Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ο γέρος




"...Σωπαίνει. Στέκει αφαιρεμένος. Και μοιάζει ν' αφουγκράζεται κάτι μεγάλο, όμορφο και μυστικό, που δεν είναι μπορετό ναν το ακούσει άλλος κανένας.

Λίγο πριν άκουα, χωρίς να μπορώ να 'μπω στο βαθύτερο νόημα των λόγων του. Είχα ωστόσο την αόριστη εντύπωση πως δεν ήταν από τον κόσμο τούτονε κείνα τα λόγια.
Κι εκείνος ξαναμιλεί.
Η φωνή βγαίνει από το στεγνό του χείλι φουριόζικα, σαν κυνηγημένη. Μοιάζει σα ρόχος, σα λαχάνιασμα, σαν έξαλλος καλπασμός. Μιλεί σα να 'ναι σκυμμένος απάνω σε μιαν άβυσσο και σαν ναν τον εμεθά ο αντίλαλος των λόγων που του στέλνει πίσω το χάος. Με πάθος μιλεί. Με έξαψη. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια του. Και είναι τα λόγια, που ξεστομίζει, κοφτερά, αριδωτά, λόγια αγκαθαρά, λόγια με κόχες πολλές και λιγοστές στρογγυλάδες.
Για την ασκήμια μιλεί, και για την ομορφιά και για τις ταλαίπωρες ανθρώπινες ψυχές που μήτε τη μία αντέχουνε μήτε την άλλη -και λυγάνε. Και για τη χαρά μιλεί, και για τον έρωτα και για τον πόνο και για το χώρο που κατέχουνε και για τη θέση μέσα στη στενάχωρη έκταση της ανθρώπινης ζωής. Για τη σκοταδερή κακία μιλεί, και την απαλοχέρα καλοσύνη. Ο λόγος του πάει και στην εγκαρτέρηση. Και στην πίστη. Και στην ελπίδα. Σταματά στη θλίψη και στο πάθος, στη δύναμη και στην αδυναμία. Και ύστερα λέει για αμέτρητες θυσίες, για το αέναο πάλεμα του καλού και του κακού. Για την αμαρτία και την εξιλέωση και, ακόμα, για την απολύτρωση, που μπορεί ν' αργεί, μα έρχεται ωστόσο, κάποιαν ώρα.
.......................
-Ε, άκουσες; μου ματαλέει θυμώζικα ο Σωτήρης.
Δε λέω "ναι". Και δεν αποκρίνομαι "όχι". Κάποιο βάρος σαλακιάζει τα στήθεια μου. Κάτι σαλτάρει μέσα μου και βογγά. Αναρριγώ. Και η ματιά μου γυρίζει στην άπλα της θάλασσας όπου (κοντά στα βράχια) τα ξεσκλίδια των αφρών κάτι σημαδεύουνε και χωνεύουνε αγάλια-αγάλια, αθόρυβα και πικρά. "


Γ. Δενδρινός "Ειρήνη υμίν"  εκδ. στιγμή 1988

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Στο χερόμυλο








-Θα πάρεις τους κέχρους, μου ‘πε ο πατέρας μου, και θα πας στο κελάρι του Αργύρη. Ανοιχτά είναι. Άμα δεν είναι, θα βγάλεις το βράχο που κρατά την πόρτα. Στο βάθος του κελαριού θα βρεις το χερόμυλο. Θ' αλέσεις τον κέχρο και θα φέρεις τ’ άλεσμα να το δώσουμε στα πουλάκια. Τα ‘δες; Σκαν τ' αυγά ένα ένα και πεινούνε τα κακόμοιρα.
-Εεεε; Πώς αλέθουνε; Δεν έχω ιδέα…
-Εν ηξέρεις; Έλα, Παναγία μου… Εύκολο είναι. Ρίχνεις τους κεχρόσπορους στην τρύπα στο κέντρο, γυρνάς την πέτρα και τρέχει από γύρω γύρω τ’ άλεσμα.

Γύρισε την πλάτη και συνέχισε το σκάψιμο του κήπου...


Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Δεκαεξαύγουστος



 
Νωρίς νωρίς έπιασε τραπέζι στη Λαγκάδα. Όχι ό,τι κι ό,τι. Πρώτο τραπέζι πίστα. Στριμώχτηκε με τους χιλιάδες πανηγυριώτες, έβγαλε κι αυτός τις ιαχές του, εεεεε και εεεε και δώσ’ του ο χορός και δώσ’ του τα τσουγκρίσματα και να κι αυτή η παράξενη αίσθηση που διαφημίζουν τα site πανελλαδικώς και παγκοσμίως πως όλοι στο νησί γίνονται ένα, λένε, όταν χορεύουν τον Ικαριώτικο. Ξενοχωρίτες, ντόπιοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, γεροντάκια και πάει λέγοντας. Αλήθεια είναι! Κι ένα σβήσιμο του πόνου, ρε παιδί μου, του  κάθε πόνου, και του πιο δυνατού, έτσι απλά με το δεξί πόδι καθώς το χτυπούν στο χώμα σα να σβήνουν τσιγάρο, έτσι...
Τους έσβησε για τα καλά τους αναστεναγμούς του στη Λαγκάδα ως τ΄απόγευμα κι ύστερα πήγε στους Κουνιάδους. Την αφήνεις τη χαρά άμα την έβρεις; Δεν την αφήνεις... Πήγε κι είδε το ηλιοβασίλεμα, το ξακουστό, όρθιος κι αναμαλλιασμένος κι έτσι δα ακριβώς του φάνηκε πως ήταν κι ο ήλιος καθώς τον είδε για μια στιγμούλα να δύει ανάμεσα στις πλάτες των αλλοπαρμένων χορευτών. Κι έτσι τη χαιρέτησε την πρώτη μέρα στο νησί.

Μα ‘χε και νύχτα. Και τη νύχτα τον περιμένανε στην Ακαμάτρα. Και δώσ’ του ξανά οι ιαχές κι ο βιολιστής όρθιος κι φουντωμένος κι αυτός από τη χαρά του να μην τους αφήνει σε ησυχία. Και να σου κι ερχότανε κι άλλες παρέες κι άλλες και τελειωμό δεν είχανε μέχρι που ξημέρωσε.

Κι ήβγε ο ήλιος παράξενος, θαρρείς πως δεν κοιμήθηκε κι αυτός όλη τη νύχτα, θαρρείς πως χόρευε μαζί τους... Κουρασμένος ήτανε και ξενύχτης.
Πάλευε να φωτίσει τη Μεσαχτή και δεν κατάφερνε να επιβληθεί σε κανένα. Σκιές πηγαινοέρχονταν οι άνθρωποι. Κι όπως ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στην άμμο βλέπει μια σκιά απ’ αυτές να τον πλησιάζει. Τον κοιτά καλά καλά και φεύγει.
Περνάνε δέκα λεπτά και ξανάρχεται η σκιά -αντρική ήτανε, τον είδε καλύτερα τώρα- με ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι. Τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω, πάει κάτι να του πει και φεύγει πάλι.
-Ένας τύπος μας κοιτάζει καλά καλά, λέει στο διπλανό του. Έχω αρχίσει και νευριάζω...
-Ε;; του απαντά ο άλλος και γυρνά πλευρό.
Περνάνε λίγα λεπτά, νάτος πάλι! Δεν κρατιέται, σηκώνεται πάνω.
-Ρε συ, με ξέρεις; Τι κοιτάς έτσι;
-Τιιι;
του απαντά η σκιά όντως απορημένη. Σε κοιτάζω; Εσένα;
-Εμένα ρε! Περνάς, με κοιτάς και φεύγεις. Μια ώρα τώρα αυτό κάνεις!
-Ωχ, αλήθεια;

Ξύνει το κεφάλι του και μετά τον πιάνει από τους ώμους σαν να ήταν έτοιμος να χορέψει ξανά Ικαριώτικο και του λέει με καθησυχαστική φωνή και συνομωτικό ύφος.
-Τι είχαμε χτες, φιλαράκο; Δεκαπενταύγουστο δεν είχαμε;
-Και;
-Πήγες σε κάνα πανηγύρι; Σ΄άρεσε;
-Τι σχέση έχει αυτό; Γιατί με κοιτάς, σε ρωτάω.
-Σε κοιτάω, φίλε, γιατί σήμερα έχουμε δεκάξι. Και γι’ αυτή τη μέρα δε θα σου ‘πε κανένας. Το δεκαεξαύγουστο, λοιπόν, σ’ αυτό το νησί υπολειτουργούμε, φίλε. Έχει κι αυτό την πλάκα του. Μόνο μη μου θυμώνεις, χαλάρωσε... Υπολειτουργούμε σήμερα, λέμεεε...Υπολειτουργούμε φουλ!


