Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Μύσταξ και παρατσούκλια



Εκείνος με το παρατσούκλι Ζούτουνας, λέει, είχε το καφενείο-χασάπικο-μαγειρείο αλλά και ψιλικατζίδικο στο πάλαι ποτέ εμπορικό στενό του Καραβοστάμου. Ένα εμπορικό στενό που πριν λίγες μέρες η θεία μου, καθώς πίναμε τον καφέ μας, το χαρακτήρισε ως την «Ερμού» της κωμόπολης που κάποτε υπήρξε το σημερινό πανέμορφο χωριουδάκι, τότε με 120 παιδιά στο δημοτικό, τώρα με είκοσι και αν…
Στο στενάκι ετούτο μαζεύονταν πριν χρόνια όλοι οι Ικαριώτες της περιοχής για τα ψώνια. Αυτοί που έρχονταν από το Γέροντος ή την Αρέθουσα είχαν μαζί και τα γαϊδούρια τους για τη μεταφορά των προϊόντων που θ’ αγόραζαν.

«Τρεις γαϊδουροσταθμούς είχαμε τότε στο χωριό» συνεχίζει η θεία μου με καμάρι. «Έναν στο ποτάμι, έναν άλλο στην "Ερμού" και έναν τρίτο κοντά στης Μεντούς».

Η Μεντού είχε «τη βιοτεχνία» -μισοβυθισμένο σπιτάκι τώρα απ’ τα χώματα και τα τσιμέντα- στο γιαλό, πλάι στον καφενέ του Μπατανιά, κι έφτιαχνε μέντες. Εξ ου και το παρατσούκλι... Μια τεράστια κατσαρόλα σιγόβραζε όλη μέρα και χάριζε ευωδιά και χαρά στην πιτσιρικαρία και όχι μόνο.

Ο Καμιλιέρης είχε επίσης στην "Ερμού" την ταβέρνα με το μοναδικό γραμμόφωνο του χωριού που έπαιζε μόνιμα το αγαπημένο του: «Αραπίνες, μαύρες, ερωτιάρες…..» Εξ ου και το παρατσούκλι…
Ο Τσικνιάς είχε το άλλο χασάπικο, ανταγωνιστής του Ζούτουνα. Κοντά τους κι ο Κανάρης με το ψιλικατζίδικο.
Στα σκαλάκια του σπιτιού της η Μπαρταδίνα παρακολουθούσε κάθε κίνηση της πελατείας.

Ο Λαλάγκος –επίσης παρατσούκλι, όπως και τα προηγούμενα- δεν είχε κατάστημα, ούτε ήταν παρατηρητής, ήταν φιλόλογος κι ερχόταν εκεί για τον καθημερινό του περίπατο.

Νάτος! Πλησιάζει με αυστηρότητα.

Ο Ζούτουνας ξελαρυγγιάζεται για να νικήσει τον ανταγωνιστή του, τον Τσικνιά.
-Να, να, να!! Εδώ ζυγούρι!! Ζυγούουουρι που λιγδώνει ο μούσταξ!!!

Ο Λαλάγκος, όλο αγανάκτηση, επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα για χιλιοστή φορά…
-Για τ’ όνομα του Θεού, Σιδερή, ο μύσταξ, όχι ο μούσταξ…

Ο διάλογος επαναλαμβάνεται καθημερινά, λένε, για χρόνια…

Για χρόνια...

Ταξιδεύουμε, ανοίγουν ξανά τα πατζούρια, γεμίζει ο τόπος πραμάτειες, γαϊδουράκια και μυρωδιές και τραγούδια, ξαναζεί κι η γιαγιά και γελάει μαζί με τη νύφη και το γιο της και τη μάνα. Κι όλοι μαζί, ζωντανοί και πεθαμένοι, κι οι κόρες κι οι εγγόνες και τα τρισέγγονα γελάμε με την εμμονή του ενός ανθρώπου στο σωστό και με την εμμονή του άλλου στο λάθος.


