιασμένος ο Μάνος.
Εκείνος πιάνει το μέτωπο, γυρνά το κεφάλι δεξιά κοιτώτας προς τα κάτω, σηκώνεται, του δείχνει την παλάμη του τη βρεμένη.
-Βρε, αυτο δά το βλέπεις; Το δες; Ίδρως είναι. Τ' ακούς; Ίδρως. Ετσεδά θα τρέχει μέχρι το πρωί. Παράτα τα, λέει... Λες να μη θέλω;. Μπορώ όμως, ε; Πε μου. Μπορώ;
Ο Μάνος παραιτείται και τον κοιτά με οίκτο πια.
Πάει, μας το χάλασε το κέφι.
Μιλιά δε βγάζει κανείς.

Μα ξαφνικά, λίγο πριν μπει μέσα στο μαγαζί, μια αναλαμπή!
Δε βλέπω το πρόσωπο, μα δείχνει κάτι να σκέφτεται. Σταματά κι αμέσως μετά μια όπισθεν σχεδόν.
Ο Μάνος ξαφνιάζεται. Σα να τον φοβάται πια μετά από τόση κατσάδα που άκουσε.
Αλλά το ύφος του είναι εντελώς διαφορετικό. Παιχνιδιάρικο. Με τσαχπινιά θα μπορούσε να πει κανείς. Σαν να' ναι κάποιος άλλος τώρα...Τον αγγίζει στον ώμο με τη γνώριμη ζεστασιά των Ικαριωτών. Η φωνή του έχει γλυκάνει παράξενα κι ακούγεται ψιθυριστή σχεδόν σα να συνωμοτούσαμε για κάτι...
-Ε, μα να σου πω... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, πιο καλά. Τι λέτε κι εσείς, παιδιά, ε; Συφωνούμε; Σιγά τα βάσανα... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, καλύτερα...
Θυμήθηκε φαίνεται το θανατικό, ήρθε στη θέση τους, του φάνηκε αχαριστία τόση γκρίνια για τα βάσανα τα επίγεια, το 'δε αλλιώς, σε μια στιγμή μονάχα... Ε, και το γύρισε.
Έτσι κι αλλιώς πόση ώρα αντέχουν οι Καριώτες τη γκρίνια;
Είτε την ακούν, είτε την εκφράζουν. Όχι, το γυρίζουν εύκολα.
Βρε, πιο καλά...


Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κόρες του γιαλού

Βλέμμα ναζιάρικο, πείσμα κι οργή που ανάβει και φουντώνει απότομα, όρεξη γι' αγκαλιές και χαμόγελα, κάνει μόνο όσα θέλει και για τ' άλλα.... προσποιείται για λίγο κι ύστερα κάνα δυο κοπλιμέντα, δυο τρία στριφογυρίσματα προσποιητά κι έπειτα στον αρχικό της στόχο.
Αγαπά τα χάδια και γουργουρίζει γατίσια.
Κάποιες φορές σουφρώνει τα δυο της φρυδάκια και κάνει ξανά πως είναι μωρό κι αμέσως μετά υψώνει τη φωνή και θέλει να τη λογαριάσουμε για μεγάλη.
Διεκδικεί κάθε δικαίωμα από τη ζωή άφοβα με τρόπο που δε σε θυμώνει ποτέ, έστω κι αν πρέπει να καμωθούμε πως μας θύμωσε.
Βάζει στα μαλλιά κοκαλάκια και φτιάχνει τέλειες πλεξουδίτσες. Νωρίς νωρίς εγκαταλείπει τα φουστάνια και προτιμά τα τζην και τα παράξενα βραχιόλια, τα σκούρα μπλουζάκια, τις αλυσιδίτσες στο πόδι, το αεράτο βάδισμα.
Αργεί πάντα να ετοιμαστεί και αργεί επίσης να επιστρέψει.
Ξέρει καλά να γέρνει με τρόπο το κεφαλάκι και να σου κάνει νοήματα πίσω από την πλάτη των άλλων σα γνήσιο θηλυκό. Σχολιάζει έτσι τις αντιδράσεις τους που ποτέ μα ποτέ δεν παίρνει στα σοβαρά.
Δεν φοβάται τίποτα ακόμα κι όταν εμείς ουρλιάζουμε σχεδόν όταν ανακαλύπτουμε  τα επικίνδυνα καμώματα που σκαρφίζεται.
Της μοίρας τα ταρακουνήματα που κερνά αρρώστιες και κακοτυχίες ξέρει να τα πιάνει από τα μαλλιά. Κι όλα τότε υποκύπτουν στη δική της θέληση. Μ' ένα μαγικό τρόπο σκύβουν το κεφάλι και χάνονται. Κι εμείς που τη χάσαμε πια ετούτη τη δύναμη με τα χρόνια, λέμε μοναχά "θυμάσαι τότε;" και τρέμουμε σε κάθε παραστράτημα κι απομένουμε αδύναμες να θυμηθούμε στ' αλήθεια εκείνο το κουράγιο και τη θέληση... Απομένουμε μονάχα να χαζεύουμε ομοιότητες, κινήσεις και συνήθειες που μας θυμίζουν τα δικά μας δώδεκα ή τα δικά μας δεκατέσσερα, τη δική μας αέρινη ύπαρξη...