Τη φώναξε δυνατά την τελευταία φράση και οι άλλες σκιές μάλλον τον άκουσαν. Γιατί φάνηκε ένα σιγανό γελάκι από την μια άκρη της παραλίας ως την άλλη κι ανέβαινε ψηλά και πιο ψηλά... Και τη φώτισε. Και το ‘δε ο ήλιος, ντράπηκε που του ‘κλεψε τη θέση και ξάπλωσε ήσυχα ήσυχα στο βράχο απέναντι απ’ το εκκλησάκι...



Δημοσιεύτηκε στις 7-7-2014 στο ikariamag

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Πιταράκια στην πλάκα

φωτό από εδώ
....έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια...
μου είπε ο κυρ-Γιάννης.

Και μετά συνέχισε κάνοντας μια μικρή παρένθεση κι εν τέλει μια ιστοριούλα ακόμη.

... και πλάκες ήκανε κείνος ο άνθρωπος. Τι πλάκες; Για τα πιταράκια. Ε, μα πώς αλλιώς; Δεν είχανε κείνα τα χρόνια τηγάνι... Κάμνανε πλάκες πήλινες και τις ήβαζαν απάνω στα πυρομάχια. Εκεί ηψήνανε τα πιταράκια οι γυναίκες. 

Ε, μα πώς αλλιώς; Δεν είχανε πολύ λάδι κείνα τα χρόνια... Ηψήνανε τα πιταράκια, που λες, κι ύστερα ηπαίρανε ένα κρεμμύδι -κι αυτό πολύτιμο- το κόβανε στα δυο και μετά βουτούσανε την κομμένη μεριά του κρεμμυδιού στο λίγο λάδι που φυλάγανε κι ηλείφανε τα πιταράκια για να νοστιμέψουν. 

Ε, άμε, νόστιμα ήτονε μαθές. 

Ε, βέβαια, θα τονε και υγιεινά, αφού εν ητηγανιζότανε το λάδι. Μα εν το κάμνανε γι' αυτό, από ανάγκη το κάμνανε. 

Ε, καλά το λες, μπορεί και γι' αυτό να ζήσαμε πιότερα χρόνια. Αλλά ήζησαν αυτοί που 'χανε το λίγο λάδι κι αυτοί που 'χανε αλεύρι για το ζύμωμα ...





Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ο πολυμήχανος

Είχε περίτεχνη τοιχοδομία εκείνο το κτήμα, το παρατημένο, το έρημο. Πλάι στο ρεματάκι.


 Το παρατηρούσα από χαμηλά εξερευνώντας την κοίτη και κοιτώντας πιο προσεκτικά παρατήρησα κάτι σαν είσοδο πάνω στο βράχο που ήταν στην άκρη του. Σπίτι; Ναι, ένα μικρό, τοσοδούλικο σπιτάκι λες και κατοικούσαν εκεί νάνοι. Πλησίασα με περιέργεια. Απείραχτο ήταν κι η στέγη του έστεκε γερή. Φυσικό ήταν καθώς το φάρδος της ήταν όσο μια πλάκα ικαριώτικη. Χωρούσε ένας άνθρωπος μονάχα κι αυτός με δυσκολία. Έμπαινες μέσα αφού πρώτα σκαρφάλωνες στο βράχο. Τι περίεργο! Ίσως να το έφτιαξε για τα παιδάκια του... ή να του άρεσε η θέα από ψηλά...



-Όχι, το 'καμε για ν' αποσκιάζει σαν έβρεχε. Και το 'καμε εκεί, γιατί μονάχα ο βράχος δεν μπορούσε να σκαφτεί και να φυτευτεί. Κι ήταν ακτήμονας σχεδόν. Μόνο εκείνο το χωράφι είχε. Έχτισε τους τοίχους για τα πεζούλια και μετά κουβάλησε χώμα με το τσουβάλι για να γίνει καλλιεργήσιμος ο τόπος. Ήτανε πολύ καλός χτίστης, ξακουστός. Μα ήτονε και πηλοποιός, είχε καμίνι στο Συκίδι κι έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια. Και ασβεστοποιός, έκανε ασβεστοκάμινα σε διάφορα μέρη. Έμαθε την τέχνη σε γιους και γαμπρούς. Μα ήτονε και γιατρός...
-Εεεε; Γιατρός;
-Αμέ, άμα είχε κανείς ανεβασμένη πίεση και ηζοριζόταν, ηκινδύνευε δηλαδή να του 'ρθει κόλπος, όπως τα λέγαμε τότε τα εγκεφαλικά και τις ανακοπές, τον ηφώναζαν αυτό δα τον άνθρωπο απ' ούλα τα χωριά. Κείνος ήπαιρε τα ιατρικά του εργαλεία, δηλαδή ένα κέρατο ζώου κι ένα ξυραφάκι. Χάραζε το δέρμα του αρρώστου, πύρωνε το κέρατο, το ακουμπούσε πάνω στο δέρμα και στο στενό μέρος, που το 'χε τρυπήσει, ήβαζε το στόμα του και ρουφούσε, ήκανε δηλαδή την αφαίμαξη και ο ασθενής σωζότανε...