Μετά φωτογραφίζω το έρημο στενάκι με τα σκουριασμένα τσιγκέλια ακόμη στους τοίχους και μπαίνω στ’ αμάξι. Η Μπαρταδίνα στα σκαλάκια σα να με παρατηρεί από κάπου... 








Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Χειμωνιάτικο συκόγαλο


Τραβούσε τον κλώνο, έκοβε το σύκο βιαστικά κι ύστερα έπιανε ν’ αλείφει με την ακρούλα του το πονεμένο δέρμα. Έβγαινε το συκόγαλο δροσάτο και την ανακούφιζε από το τσίμπημα. Μα χρόνια μετά, κοτζάμ γυναίκα ήτανε και ντράπηκε. Ήτανε και νύχτα κι όσο να ‘ναι -όση πανσέληνο και να ‘χει- δεν τα βρίσκεις τα σύκα, πανάθεμά τα. Άσε που ‘τανε και στα τέλη Αυγούστου κι είχαν αποκάμει. Τα πιότερα κείτονταν ήδη ξερά στις πέτρες.

Και πήρε εκείνη για γιάτρεμα το στυλό που ‘χε στ’ αμάξι κι ένα χαρτί από απόδειξη σούπερ μάρκετ. Και τι να γράψει, κοτζάμ γυναίκα ήτανε πια... Έπιασε πάλι κι έγραφε για τα καλοκαιρινά βράδια και για τους φίλους που σύντομα θ’ αποχωριζόταν. Κι ύστερα με το φως από το φακουδάκι της τα διάβαζε και τα ξαναδιάβαζε.

Κι ήτανε χιλιοειπωμένα όλα.

Το ‘σκισε το χαρτάκι αργά αργά και το πέταξε από το παράθυρο. Άνοιξε την πόρτα και περπάτησε. Παραλίγο να σκοτωθεί ανάμεσα στις πέτρες, αλλά κράτησε την ισορροπία της. Πήγε κι ηύρε τα χέρια του. Που ‘τανε δροσάτα σα συκόγαλο. Κι έτσι πέρασε και λίγο ο πόνος.

Τον πήρε από το χέρι, που λέτε, η Νικαριά το Χειμώνα κι ανέβηκαν στο βράχο αντάμα. Εκείνη για να γιατρευτεί από το τσίμπημα του καλοκαιριού της κι εκείνος για να της πει, κάποια στιγμή που θα ξεθάρρευε, πως είναι όμορφη και τις χειμωνιάτικες νύχτες...



(δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 7-10-14)

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

"Τα ποιήματα στο δρόμο"






Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.
Χουλιαράς Νίκος (από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Κλάδεμα



-Χρειάζεται υπομονή,
μου λέει, άμα θες να μάθεις. Να παρατηρείς πώς κλαδεύω και να μη ρωτάς πολλά. 
Δεν κρατήθηκα ως το τέλος. Έπρεπε, βλέπεις, να καταλάβω την αποφασιστικότητά του.

Κατόπιν μου ζήτησε να σβήσω "το παλιομηχάνημα" και μου είπε τη θεωρία: 
-Τ΄ άρρωστα κλαδιά τα κόβουμε από τον κορμό, τ΄άλλα λίγο πάνω από το δεύτερο μάτι. Δυο μάτια είναι αρκετά. Να φροντίζουμε ώστε να στρέφονται προς τον ήλιο, όχι προς το χώμα. Αυτό είναι.






Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ορχιδέες στο "κηπάκι"