 Κείνη γελά δυνατά και μας κοιτά με τσαχπινιά, χαζεύοντας τον ήλιο που αχνοφαίνεται καθώς χαράζει μετά το πανηγύρι. Κι ανάγκη τότε, αλήθεια, δεν έχουν τις μανάδες οι κόρες του γιαλού, οι καριώτικες, του κόσμου όλου. Οι άτρωτες.

 Καλό ξημέρωμα, μικρές φιλεναδίτσες...





Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Οι καλομοίρες κι ο τρόμος του βασιλόφιδου

 Ο μύθος του χωριού κι ο τρόμος όλων δεν ήτανε τα φαντάσματα, οι καλομοίρες, όπως τα ονόμαζαν. Ετούτες ήτανε καλές, όπως μαρτυρά και τ΄όνομά τους κι η υποτιθέμενη παρουσία τους αποδεκτή απ' όλους.
Μονάχα εμάς τα παιδιά μπορούσαν να φοβίσουν. Για τους μεγάλους ήτανε η συντροφιά, τάχα, στα σκοτεινά περάσματα κι η εύκολη απάντηση για οτιδήποτε δε μπορούσαν να εξηγήσουν με τη λογική.

-Κι όπως ερχόμουνα, βρε παιδιά, λέγανε στο καφενείο, άξαφνα ακούω ένα γδούπο παράξενο.
-Ε, καλομοίρα, θά 'τονε, απαντούσαν οι σοφότεροι.
-Κι εκεδά που ανέβαινα απ΄τ΄Αλί Κασί, έλεγε άλλος την επόμενη βραδιά, δυο ξύλα ηπέσανε άξαφνα στα πόδια της γαϊδούρας...
-Ηφοβήθηκε το ζώο; ρωτούσαν οι ειδήμονες.
-Αν ηφοβήθηκε, λέει, ήρχισε κι ητσίναε κι ίσα να με ρίξει από κάτω...
-Ε, κι απέκειο, τις φοβούντε μαθές τις καλομοίρες τα ζωντανά... Κείνη δά θα τα 'ριξε τα ξύλα.
-Βρε, ε μ΄ένοιαζε, το ΄χα πναστεί κι από μονάχος μου... Μόνο που ηναγκάστηκα να κάμω από άλλο δρόμο, γι' αυτό δα κι ήργησα. Εν ηπέρναε τ΄αναθεματισμένο από κείνο δα το σημείο με τίποτα...
Οι πιο "γενναίοι" έκαναν και συζήτηση μαζί τους...
-Κάνω πως περνάω την Αλάμα και να σου μια καλομοίρα που ε κιοτούσε να με δει στα μάθκια παρά μου 'λεγε κάτι ζαβάδες που γρι εν ηκαταλάβαινα. Ε, μα εγώ, μαθές, τη γνώρισα. Ήτονε η κυρά- Ρήνη, η συχωρεμένη, κι ηθάρρου πως α με τρομάξει...
Μετά από τέτοιες διηγήσεις βέβαια ακολουθούσε σιωπή στον καφενέ. Μόνο κάνα κούνημα του κεφαλιού οι πιο ευγενικοί. Οι άλλοι συνέχιζαν την πρέφα χαμογελώντας πονηρά. Κι ήντα να πεις, μαθές, για τη φαντασία του καθενός...

