Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Συννεφιές...


Νεφέλες- Θέατρο Πέτρας 2012

Ο άμοιρος, ο Στρεψιάδης, βουτηγμένος στα χρέη, άλλη διέξοδο δεν έχει παρά μόνο τη σχολή του Σωκράτη. Εκείνος αεροβατώντας του συστήνει τις Νεφέλες, θεότητες τάχα, και σήμερα ψάχνοντας, απελπισμένος από τα παραστρατήματα του άμυαλου γιου, τις βρίσκει... στα προποτζίδικα, στα εθνικιστικά σύμβολα, στις φιλοσοφικές θεωρίες, στα τερτίπια του Άδικου λόγου, στις λίγες απολαύσεις που ακόμα υπάρχουν. Στις παραστάσεις πρώην και νυν δοξασμένων ηθοποιών, άλλοι τυλιγμένοι στη δόξα που τους αναλογεί μετά τις εκλογές που κατάφεραν μετά από τόσο κόπο να τους αναδείξουν νικητές (ηττημένους, αλλά δεν το γνωρίζουν ακόμη) και ηθοποιών που μετά την αποθέωση του κοινού κρύβονται τώρα κάτω από τις άσπρες τους κουκούλες, μέλη του χορού που στο τέλος της παράστασης, στο χειροκρότημα, αρνούνται να αποκαλύψουν τα πρόσωπά τους καθώς δεν κατάφεραν ούτε μια λέξη να ψελλίσουν στη διάρκεια της παράστασης.
Ντρέπονται...θες για τα χρέη τους, θες για την πτώση, θες για το μήνυμα που πριν λίγο υποστήριξαν μ' επιδέξιες κινήσεις που υπαγόρευσε γνωστός χορογράφος:

"Οποιος έχει το μαστίγιο, έχει και το μικρόφωνο"



Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Συνταγή για δύσκολους χειμώνες

Καραβόσταμο. Στο γιαλό...
 Γιατρός στο νησί, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Ούτε καν στην πρωτεύουσα. Στο Καραβόσταμο.
 Η όποια διάθεση επιστημονικής αναζήτησης έπρεπε να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του χωριού.
 Κάθε διάθεση που οδηγούσε στην απογοήτευση ή την παραίτηση έπρεπε να καταπολεμηθεί πάραυτα.

 Ξεκινούσε από το δεύτερο που χρειαζόταν άμεση αντιμετώπιση.
 Παρέα, γλέντι, αφορμή για γλέντι... Χμμμ...
Δε δινόταν κάθε μέρα. έπρεπε να περιμένεις τ' Αη Γιαννιού ανήμερα ή κάνα χοιροσφάγι ή τη Πρωτοχρονιά. Δεν αρκούσαν. Νύχτωνε νωρίς, μαζεύονταν οι χωριανοί στα σπίτια τους κι εκείνος απέμενε μόνος στην κάμαρη με τη λάμπα του πετρελαίου να σιγοκαίει. Τι στο καλό; Τόσες σπουδές... έπρεπε να βρει τη λύση.

-Κι ήφτιαξε μια ομάδα, που λες, διηγείται γέροντας αυτόπτης, που ήτανε πάντα ετοιμοπόλεμη. Εκείνος αναλάμβανε την ανάγνωση του ημερολογίου. Ήψαχνε κάθε μέρα ποιος άγιος είχε την τιμητική του. Μόλις ηνύχτωνε ξεκινούσανε για τη χαιτερούρα. Μη φανταστείς πως ήβρισκε ονόματα γνωστά κι ήτονε προετοιμασμένοι οι άνθρωποι για τραπέζωμα. Όχι. Ήβρισκε κάτι παρατσούγκλια, ό,τι του θύμιζε κάτι. Μια μέρα ήβρε πως ήτονε της Αγίας Θεοφανούς. Μια και δυο με το ημερολόγιο παραμάσκαλα, πάνε στο σπίτι του Θεοφάνη, που ο άνθρωπος ηγιόρταζε των Φώτων. Ανοίγει η γυναίκα του, μπουκάρουνε μέσα κι αρχίζουνε τη χαιρετούρα.
-Βρε, δε γιορτάζει κανείς, έλεγε η γυναίκα μισοκοιμισμένη.
-Πώς δε γιορτάζει; Αφού σήμερα είναι της Αγίας Θεοφανούς, της λέγανε και της έδειχναν το ημερολόγιο. Και να το κρασί και ό,τι υπήρχε από μεζεκλίκια. Και δώσ' του το χορό και το τραγούδι...
Άλλο βράδυ πήγανε στου Αγάπιου που τον ηφώναζαν περιπαιχτικά "Παχούμι"
Κάθονται στο τραπέζι να φάνε και να γλεντήσουνε. Δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Ήτονε, λέει, του Αγίου Παχουμίου...Το 'γραφε στο ημερολόγιο!