Καστή Γιώργο τον λέγανε. Πέθανε στην κατοχή  μα γεροντάκι πια. Να τη λες την ιστορία σαν περνάνε από την Πλατωπή οι πεζοπόροι και φωτογραφίζουν το κτήμα. Να τον θυμούνται. Ήτονε πολυμήχανος, να λες...



Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Το θέμα της ημέρας



Η μικρή θα ‘τανε στα τέσσερα, αν θυμάμαι καλά. Είχε βήχα επίμονο. Η μάνα της την πήγε στο γιατρό. Παραθέριζε ο άνθρωπος, αλλά, μια και ήταν ο μόνος γιατρός στο χωριό και ντόπιος, δεχόταν και επισκέψεις ασθενών. Μέσα Αυγούστου. Απογευματάκι.

Εξέτασε το παιδί και μετά έδωσε τις οδηγίες:
-Εν είναι τίποτα σοβαρό, αλλά α του δώκεις αυτό το σιροπάκι μέχρι την Πέμπτη και μετά α το δω ξανά, λέει ο γιατρός με βαριά ικαριακή προφορά, παρά τα τόσα χρόνια διαμονής στην πρωτεύουσα.
-Μα, γιατρέ, αύριο είναι Πέμπτη. Εννοείτε σε μια βδομάδα;
-Αύριο είναι Πέμπτη; Αφού σήμερα είναι Σάββατο. Εεεε; Σάββατο εν είναι;
-Όχι, Τετάρτη.
Βγαίνει στο χωλ, όπου περιμένουν κι άλλοι ασθενείς.
-Βρε παιδιά, Σάββατο εν έχουμε σήμερα; Γιατί α με λωλάνει το Ρηνιώ...
-Τρίτη έχουμε
, του λέει μια κυρία.
- Όχι Τρίτη, αύριο είναι Τρίτη. Σήμερα έχουμε Δευτέρα, διορθώνει με βεβαιότητα γεράκος φιλοσοφημένος.
-Ε, να που τα ‘χουμε χαμένα ούλοι μας, λέει ο γιατρός αγανακτισμένος. Βρε, να βρούμε κάνα ημερολόγιο... Έχω κάμποσα...

Αρχίσει ν’ ανοίγει συρτάρια, να κατεβάζει χαρτούρες από τα ράφια, βρίσκει τελικά μερικά ημερολόγια. Άλλα του ’85, αλλά του ’89, κανένα του έτους που διανύαμε. Τα κινητά δεν κυκλοφορούσαν πολύ τότε.
ρε σεις, τι α κάμουμε; ρωτάει ο γιατρός. Είναι δυνατόν να μην ξέρουμε τη μέρα; Α, τό ‘βρα! Μισό λεπτάκι...
Βγαίνει στην αυλή του.
Ήταν η ώρα που άρχιζαν να κατεβαίνουν οι χωριανοί για βεγγέρα.
-Τι κάμνετε; Καλά; Και μεις εδώ, τα ίδια... Μπας και ξέρετε τι μέρα έχουμε σήμερα;
-Παρασκευή  έχουμε. Ησάστισες, γιατρέ;
του λέει με σιγουριά κύριος μετά της συζύγου.
-Παρασκευή είχαμε προχτές, τον διορθώνει η σύζυγος. Να που εσύ ησάστισες... Ε θυμάσαι που την Παρασκευή είχαμε πάει στην εφορία στον Άγιο;
-Βρε, έλα στα συγκαλά σου, τη διορθώνει ο σύζυγος. Αυτό ήτανε την πρώτη βδομάδα. Ε στέκεις καλά, μου φαίνεται...
Το επόμενο ζευγάρι τα ίδια. Το μεθεπόμενο επίσης. Άλυτο το μέγα θέμα της ημέρας...
Ο γιατρός μπαίνει ξανά μέσα.
-Άκου, επειδή ε θα βγάλουμε άκρη, α δώκεις του παιδιού το σιροπάκι για πέντε μέρες. Αλλά α τις μετράς καλά, ε;