Έχω έναν αγαπημένο τόπο. Το «κηπάκι». Έτσι το λέγαμε στο χωριό. Βγαίνει νερό από το βράχο στα ριζά του γκρεμνού του «Τσιλιμένου» και γύρω από την πηγή οργιάζει η βλάστηση. Πήγαινα από παιδί χαζεύοντας, πίνοντας νεράκι καθάριο ή βόσκοντας τις κατσικούλες του πατέρα μου. Μου άρεσαν και τα φυτά που μόνο εκεί έβρισκα. Ήταν όλα τους όμορφα και ξεχωριστά. Αργότερα έμαθα ότι τα υπέροχα άσπρα λουλούδια που κυρίως εκεί φύτρωναν, οι αγριοκαράφτες, όπως τις λέγαμε, ήταν ένα σπάνιο είδος άγριας παιώνιας, της Peonia mascula icarica. Ύστερα διάβασα στο ikariamag ένα άρθρο του Γιάννη Κέφαλου για το γάλανθο, ένα επίσης σπάνιο φυτό που ευδοκιμεί και στο συγκεκριμένο μέρος. Και όλως τυχαίως ταξινομώντας κάποιες φωτογραφίες και έχοντας διαβάσει για τον τουρισμό της ορχιδέας που αναπτύσσεται σε κάποια νησιά όπως πχ στη Χίο, συνειδητοποίησα ότι τα κρινάκια που χάζευα από μικρή ήταν άγριες ορχιδέες και μάλιστα μια από αυτές ονομάζεται Ophrys icariensis, καθώς φωτογραφήθηκε πρώτη φορά στο νησί μας. Δεν ξέρω αν τη φωτογράφισαν στο «κηπάκι», ξέρω όμως ότι πολλοί λίγοι στο νησί εκτιμούν αυτό το μικροσκοπικό θησαυρό.
Αξίζει, νομίζω, να τον γνωρίσουμε, να τον διαφυλάξουμε και- γιατί όχι;- να τον αξιοποιήσουμε.

Ophrys icariensis

Δρούτσουλας Ικαρίας - Απρίλιος 2008

















 
Orchis anatolica 
Δρούτσουλας Ικαρίας - Απρίλιος 2008





















Πηγές: http://www.greekorchids.gr/Or_anatolica.htm
http://orchids-greece.blogspot.gr/2010/03/ophrys-icariensis_31.html

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ο γέρος




"...Σωπαίνει. Στέκει αφαιρεμένος. Και μοιάζει ν' αφουγκράζεται κάτι μεγάλο, όμορφο και μυστικό, που δεν είναι μπορετό ναν το ακούσει άλλος κανένας.

Λίγο πριν άκουα, χωρίς να μπορώ να 'μπω στο βαθύτερο νόημα των λόγων του. Είχα ωστόσο την αόριστη εντύπωση πως δεν ήταν από τον κόσμο τούτονε κείνα τα λόγια.
Κι εκείνος ξαναμιλεί.
Η φωνή βγαίνει από το στεγνό του χείλι φουριόζικα, σαν κυνηγημένη. Μοιάζει σα ρόχος, σα λαχάνιασμα, σαν έξαλλος καλπασμός. Μιλεί σα να 'ναι σκυμμένος απάνω σε μιαν άβυσσο και σαν ναν τον εμεθά ο αντίλαλος των λόγων που του στέλνει πίσω το χάος. Με πάθος μιλεί. Με έξαψη. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια του. Και είναι τα λόγια, που ξεστομίζει, κοφτερά, αριδωτά, λόγια αγκαθαρά, λόγια με κόχες πολλές και λιγοστές στρογγυλάδες.
Για την ασκήμια μιλεί, και για την ομορφιά και για τις ταλαίπωρες ανθρώπινες ψυχές που μήτε τη μία αντέχουνε μήτε την άλλη -και λυγάνε. Και για τη χαρά μιλεί, και για τον έρωτα και για τον πόνο και για το χώρο που κατέχουνε και για τη θέση μέσα στη στενάχωρη έκταση της ανθρώπινης ζωής. Για τη σκοταδερή κακία μιλεί, και την απαλοχέρα καλοσύνη. Ο λόγος του πάει και στην εγκαρτέρηση. Και στην πίστη. Και στην ελπίδα. Σταματά στη θλίψη και στο πάθος, στη δύναμη και στην αδυναμία. Και ύστερα λέει για αμέτρητες θυσίες, για το αέναο πάλεμα του καλού και του κακού. Για την αμαρτία και την εξιλέωση και, ακόμα, για την απολύτρωση, που μπορεί ν' αργεί, μα έρχεται ωστόσο, κάποιαν ώρα.
.......................
-Ε, άκουσες; μου ματαλέει θυμώζικα ο Σωτήρης.
Δε λέω "ναι". Και δεν αποκρίνομαι "όχι". Κάποιο βάρος σαλακιάζει τα στήθεια μου. Κάτι σαλτάρει μέσα μου και βογγά. Αναρριγώ. Και η ματιά μου γυρίζει στην άπλα της θάλασσας όπου (κοντά στα βράχια) τα ξεσκλίδια των αφρών κάτι σημαδεύουνε και χωνεύουνε αγάλια-αγάλια, αθόρυβα και πικρά. "