 Για το άλλο θέμα, της επιστήμης, τα πράγματα ήτανε πιο σκούρα. Μέσα πολλά δεν υπήρχαν. Μάλλον κανένα μέσο δεν υπήρχε, όχι για επιστημονική αναζήτηση, μα ούτε και για τις βασικές εξετάσεις των ασθενών. Παρ' όλα αυτά δεν το 'βαζε κάτω με τίποτα. Ποιο ήταν το μεγάλο του όνειρο, σαν ήταν φοιτητής; Ε, θα το κατάφερνε εδώ. Με αγνά υλικά. Ναι, θα 'φτιαχνε εκείνο που πάντα οραματιζόταν. Το αεικίνητο! Τη μηχανή που δε χρειαζόταν καμιά ενέργεια για να κινηθεί.
 Καθόταν τα βράδια που καμιά γιορτή αγίου δεν κολλούσε με τίποτα και έκανε τα σχέδια.
Σ' ό,τι χαρτί έβρισκε. Αφού ολοκληρώθηκαν, άρχισε ν' ασχολείται με την κατασκευή. Χρειαζόταν κάτι μεταλλικό... Βρήκε. Γάλα εβαπορέ! Όχι, που θα το 'βαζε κάτω...

-Και πήρε βοηθό το Σίμο που 'χε αντοχές και πέρναγε και δύσκολα η οικογένειά του. Και να τα γάλατα και δώσ' του ο Σίμος να τ' αδειάζει. Και να τα κουτιά, το 'να πάνω στ' άλλο, πιο δίπλα, άλλα να αιωρούνται κι άλλα να περιμένουνε το καταπινάρι του Σίμου για την αλλαγή χρήσης.
-Το έκανε στο τέλος το αεικίνητο;
-Εν ηκούστη κάτι τέτοιο, μα τι σημασία είχε; Ο Σίμος ήγινε τετράγωνος από το πάχος κι ο γιατρός ηπέρασε μια χαρά εκείνους τους χειμώνες...

 

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Κραχχχ...



φωτό από εδώ
 
Πριν λίγους μήνες έψαχνα χαμόγελα. Στη διάρκεια της αναζήτησης είχα περάσει κι από το χασάπη της γειτονιάς.
 Θυμάστε; Με τη μανία που είχε να παρακολουθεί από μια τεράστια οθόνη τις εξελίξεις πάνω από τις μπριζόλες μόσχου και τα συναφή. Τα ίδια πρόσωπα κάθε μέρα με εξαγγελίες, προεκλογικές υποσχέσεις, δημοσιογραφικές αναλύσεις με εγκυρότητα...
 Δεν τον ρώτησα ποτέ αν είχε ελπίδες, αν είχε χρέη. Με πείραζε μόνο που έσβησε από πέρσι το ωραίο του χαμόγελο ή που υπήρχε μόνο προσποιητά με εξαίρεση τις στιγμές που εμφανιζόταν η μικρή του κορούλα.
 Χτες πήγα για μισό κιλό κιμά. Είχε κόσμο.
Όχι πελάτες. Ο βοηθός του που είχε παρατήσει  τη δουλειά στην κάμαρη-ψυγείο κι ένας άγνωστος κύριος, πιθανότατα έμπορος κρεάτων. Είχαν ένα ύφος κάπως.
 Γύρισαν προς το μέρος μου, αλλά σα να μη με είδαν στ' αλήθεια. Συνέχισαν...

-....και δεν του έδινε κανείς κρέατα, έλεγε με παραστατικό ύφος ο άγνωστος κύριος, χρώσταγε πολλά... κι όπως ήταν με το αμάξι και τα σκοινιά στο πίσω μέρος για να τα κρεμάσει, πήρε το ένα βρε παιδιά, ναι, το 'καμε θηλιά, το 'δεσε στα κάγκελα της γέφυρας, το πέρασε στο λαιμό και βούτηξε κάτω. Κραχχχ... Σήμερα το πρωί, χαράματα. Ναι. Έτσι, που λέτε, ο Γιώργης...