Dolichophis caspius  (Caspian Whipsnake)
                      φωτό από εδώ 
        Tο βασιλόφιδο της Νικαριάς.
Αν και χωρίς την ..."κορώνα" του μύθου.
Εκείνο που 'κανε τα μάτια των χωρικών να γουρλώνουν, τα χέρια να παραλύουν και το στόμα ν΄ανοίγει διάπλατα ήτανε μόνο η εμφάνιση του βασιλόφιδου! Ζούσε λέγανε στα χωράφια του Αλί Κασί μα είχε κάνει την εμφάνιση του και σε κάτι νερά παρακάτω στην εκκλησιά του Αη Νικήτα...
-Αυτό το φίδι είναι του βασιλιά; ρωτάγαμε τον πατέρα μου σαν ήμαστε μικρά.
-Μωρέ του Θεού θα 'ναι, για να ζει σ' αυτό τον κόσμο. Μα το 'βγαλαν έτσι, γιατί στο κεφάλι του έχει ένα εξόγκωμα σαν κορώνα.
Αυτό μόνο. Κι ότι ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο. Ούτε ότι επιτέθηκε σε κάποιον ούτε ότι δάγκωσε ποτέ κανένα είχαμε ακουστά. Ξέραμε μόνο ότι ετούτο μόνο με τ΄όνομά του τους φόβιζε όλους. Ξέραμε ακόμη πως ήταν ένα. Ποτέ δεν έλεγαν τη λέξη στον πληθυντικό, μόνο "το βασιλόφιδο" έλεγαν. Με το "το" τονισμένο.
-Το 'δες ποτέ, μπαμπά;
-Θαρρώ. Μα πριν το δω το φοβόμουν γιατί μικρό σαν ήμουν είδα το Σταύρο πώς έγινε άμα το 'δε...
Ηνεβαίναμε το μονοπάτι κι ηκάτσαμε ν' αποσκιάσουμε. Άξαφνα ακούμε ένα θόρυβο μεγάλο πίσω μας μα ίσαμε να καταλάβουμε βλέπουμε το Σταύρο που ηκοίταε κατα κεί κι είχε σταθεί σα στήλη άλατος. Κάναμε να τον συνεφέρουμε μα ηκόντευε να μας μείνει στα χέρια. Πώς βλέπεις έναν πεθαμένο που στέκει ακόμη όρθιος δίχως ψυχή, χωρίς βλέμμα ζωντανό, χωρίς μιλιά; Ετσε δά τονε. Πιάνουμε και τον κουβαλάμε στο χωριό. Τον βλέπει η γιαγιά του και βάζει τις φωνές."Άχου, ήντα 'παθε το παιδί;" "Το και το..." "Παναγία μου, είδε το βασιλόφιδο, τρεχάτε να το συνεφέρουμε..."
-Και συνήλθε;
-Ύστερα από μέρες. Δεν ηκουνιούνταν, δεν ήβγαζε άχνα. Μόνο που 'νάσαινε.
-Κι ύστερα;
-Γρι. Είπε μόνο μια φορά πως το δε κι ύστερα δεν την ήθελε πια αυτη δα τη συζήτηση. Βρε, και μεγάλος που 'τονε, ηταράζοντο άμα ήπιανες να τον ρωτήσεις για το βασιλόφιδο.
Άκουσα κι άλλες ιστορίες αργότερα. Άλλος πως είναι τόσο χοντρό σαν το γαστρί για τις μέλισσες, άλλος πως έσπαγε κλαδιά στο πέρασμά του κι όποιος τα έβλεπε εξαφανίζονταν από την περιοχή για μέρες. Άλλος πως έχει την ικανότητα να μαγνητίζει εκπέμποντας ένα είδος ηλεκτρισμού. Ο πατέρας μου πάλι πως, όταν το 'δε τελικά, ηπέρναε από τον ένα βράχο στον άλλο δίχως ν΄ακουμπά στο έδαφος. "Απάνω από το μονοπάτι που απείχανε τα βράχια κάνα δυο μέτρα άξαφνα έκαμε σκιά κι αντί για σύννεφο ήτον εκείνο. Επάγωσα κι έμεινα με το σταμνί στα χέρια για ώρα πολύ." 
Το εξόγκωμα στο κεφάλι δεν το σιγούρεψα βέβαια. Άλυτο το μυστήριο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα χωράφια κείνα ρήμαξαν κι ο μύθος(;) ετούτος ξεχάστηκε σχεδόν.

Ο τρόμος της παραλυσίας, όχι.
Εκπέμπεται από άλλες πηγές σήμερα....