-Τελικά τη μέρα τη μάθατε; ρωτάω τη φίλη μου.
-Όχι, αλλά καθώς διέσχιζα την πλατεία γινόταν ο κακός χαμός στα καφενεία. Καυγάδες, φωνές... Το θέμα της ημέρας, λέμε! Τώρα, ποιας ημέρας, α σε γελάσω...



 Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 30-5-2014

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Το φύλλο

Το φύλλο


Το φυλαχτό σου είναι φύλλο. Κουντουριδιάς ή σκίνου, κάποιες φορές και κουμαριάς. Όχι συκόφυλλο ή πλατανόφυλλο. Όχι, το χρειάζεσαι όλες τις εποχές. Και να ‘ναι μικρό, μόλις που να χωρά ανάμεσα στα μπροστινά δόντια. Μασουλιέται αργά αργά, χωρίς να καταπίνεται ποτέ.

Σου κρατά συντροφιά συνήθως τις ώρες της πεζοπορίας ή στον πατέρα σου τις ώρες που καβάλα στο μουλάρι ή στο γαϊδούρι διέσχιζε ατελείωτες αποστάσεις ανάμεσα στο σπίτι και στον τόπο του μεροκάματου.

Δεν το λογαριάζεις για ιερό. Μόλις συναντήσεις άνθρωπο, φτύνεται γρήγορα καταγής, για να μπορείς να συνομιλήσεις άνετα.

Αντικαθίσταται με ευκολία, αμέσως μόλις μείνεις ξανά μόνος.

Έχει γεύση παράξενη, διαφορετική ανάλογα με τις εποχές και τις ώρες. Τα καλοκαίρια πιο πικρό, τους χειμώνες με κάτι από τη γεύση της βροχής. Τα μεσημέρια καυτό, τα βράδια νοτισμένο από την υγρασία. Σου θυμίζει πού ανήκεις.
                                
Μπαίνει μέσα σου η φύση. Το τσακίζεις σιγά σιγά ρουφώντας τις ουσίες του.

Καμιά φορά τρυπώνει ανάμεσα στα ρούχα. Δεν το παίρνεις μυρωδιά και πλένοντάς τα πρασινίζουν. Δε θυμώνεις. Σου αρέσει να γίνεται λίγο πιο πράσινος ο κόσμος... 





Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το "Βόρης" και οι δώδεκα μέρες