Κανείς μας δε μίλησε.

Πήρα τη σακούλα, μου 'δωσε τα ρέστα.
Η οθόνη παίζει, καιρό τώρα, βίντεο κλιπ.


Έψαξα για την είδηση. Μόνο αποσπάσματα βρήκα. Η ημερομηνία δεν ήταν 1 Οκτώβρη 2012.

«Δεν συμμερίζομαι τη γνώμη σας σχετικά με τους εθνικούς πόρους και την ισορροπία που βρίσκετε ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα. Αν συνυπολογίσετε τη φοβερή δυστυχία του λαού και την αφορία που θα μπορούσε να πλήξει επί μακρόν το έδαφος της Ελλάδας, ελλείψει πιστώσεων και κεφαλαίων, θα βλέπατε ότι τα μέσα που διαθέτουμε είναι τελείως δυσανάλογα προς τις ανάγκες μας, πράγμα που με ανησυχεί, διότι μπορώ και συμπάσχω, και υποφέρω περισσότερο από τους δυστυχείς που μου ζητούν ψωμί και δεν μπορώ να τους δώσω…»

(13 Απριλίου 1828)
Ιωάννης Καποδίστριας

«Οι πληγές της Ελλάδος είναι οι αρχηγοί της. Άπαντες έχουν γλώσσαν χρυσωμένην. Ασχολούνται (κατά το πλείστον τουλάχιστον) αποκλειστικώς με τα ιδιαίτερα συμφέροντά των. Καί τούτο υπό το πρόσχημα του αγνοτέρου πατριωτισμού. Άπαντες είναι ικανότατοι εις το να προβάλλουν τον εαυτόν των και να εκμηδενίζουν τους αντιπάλους των με εκθέσεις πλήρεις υπερβολής»

(30 Νοεμβρίου 1832)
Jean-Gabriel Eynard
 (Από livasperiklis.com)


Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Μήτε πικρός μήτε γλυκύς

"-Τρώγονται, θεία;
-Αυτά; Φαρμάκι είναι... Κλαδεύεις το φθινόπωρο και τα πετάς όπως είναι, με τους καρπούς... Μπας και θαρρείς πως τρώγεται ό,τι είναι όμορφο;
Λίγο πιο πέρα είχε μαζέψει σύκα να τα κάμει ξερά για το χειμώνα.
-Κειναδά όμως τρώγονται μια χαρά, μου λέει χαμογελώντας. Μμμ, είναι και ολόγλυκα, παναθεμά τα."



Ήθελα να πάω μια βόλτα ακόμη στο νησί. Να γευτώ τα τελευταία σταφύλια, τα τελευταία τσαλαβουτήματα, το τελευταίο καφεδάκι στην αυλή με τον περίπατο πράσινο ακόμη, με τα τελευταία ντοματίνια στο κηπάρι, με τον ήχο από τους μελλοθάνατους τζιτζίκους.
 Κι εκείνη ήρθε απρόσκλητη να πιει καφεδάκι, μια μέρα θα 'μενε στην Αθήνα, θα 'φευγε σύντομα.
Τόλμησα να της πω το μυστικό στο τηλέφωνο.
-Ξέρεις, σκέφτομαι να φύγω για δυο μέρες το απόγευμα, δεν είμαι και σίγουρη...

 Μα ήρθε, να 'ναι καλά, και κάναμε παρέα και φάγαμε και γελάσαμε. Δεν έφευγε όμως...
 Εγώ με έναν κόμπο στο στομάχι. Με μια ανάσα που δεν έβγαινε ολόκληρη. Με μια εφίδρωση αδικαιολόγητη ακόμη και για τις ανεβασμένες κάπως θεμοκρασίες του Σεπτέμβρη.
 Πριν φύγει με ρώτησε:
-Τελικά δε θα πας στο νησί σου, ε;
-Μπα, θα 'ταν πολύ κουραστικό, είπα με μισοσβησμένη φωνή.