Γ. Δενδρινός "Ειρήνη υμίν"  εκδ. στιγμή 1988

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Στο χερόμυλο








-Θα πάρεις τους κέχρους, μου ‘πε ο πατέρας μου, και θα πας στο κελάρι του Αργύρη. Ανοιχτά είναι. Άμα δεν είναι, θα βγάλεις το βράχο που κρατά την πόρτα. Στο βάθος του κελαριού θα βρεις το χερόμυλο. Θ' αλέσεις τον κέχρο και θα φέρεις τ’ άλεσμα να το δώσουμε στα πουλάκια. Τα ‘δες; Σκαν τ' αυγά ένα ένα και πεινούνε τα κακόμοιρα.
-Εεεε; Πώς αλέθουνε; Δεν έχω ιδέα…
-Εν ηξέρεις; Έλα, Παναγία μου… Εύκολο είναι. Ρίχνεις τους κεχρόσπορους στην τρύπα στο κέντρο, γυρνάς την πέτρα και τρέχει από γύρω γύρω τ’ άλεσμα.

Γύρισε την πλάτη και συνέχισε το σκάψιμο του κήπου...


Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Δεκαεξαύγουστος



 
Νωρίς νωρίς έπιασε τραπέζι στη Λαγκάδα. Όχι ό,τι κι ό,τι. Πρώτο τραπέζι πίστα. Στριμώχτηκε με τους χιλιάδες πανηγυριώτες, έβγαλε κι αυτός τις ιαχές του, εεεεε και εεεε και δώσ’ του ο χορός και δώσ’ του τα τσουγκρίσματα και να κι αυτή η παράξενη αίσθηση που διαφημίζουν τα site πανελλαδικώς και παγκοσμίως πως όλοι στο νησί γίνονται ένα, λένε, όταν χορεύουν τον Ικαριώτικο. Ξενοχωρίτες, ντόπιοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, γεροντάκια και πάει λέγοντας. Αλήθεια είναι! Κι ένα σβήσιμο του πόνου, ρε παιδί μου, του  κάθε πόνου, και του πιο δυνατού, έτσι απλά με το δεξί πόδι καθώς το χτυπούν στο χώμα σα να σβήνουν τσιγάρο, έτσι...
Τους έσβησε για τα καλά τους αναστεναγμούς του στη Λαγκάδα ως τ΄απόγευμα κι ύστερα πήγε στους Κουνιάδους. Την αφήνεις τη χαρά άμα την έβρεις; Δεν την αφήνεις... Πήγε κι είδε το ηλιοβασίλεμα, το ξακουστό, όρθιος κι αναμαλλιασμένος κι έτσι δα ακριβώς του φάνηκε πως ήταν κι ο ήλιος καθώς τον είδε για μια στιγμούλα να δύει ανάμεσα στις πλάτες των αλλοπαρμένων χορευτών. Κι έτσι τη χαιρέτησε την πρώτη μέρα στο νησί.

Μα ‘χε και νύχτα. Και τη νύχτα τον περιμένανε στην Ακαμάτρα. Και δώσ’ του ξανά οι ιαχές κι ο βιολιστής όρθιος κι φουντωμένος κι αυτός από τη χαρά του να μην τους αφήνει σε ησυχία. Και να σου κι ερχότανε κι άλλες παρέες κι άλλες και τελειωμό δεν είχανε μέχρι που ξημέρωσε.