Μόνο μια φράση της γιαγιάς είχα στο μυαλό μου, καθώς έψαχνα την ιστορία του πλοίου:
-Δώδεκα μέρες ήκαμε ο πάππους σας στο πέλαγος. Ναύτη τον πήρανε από τη Βηρυτό που ‘μασταν πρόσφυγες. Τον είχαμε για χαμένο... Μισοπεθαμένος βγήκε στη Βραζιλία μες σε μια βάρκα... Αλλά τα κατάφερε. Έτσι να παλεύετε κι εσείς, να μην τα παρατάτε ποτέ...
Έτσι απλά. Τον παππού μου, τον Αντώνη το Σπέη,  δεν τον γνώρισα κι εκείνη έφυγε από κοντά μας χωρίς να μας πει ποτέ τι στο καλό ήθελε εκείνη η βάρκα στη μέση του Ατλαντικού.
-«Βόρης» το λέγανε το βαπόρι, το θυμάμαι σίγουρα, μου λέει η μάνα μου που ευτυχώς έχει γερό μνημονικό. Το βούλιαξαν οι Γερμανοί. Δώδεκα μέρες πάλευαν με τα κύματα. Τους κράτησαν ζωντανούς κάτι χάπια, μάλλον βιταμίνες, που υπήρχαν στο πλοίο. Αυτό ξέρω.
Αρχίζω να το ψάχνω. Στις ελληνικές πηγές αναζήτησης αναφέρεται με το όνομα αυτό μόνο ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας. Ή μια ακτή στην Άνδρο. Επιμένω. Βρίσκω την ιστορία του σε αγγλικό site.
«Boris». Εμπορικό πλοίο. Nαυπηγήθηκε το 1917, στα χρόνια του Πρώτου πολέμου, στα ναυπηγεία Henderson, στην Αγγλία. Το έλεγαν τότε «War Heather». Το 1919 η πλοικτήτρια Glen & Co. το πούλησε στο Βέλγιο, στη Lloyd Royal Belge. Τώρα πια το έλεγαν «Menapier». To 1930 το πούλησαν σε μια άλλη εταιρία της Αμβέρσας, τη Cie Maritime Belge, κι αυτοί με τη σειρά τους σε μια ελληνική εταιρία με έδρα τη Σύρο το ’33. Τότε ονομάστηκε «Boris». Ξαναπουλήθηκε το ’35 σε μια άλλη εταιρία στον Πειραιά.
Μάχη του Ατλαντικού. Άλλες μάχες έχουν έναν τόπο, έναν χρόνο. Αυτή η μάχη κράτησε όλα τα χρόνια του Δεύτερου πολέμου. Σε όλο τον ωκεανό. Οι σύμμαχοι έφερναν τα εφόδια από την Αμερική με νηοπομπές εμπορικών πλοίων που συνοδεύονταν από πολεμικά. Οι Γερμανοί πάλευαν να τους εμποδίσουν με τα υποβρύχια. Βρίσκω τη λίστα με τα ναυάγια. Κάθε μέρα σχεδόν, χρόνια και χρόνια.
3 Ιουνίου 1943. Το «Boris» είχε φύγει από το Σάντος και πήγαινε στο Φρητάουν, στη Λιβερία μάλλον. Από κει θα πήγαινε στη Γροιλανδία και τελικά στο Μπέλφαστ, στην Ιρλανδία. Φορτωμένο βωξίτη, καστορέλαιο και ακατέργαστο βαμβάκι. Δεν έμελλε να φτάσει· τορπιλλίστηκε από ένα γερμανικό υποβρύχιο U-180. Βούλιαξε σε γεωγραφικό πλάτος 7 μοίρες και 14 λεπτά νότιο, γεωγραφικό μήκος 18 μοίρες και 41 λεπτά δυτικό. Βρίσκω το στίγμα στην υδρόγειο. Στη μέση του Ατλαντικού, ανάμεσα Βραζιλία και Αφρική. Πλήρωμα, 37 άτομα.
Δε γράφει ονόματα ή εθνικότητες.  Όλοι διασωθέντες.
Συγγενείς μας όλοι. Πρόσφυγες και αγωνιστές. Δεν έγιναν ήρωες. Ανώνυμοι νικητές υπήρξαν που κράτησαν από αυτή τη μάχη και τη συνάντησή τους με το θάνατο μόνο ένα μήνυμα αισιοδοξίας για τους απογόνους τους.
Οι δώδεκα μέρες στον ωκεανό δεν αναφέρονται πουθενά...
Συνεχίζουμε την πάλη με τα κύματα. Οι αντίπαλοι είναι σχεδόν οι ίδιοι. Εμείς σχεδόν πρόσφυγες και σχεδόν ναυαγοί. Διασωθέντες; Μακάρι...


(δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 11/4/14)

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Όκο!



Φωτογραφία: Άννα Κόχιλα

Κατέβηκε στο νησί καλά προετοιμασμένος. Είχε φίλους Ικαριώτες και φίλους που δεν είχαν ικαριακή καταγωγή, αλλά λάτρεψαν τον τόπο κι εγκαταστάθηκαν μόνιμα εκεί πριν από χρόνια. Του είχαν μιλήσει επανειλημμένα για τα χαρακτηριστικά των κατοίκων, για την απέχθεια τους  στα ρολόγια, για την αλληλεγγύη, για τη φιλοξενία. Του είχαν πει και για τον παράξενο τρόπο με τον οποίο εκφράζονται όπως  π.χ. για το παρατεταμμένο «εεεεε», που μπορεί να σημαίνει «γεια, ήρθα» ή «ναι, όλα καλά», ήξερε το «άμε» και το «ήφαα», το «ά ‘ρτω» και το «ησκάρταρα». Μια χαρά θα τα πήγαινε.
Ο ίδιος ήταν τύπος που ξυπνούσε με την ανατολή του ήλιου και κοιμόταν λίγες ώρες μετά από τη δύση του. Το άλλαξε. Μια βδομάδα πριν πάει στο νησί, άρχισε να κλείνει τις κουρτίνες τα πρωινά και να απολαμβάνει υπέροχους μεσημεριανούς ύπνους που έληγαν αρκετά μετά απ’ το ηλιοβασίλεμα.
Έτσι έκανε και κατά το πρώτο του εικοσιτετράωρο στο νησί. Κατά τις δέκα το βράδυ ετοιμάστηκε, πήρε το παπί του, ανέβηκε στο Χριστό, συνάντησε τα φιλαράκια του, γέλασε, ήπιε και γύρω στις τέσσερις το πρωί άρχισε να κατεβαίνει προς τον Αρμενιστή.