 Αφού νύχτωσε πήρα τη μάνα μου.
-Πώς ακούγεσαι έτσι; Και γιατί δεν είσαι στο βαπόρι;
-Το και το...
-Και γιατί δεν της είπες πως θα έρθεις;
-Μα θα 'ταν κάπως κούραση, βρε μάνα, για δυο μέρες...
-Και γιατί δεν είπες πως είσαι κουρασμένη να κάτσεις να ξεκουραστείς; Μια δικαιολογία, πως κάτι έτυχε ξαφνικό. Ένα τηλεφώνημα από τη δουλειά, κάτι, να μην κακοκαρδίσεις κιόλας...
-Ήθελα και να τη δω, αλήθεια είναι.
-Βρε, σε μένα που σε γέννησα; Εν ηξέρεις τίποτα; "Μήτε πικρός και ρίξεις με μήτε γλυκύς και φας με".
-Αυτό πάλι; Παροιμία καριώτικη; Να το γράψω.
-Και πού να ξέρω; Στη Νικαριά, μια φορά το 'κουσα. Εσύ α μ' ακούσεις καμιά φορά; Έχε το στο νου σου κι άσε τα λαογραφικά κατα μέρους.

Παροιμία: εμπειρικά βεβαιωμένη αλήθεια. Το 'ζησα. Πάμε για το ημίγλυκο από 'δω και μπρος...
Φτύνοντας κουκούτσια.



Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Φιλοξενία σε Παπιστάνο


Κάποιο παλιό πυργάρι. Για ανύποπτους περαστικούς...


Κείνη τη μέρα, ο οικοδεσπότης είχε παρέα ένα φίλο του.
-Θυμάσαι κείνο το ωραίο με τις αμυγδαλιές και τον Παπιστάνο;
-Ε, άμε… Που ‘χε ξωμείνει στου τάδε το σπίτι…
-Τι έγινε; πετιέμαι εγώ.
Άλλο που δεν ήθελαν...

-Ήτονε κείνα τα χρόνια που άμα ηνυχτωνόσουνα πουθενά, ήπρεπε να σε πάρει στο σπίτι του κάνας νοικοκύρης. Είτε τον ήξερες είτε όχι. Τα ΄χεις ακούσει… Σε κοίμιζαν στο πυργάρι, στην καλή κάμαρη κι εκείνοι ηξαπλώνανε στο κατώι.
Ε, κείνος, ο κακόμοιρος, ήρχουνταν από το Καρκινάγρι κι ηνυχτώθηκε ανάμεσα Φραντάτο και Μάραθο. Πετυχαίνει έναν άθρωπο, τον επαίρει σπίτι του, τον συστήνει στη γυναίκαν του. Αφού τρώνε, ανεβαίνει στο πυργάρι, ξαπλώνει, κάνει να κοιμηθεί κι ακούει έναν καβγά τρικούβερτο. Πού να κατέβει να τους μονοιάσει; Μουσαφίρης ήτονε. Ήκανε, το λοιπόν, υπομονή.
 Μα άξαφνα, ακούει έναν πυροβολισμό. Ε, εν ημπορούσε πια να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια…Καθώς ήκανε να κατέβει τα σκαλιά φουριόζος, βλέπει μπροστά του το νοικοκύρη.
-Βούθα με και την ησκότωσα, του λέει…
-Ποια, μωρέ;
-Ήντα ποια; Τη γυναίκα μου. Μου ‘πε μιαν κακιά κουβέντα, ηθόλωσα κι ηπήρα το όπλο.
-Παναγία μου! Ηλωλάθηκες; Τη γυναίκα σου;
-Κι α δε με πιστεύεις, άμε μέσα να τη δεις που κείται ανάσκελα. Μόνο βούθα με να την εθάψω, γιατί α μας πάρουνε χαμπάρι και α βρεις κι εσύ το μπελά σου.

 Ηζαβώθηκε ο άθρωπος καλά-καλά. Βρε, φόνος;
Πού ξέρεις εσύ, τέτοια πράματα εν είχαμε ποτέ…

Πιάνει ο άλλος μια τσάπα και τη δίνει στον ξενοχωρίτη.
-Ακολούθα με να σου δείξω που α σκάψεις γιατί εγώ, μ’ αυτό δα που ‘παθα, εν ημπορώ ούτε τα πόδια μου να κουνήσω.
 Ήντα να κάμει; Παίρει την τσάπα κι αρχινά το σκάψιμο.
Μόλις κάνει μια μικρή λακκούβα, του λέει ο νοικοκύρης:
-Βρε, από ‘δωνά περνάω κάθε μέρα για να ταΐσω τις κότες. Απάνω α πατάω; Έλα πιο δω καλύτερα.
Πιάνει να κάμει τη δεύτερη λακκούβα και του λέει πάλι:
-Από ‘δωνά περνάει το νερό που ποτίζω το κηπάρι. Ε κάνει. Άμε πιο κει…
 Μια έτσι, μια αλλιώς, ήσκαβε ο άθρωπος όλη νύχτα κι ήκαμε ίσαμε δέκα λακκούβες, μα καμιά εν ήρεσε. Σαν πιάνει να ξημερώσει, του λέει ο νοικοκύρης:
- Άμε στο καλό, κι εγώ ήβρα τα κουράγια μου και α συνεχίσω. Μόνο πήαινε στην ευχή του Θεού και τσιμουδιά. Μήτε σε ξέρω μήτε με ξέρεις…