Κι ήβγε ο ήλιος παράξενος, θαρρείς πως δεν κοιμήθηκε κι αυτός όλη τη νύχτα, θαρρείς πως χόρευε μαζί τους... Κουρασμένος ήτανε και ξενύχτης.
Πάλευε να φωτίσει τη Μεσαχτή και δεν κατάφερνε να επιβληθεί σε κανένα. Σκιές πηγαινοέρχονταν οι άνθρωποι. Κι όπως ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στην άμμο βλέπει μια σκιά απ’ αυτές να τον πλησιάζει. Τον κοιτά καλά καλά και φεύγει.
Περνάνε δέκα λεπτά και ξανάρχεται η σκιά -αντρική ήτανε, τον είδε καλύτερα τώρα- με ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι. Τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω, πάει κάτι να του πει και φεύγει πάλι.
-Ένας τύπος μας κοιτάζει καλά καλά, λέει στο διπλανό του. Έχω αρχίσει και νευριάζω...
-Ε;; του απαντά ο άλλος και γυρνά πλευρό.
Περνάνε λίγα λεπτά, νάτος πάλι! Δεν κρατιέται, σηκώνεται πάνω.
-Ρε συ, με ξέρεις; Τι κοιτάς έτσι;
-Τιιι;
του απαντά η σκιά όντως απορημένη. Σε κοιτάζω; Εσένα;
-Εμένα ρε! Περνάς, με κοιτάς και φεύγεις. Μια ώρα τώρα αυτό κάνεις!
-Ωχ, αλήθεια;

Ξύνει το κεφάλι του και μετά τον πιάνει από τους ώμους σαν να ήταν έτοιμος να χορέψει ξανά Ικαριώτικο και του λέει με καθησυχαστική φωνή και συνομωτικό ύφος.
-Τι είχαμε χτες, φιλαράκο; Δεκαπενταύγουστο δεν είχαμε;
-Και;
-Πήγες σε κάνα πανηγύρι; Σ΄άρεσε;
-Τι σχέση έχει αυτό; Γιατί με κοιτάς, σε ρωτάω.
-Σε κοιτάω, φίλε, γιατί σήμερα έχουμε δεκάξι. Και γι’ αυτή τη μέρα δε θα σου ‘πε κανένας. Το δεκαεξαύγουστο, λοιπόν, σ’ αυτό το νησί υπολειτουργούμε, φίλε. Έχει κι αυτό την πλάκα του. Μόνο μη μου θυμώνεις, χαλάρωσε... Υπολειτουργούμε σήμερα, λέμεεε...Υπολειτουργούμε φουλ!


Τη φώναξε δυνατά την τελευταία φράση και οι άλλες σκιές μάλλον τον άκουσαν. Γιατί φάνηκε ένα σιγανό γελάκι από την μια άκρη της παραλίας ως την άλλη κι ανέβαινε ψηλά και πιο ψηλά... Και τη φώτισε. Και το ‘δε ο ήλιος, ντράπηκε που του ‘κλεψε τη θέση και ξάπλωσε ήσυχα ήσυχα στο βράχο απέναντι απ’ το εκκλησάκι...



Δημοσιεύτηκε στις 7-7-2014 στο ikariamag

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Πιταράκια στην πλάκα

φωτό από εδώ
....έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια...
μου είπε ο κυρ-Γιάννης.

Και μετά συνέχισε κάνοντας μια μικρή παρένθεση κι εν τέλει μια ιστοριούλα ακόμη.

... και πλάκες ήκανε κείνος ο άνθρωπος. Τι πλάκες; Για τα πιταράκια. Ε, μα πώς αλλιώς; Δεν είχανε κείνα τα χρόνια τηγάνι... Κάμνανε πλάκες πήλινες και τις ήβαζαν απάνω στα πυρομάχια. Εκεί ηψήνανε τα πιταράκια οι γυναίκες. 