«Είχε αέρα και τον απολάμβανα, έτσι όπως με χτυπούσε στο πρόσωπο και μου έπαιρνε τα μαλλιά προς τα πίσω. Συναντώ ένα μηχανάκι που ανέβαινε. Ψιλοσταματά απέναντί μου κι ο οδηγός μου φωνάζει:
 -Όκο!!!

Μένω χάσκοντας. Αυτό το χαιρετισμό δεν μου τον είχε πει ποτέ κανείς. Δε δίνω σημασία.
Σε πέντε λεπτά άλλο μηχανάκι. Ο νεαρός που καθόταν στο πίσω κάθισμα γέρνει προς το μέρος μου, καθώς συναντιόμαστε και μου φωνάζει με δύναμη:
-Όκοoo!!!

Κάγκελο εγώ ξανά. Αμάν! Τι γίνεται; Έτσι θα χαιρετάνε τα βράδια, φαίνεται. Πραγματικά ιδιαίτεροι άνθρωποι! Μα καθώς συνέχιζα να κατεβαίνω, θυμήθηκα πως κάπου είχα ακούσει ότι οι Καριώτες παρεξηγιούνται, όταν δεν τους χαιρετάς στο δρόμο, άσχετα αν τους γνωρίζεις ή όχι. Ωχ, θα με πέρασαν για ψηλομύτη...
Τους επόμενους τους συνάντησα  λίγο πριν από την τελευταία στροφή. Ήταν ένα αγροτικό με αρκετούς νεαρούς στην καρότσα που ανέβαινε κι αυτό. Κόβουμε ταχύτητα και οι δύο κι όλοι μαζί, εγώ και τα παιδιά κι ο οδηγός, λέμε με μια φωνή:
-Όκο!!!

Σα να παραξενεύτηκαν λίγο...
Φτάνοντας στην τελευταία στροφή είδα τους αστυνομικούς στο μπλόκο.»


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 19-3-2014

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Το παιδί στο μετρό



Μπήκα μαζί με τους πρώτους στο βαγόνι κι έριξα μια ματιά στην αποβάθρα. Καθόλου δεν τους είχα προσέξει κατά τη διάρκεια της αναμονής. Μια στιγμούλα μόνο ήταν.
Το παιδί θα κόντευε τα πενήντα, είχε ολοστρόγγυλο, γλυκό πρόσωπο, με μικρά μάτια, χωρίς ρυτίδες. Η μάνα εβδομήντα και κάτι. Κοντοκουρεμένη, με κάτασπρα μαλλιά. Το παιδί χαμογελούσε. Είχε περασμένο το αριστερό χέρι στον αγκώνα της μάνας που έκλεινε προς το στήθος και  το αγκάλιαζε προστατευτικά. Το δεξί του χέρι μόνο μπορούσε να κουνήσει.
Την κίνηση κυρίως πρόλαβα να δω. Σε δευτερόλεπτα. Της έπιανε το τσουλούφι που στεκόταν μπροστά στο πρόσωπο και της το γυρνούσε πίσω απ’ το αυτί. Τρυφερά, τόσο τρυφερά, όπως τα δεκαεξάχρονα αγόρια που σπρώχνουν τα μαλλιά της αγαπημένης στο πίσω μέρος του κεφαλιού για να φανεί το πρόσωπο και να τη φιλήσουν με άνεση. Όχι, λάθος, ήταν πιο τρυφερό ακόμη.
Η μάνα δεν το κοιτούσε στα μάτια. Κοιτούσε τους άλλους και χαμογελούσε περήφανη.
Ύστερα επιβιβάστηκαν σφιχτοδεμένοι στο διπλανό βαγόνι.