 Είχα απομείνει με το στόμα ανοιχτό.
 Οι συνομιλητές μου κοιτάχτηκαν με νόημα.
-Μα την ηκατάλαβες την ιστορία; Η όλη υπόθεση ήτονε οι αμυγδαλιές…
-Ποιες αμυγδαλιές; ρωτάω σα χαμένη.
Ξανακοιτάχτηκαν με χαμόγελο τώρα.
-Βρε, είχανε τις αμυγδαλιές αφύτευτες καιρό κι ηβαριόντουσαν το σκάψιμο... Ε, ηθέλανε να σπάσουνε και λίγο πλάκα… Εν ηπέρναε, βρε, τότε ο καιρός άμα εν ήκανες και κάνα καλαμπούρι. Εν είχε τηλεοράσεις και τέθοια που ξέρεις τώρα… Χμμμμ…μα τις πλάκες πιο καλά να μην τις κάνεις στους Παπιστάνους. Αφορμή γυρεύγουνε κι αυτοί…

 Και τον ήβρε ύστερα από καιρό, ο άτιμος. Στο Καρκινάγρι. Πάει τρεχάλα σπίτι του ο Παπιστάνος, παίρει ένα μπετόνι τεράστιο, το γεμίζει με νερό κι απάνω-απάνω βάλλει μια τσούτα λάδι.
-Πάρε λαδάκι για το σπίτι σου, χαλάλι, που τέτοια πλάκα πετυχημένη ε μου ‘χανε ξανακάμει κι ακόμα τη θυμάμαι…

 Και το κουβαλούσε το μπετόνι χιλιόμετρα, στην πλάτη… Την ξέρεις την απόσταση… Ε, μα του ‘ξιζε….



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 25-9-2012. Για την ιστορία, Παπιστάνοι ονομάζονται οι κάτοικοι της περιοχής του κάβο-Πάπα, γένος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ένδοξοι για το φιλελεύθερο πνεύμα τους και για πολλά ακόμη που γεννούν δέος στους υπόλοιπους "φιλήσυχους" κατοίκους της νήσου.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Φραπές με άποψη

 
φωτό από εδώ
 «Ο καφές πρέπει να χτυπιέται», μου λέει. «Με το σέικερ. Είναι άποψη…» και μου ‘δωσε πίσω άκαρδα το δωράκι μου.
 Από τότε που ανακαλύφθηκαν τα μαγικά χτυπητήρια –σαν αυτό που πήρα μαζί μου για δώρο- που τα βάζεις στην πριζούλα κι αρχίζουν το βρρρρ  και κάνουν εκείνο το πηχτό αφρό που τρελαίνομαι να βλέπω να σχηματίζεται στο πάνω μέρος του ποτηριού και δεν διαλύεται με τα παγάκια, ούτε με το γάλα που προσθέτω μετά, έτσι πίνω το φραπεδάκι. Ξέχασα στο πάνω μέρος του ντουλαπιού το σέικερ, ξεκουράστηκαν και τα χεράκια μου. Νόμιζα πως θα του ‘ταν χρήσιμο.
«Άκου άποψη…» σκέφτηκα με περιφρόνηση σχεδόν και το ‘βαλα πίσω ξανά στην τσάντα.