Ε, μα πώς αλλιώς; Δεν είχανε πολύ λάδι κείνα τα χρόνια... Ηψήνανε τα πιταράκια, που λες, κι ύστερα ηπαίρανε ένα κρεμμύδι -κι αυτό πολύτιμο- το κόβανε στα δυο και μετά βουτούσανε την κομμένη μεριά του κρεμμυδιού στο λίγο λάδι που φυλάγανε κι ηλείφανε τα πιταράκια για να νοστιμέψουν. 

Ε, άμε, νόστιμα ήτονε μαθές. 

Ε, βέβαια, θα τονε και υγιεινά, αφού εν ητηγανιζότανε το λάδι. Μα εν το κάμνανε γι' αυτό, από ανάγκη το κάμνανε. 

Ε, καλά το λες, μπορεί και γι' αυτό να ζήσαμε πιότερα χρόνια. Αλλά ήζησαν αυτοί που 'χανε το λίγο λάδι κι αυτοί που 'χανε αλεύρι για το ζύμωμα ...





Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ο πολυμήχανος

Είχε περίτεχνη τοιχοδομία εκείνο το κτήμα, το παρατημένο, το έρημο. Πλάι στο ρεματάκι.


 Το παρατηρούσα από χαμηλά εξερευνώντας την κοίτη και κοιτώντας πιο προσεκτικά παρατήρησα κάτι σαν είσοδο πάνω στο βράχο που ήταν στην άκρη του. Σπίτι; Ναι, ένα μικρό, τοσοδούλικο σπιτάκι λες και κατοικούσαν εκεί νάνοι. Πλησίασα με περιέργεια. Απείραχτο ήταν κι η στέγη του έστεκε γερή. Φυσικό ήταν καθώς το φάρδος της ήταν όσο μια πλάκα ικαριώτικη. Χωρούσε ένας άνθρωπος μονάχα κι αυτός με δυσκολία. Έμπαινες μέσα αφού πρώτα σκαρφάλωνες στο βράχο. Τι περίεργο! Ίσως να το έφτιαξε για τα παιδάκια του... ή να του άρεσε η θέα από ψηλά...



-Όχι, το 'καμε για ν' αποσκιάζει σαν έβρεχε. Και το 'καμε εκεί, γιατί μονάχα ο βράχος δεν μπορούσε να σκαφτεί και να φυτευτεί. Κι ήταν ακτήμονας σχεδόν. Μόνο εκείνο το χωράφι είχε. Έχτισε τους τοίχους για τα πεζούλια και μετά κουβάλησε χώμα με το τσουβάλι για να γίνει καλλιεργήσιμος ο τόπος. Ήτανε πολύ καλός χτίστης, ξακουστός. Μα ήτονε και πηλοποιός, είχε καμίνι στο Συκίδι κι έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια. Και ασβεστοποιός, έκανε ασβεστοκάμινα σε διάφορα μέρη. Έμαθε την τέχνη σε γιους και γαμπρούς. Μα ήτονε και γιατρός...
-Εεεε; Γιατρός;
-Αμέ, άμα είχε κανείς ανεβασμένη πίεση και ηζοριζόταν, ηκινδύνευε δηλαδή να του 'ρθει κόλπος, όπως τα λέγαμε τότε τα εγκεφαλικά και τις ανακοπές, τον ηφώναζαν αυτό δα τον άνθρωπο απ' ούλα τα χωριά. Κείνος ήπαιρε τα ιατρικά του εργαλεία, δηλαδή ένα κέρατο ζώου κι ένα ξυραφάκι. Χάραζε το δέρμα του αρρώστου, πύρωνε το κέρατο, το ακουμπούσε πάνω στο δέρμα και στο στενό μέρος, που το 'χε τρυπήσει, ήβαζε το στόμα του και ρουφούσε, ήκανε δηλαδή την αφαίμαξη και ο ασθενής σωζότανε...

Καστή Γιώργο τον λέγανε. Πέθανε στην κατοχή  μα γεροντάκι πια. Να τη λες την ιστορία σαν περνάνε από την Πλατωπή οι πεζοπόροι και φωτογραφίζουν το κτήμα. Να τον θυμούνται. Ήτονε πολυμήχανος, να λες...