 Το βραδάκι όμως ταξιδεύοντας παρέα με τις σκέψεις και τις φράσεις, μου ‘ρθε στο νου ο Γιώργης.
 Μακρινός ξάδερφος, ένα κομμάτι μάλαμα, έφυγε από το νησί χρόνια τώρα και τον πέτυχα τυχαία πέρσι σε μπαράκι του διπλανού χωριού από όπου καταγόμαστε και οι δύο. Είχαμε πάει για δυο τρεις μέρες. Χειμώνας, κρύο, ερημιά. Δυο τρεις ήμασταν στο μπαρ. Τριγύρω κλειστά παραθυρόφυλλα. Κι ο  Γιώργης, κυριευμένος από μια έντονη νοσταλγία για τα περασμένα χρόνια, είχε αφεθεί σ' έναν μονόλογο με ανάκατες αναμνήσεις.
«Αχ, κι εκείνος ο φραπές του Δημητρού… τον θυμάστε βρε εκείνο το φραπέ; Πιο νόστιμο δεν είχα πιει στη ζωή μου. Ακόμα κι όταν βγήκαν εκείνα τα άτιμα τα μηχανήματα εκείνος αρνιόταν την εξέλιξη. Του 'κανες την παραγγελιά, έπαιρνε το πλαστικό σέικερ κι άρχιζε τα πήγαινε-έλα. Καμιά φορά ξεχνιόταν κι έπαιρνε την κατηφόρα. Τον χάναμε. Πήγαινε μέχρι το γιαλό, ξανανέβαινε μετά, έμπαινε στον καφενέ του, άδειαζε με προσοχή το περιεχόμενο και σου το ‘φερνε με καμάρι. Νόστιμος, βρε, νόστιμος σας λέω. Χρυσό τον είχα κάνει να μου πει το μυστικό.
-Α, είναι του επαγγέλματος αυτά, μου ‘λεγε.
Και μια μέρα, βρε παιδιά, είχα τον καημό μου, ‘τοιμαζόμουνα να φύγω για μόνιμα πάνω, έπινα τελευταία φορά το καφεδάκι μου- πρωί, με τις βαλίτσες παραδίπλα- με πλησιάζει και σκύβει στο αυτί.
-Α σου κάμω ένα δωράκι να με θυμάσαι… Σαράντα οχτώ κάθετα και τριάντα δύο οριζόντια!
-Εεεε, τι ναι τούτο;
Χαμογέλασε.
Φεύγοντας μου φώναξε από μακριά.
-Τα χτυπήματα, αγορίνα μου, τα χτυπήματα. Να τον πίνεις και να με θυμάσαι….»

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Γράμμα απ' το χωριό 2

 

 Γεια!
 Πήγα για δυο μέρες μόνο. Είχα ένα μυαλό γεμάτο με σκοτούρες. Να μη ξεχάσω εκείνο, να μη ξεχάσω το άλλο. Να προλάβω... Είδα τους δυο τρεις που απόμειναν στο χωριό, βιαστικά. Απέφυγα με δυσκολία το καφεδάκι στην αυλή που μου πρότειναν.
 Μα φεύγοντας,  μου 'ρθε στο μυαλό η παραγγελιά.
"Να βγάλεις φωτογραφίες από την Κάτω Γειτονιά και να μου τις στείλεις...Κοντεύω να την ξεχάσω"
 Έψαξα στη τσάντα με το ένα χέρι, γιατί με τ΄ άλλο οδηγούσα. Βρήκα τη μηχανή, άνοιξα εντελώς το παράθυρο. Πατούσα φρένο ανα δέκα μέτρα σαν την τρελή.  Κλικ κλικ... βιαστικά κι αυτά.
Τελικά ωραίες βγήκαν. Η ανάρτηση αυτή δε θα χει ενδιαφέρον για πολλούς. Για δυο τρεις ξενιτεμένους ίσως...       
 
                                 Αρχή της Κάτω Γειτονιάς. Τα ερείπια της πρώτης και τελευταίας επιχειρηματικής δράσης στο χωριό από προγόνους που πόθησαν τον επαναπατρισμό, αλλά φευ...  Το παλιό λιοτρίβι λοιπόν.    




Πιο κάτω το σπίτι με το μαρμάρινο ρολόι. Σου κλείνω το μάτι...
Με τυφλώνει η ακτινούλα αριστερά




Η κουκουναριά, η μεγάλη. Κάποτε ψάχναμε στα ξερά χορτάρια, και γευόμασταν τους μισάνοιχτους καρπούς.
Το σπίτι του Βασίλη σκεπάστηκε από κλώνους. Το τάβλι παραμένει κλειστό.


Ο κήπος του Κώστα. Δεν κάνεις λάθος.
Κάπου στο βάθος διακρίνεται η πλάτη του. Βγάζει την πατάτα σήμερα... Κι ας κοντεύει τα ογδόντα.



            Το πίσω μέρος του παλιότερου σπιτιού. Το μπροστινό θα σε λυπήσει ίσως. ΄
                       Όταν ο περίπατος μαραζώνει, όταν μένει ασκούπιστη η αυλή, όταν δεν ακούγονται νιαουρίσματα και βρύσες που τρέχουν και φωνές, κάπως σα να μη σου θιμίζει τίποτα μοιάζει....



Άλωνες. Στο βάθος η μικρή σπηλιά από σκίνα. Απέναντι το πέλαγος. Στην καρδιά οι αναμνήσεις από όμορφες βραδιές κι αξέχαστες πλάκες.



Κρίμα που δε θ' απολαύσουμε αυτό το ηλιοβασίλεμα.
 Υπέροχο θα ΄ναι σίγουρα.




Στη στροφή, λίγο πριν το τέλος του χωριού, ο λόφος με το Τσιμπουνάρι, γεμάτος δρύδες, βάτους και βυσσινιές.


Άντε, καλήν αντάμωση!










Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Αποκριτική γραφή

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο ειν' εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθεί μια σπιθαμή δε θα βρει.
Αλάργα. Μώρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός και μπουντρούμι το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο Ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γύρω μου αδιάφοροι κι οχτροί, και ουρλιάζουμε μπροστά μου,
κι εμέ μ' αδράχνει ένας θυμός κι ένας σκοπός με πάει
κι ένα παλιό τραγούδι μου μες απ' τη θάλασσά μου
ξανάρχεται στα χείλη μου, κύμα κι αφρός, και σπάει:

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι κι οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοσκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, ω κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη!


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ("Πολιτεία και Μοναξιά")

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Ακριβοί ίσκιοι




φωτό από εδώ

Ένα μεγαλούτσικο κτήμα είναι στη μέση του χωριού. Χώμα και τοιχαλάκια. Μα στο πάνω πεζούλι δεσπόζουν δυο τεράστιες βελανιδιές η μια κολλητά στην άλλη. Τριγύρω τους μεγαλώσαμε, πότε κρυβόμασταν από τους γονείς, πότε σκαρφαλώναμε στους κορμούς, πότε βγάζαμε φωτογραφία τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που παιχνίδιζαν ανάμεσα στα κλαριά..

 Ένα πρωί έπινα καφεδάκι με έναν από τους γέροντες, δείγμα μακροζωίας για τους επιστήμονες, δείγμα αυθεντικού Ικαριώτη για μας, τους συχωριανούς.
Απέναντι μας το κτήμα, άδειο όλο και πάνω-πάνω οι δυο βελανιδιές.

Τα θέματα είναι λίγα ή μάλλον δεν είναι τα συνηθισμένα. Σκέφτεσαι αν πρέπει να θίξεις την πολιτική κατάσταση, μα βαριέσαι συνήθως καλοκαιριάτικα, σκέφτεσαι να πεις για τα οικονομικά, μα ούτε λόγος. Πού να παραπονεθείς σ’ ανθρώπους που πείνασαν στ’ αλήθεια, που μεγάλωσαν κι ωρίμασαν μες την ανέχεια πως δε σου φτάνουν τα λεφτά για να πληρώσεις το λογαριασμό του κινητού, ας πούμε…  

Έτσι μες τη σιωπή ρουφάγαμε γουλιά-γουλιά το καφεδάκι κι αφήναμε το βλέμμα να χαϊδέψει το τώρα, τη στιγμή. Λες ό,τι σου ‘ρχεται κείνες τις ώρες για πράγματα απλά. Δίχως βάθος κι αναλύσεις.

-Δε μου λες, του απευθύνω το λόγο, εκεδά απέναντι, πώς διάολο κι έχει δυο βελανιδιές θεόρατες κι από κάτω τόση ξεραΐλα; Παράξενο εν είναι;
-Ε, άμε, μα εν είναι και τοσοδά παράξενο… χαμογέλασε. Α, μπορούσε, βέβαια, να τονε και τυχαίο, μα εν είναι. Κρατάς μυστικά;
-Ίντα; Για πες…
Γυρνάει το βλέμμα τριγύρω, ελέγχει αν κανείς μας ακούει.

-Άκου, μα τσιμουδιά… Κείνα τα πεζούλια που βλέπεις, πριν πολλά χρόνια γεμάτα ήτονε από δρύδες. Κάτι δέντρα που εν τα φαντάζεσαι. Τ’ αγαπούσα το λοιπόν κείνα τα δέντρα. Ε, όσο να ‘ναι, στον ίσκιον τους ήπαιζα μικρό, ηπήαινα και με τ’ αδέρφια που ‘χασα στον πόλεμο, ε, ηδέθηκα… Μα εν το ‘χα καταλάβει. Ώσπου τον καιρό που ηκάμνανε τα καμίνια ηρχίνησαν να τα κόβουν για κάρβουνα. Φτώχια, βλέπεις, ό,τι είχες μπροστά σου ηκοίταζες να το εκμεταλλευτείς…Ήλειπα μέρες, το λοιπόν, για κάτι μεροκάματα, έρχομαι στο χωριό και βλέπω άδεια τα πεζούλια. Μια ερημιά. Μονάχα κάτι κορμοί ίσα- ίσα που ηφαινόντανε. Ηπιάστηκε η ψυχή μου. Έτοιμους τους ηύρα να κόψουν και τα δυο τα τελευταία. Πάω που λες κι αδειάζω την τσέπη μου. «Τόσα δα έχω, πάρτε τα και αφήκετέ τα». Και τ’ άφηκαν, που λες, κι ηπομείνανε μέχρι σήμερα. Στη θέσην τους.
-Μα ξένο εν ήτονε το χωράφι; Σ’ αλλουνού περιουσία ηπήες να κάμεις κουμάντο;
-Και ποιανού είναι μωρέ τα δέντρα; Κείνου που τα βλέπει εν είναι;

-Σωστά…Κι ίντα ντρέπεσαι; Καλό ήκαμες. Κοίτα τα τι όμορφα που είναι.
-Ντρέπομαι, παιδάκι μου, γιατί είχα πάει στη δουλειά για να χορτάσουν οι γονείς κι οι παππούδες. Ίντα να τους ήλεα; Πως τα ‘δωκα τα λεφτά για τους δρύδες; Είπα ότι μου πέσανε στο δρόμο… Ακόμα  βάρος το ‘χω…


 

(δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 29/5/12)

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Στην "Ελευθέρα Πολιτεία"



Έτσι ονόμασαν τον καφενέ. Στο κέντρο του Πειραιά. Τον άνοιξε μια κοπέλα από το νησί.
Κάποιος από την παρέα άκουσε για το νέο στέκι και του καρφώθηκε η ιδέα.
-Να πάμε, βρε παιδιά, να δούμε πώς είναι. Πλάκα θα 'χει.
Σάββατο μεσημέρι πήγαμε, γιατί κλείνει νωρίς. Δουλεύει κυρίως με τους ανθρώπους της αγοράς.
-Το βράδυ δεν έχει κίνηση, τις Κυριακές επίσης. Το κλείνουμε τότε και πάμε στα σπίτια μας,  μας λέει η συμπατριώτισσα που πρώτη φορά μας έβλεπε.
Χαρούμενη και με μάγουλα κατακόκκινα, λες και κάποιος την πήρε πριν λίγο από το χωριό και την τοποθέτησε για πλάκα σε κείνη τη σκοτεινή στοά της Γούναρη.
Πάνω στο ψυγείο υπάρχει μια τεράστια ανθοδέσμη με μαργαρίτες κίτρινες, σαν να 'ρθαν και κείνες από κάτω με το βαπόρι. Είχα αφήσει μια ίδια στο τραπέζι της κουζίνας πριν φύγω από το νησί.

 Όλοι οι άλλοι θα 'ταν από αλλού. Όχι μόνο από άλλο μέρος, θαρρείς κι από άλλο αιώνα.

 Ένας παππούς με τεράστιο μουστάκι, καλοσιδερωμένο πουκάμισο, βλέμμα μάγκα αριστοκράτη.

 Μια κυρία με διχτυωτό καλσόν, σκισμένο εμφανώς στο γόνατο, έντονη πράσινη σκιά στα μάτια και έτοιμη για ζαβολιές. Περασμένης ηλικίας πια, έμοιαζε να αποζητά τη χαμένη της πελατεία.
Κάθισε δίπλα στον κύριο, ο οποίος δεν έδειχνε να την κάνει και τόσο κέφι.

 Μια παρέα πενηντάρηδων που φαίνονταν ιδιαίτερα δεμένοι μεταξύ τους, γελούσαν ασταμάτητα, τσούγκριζαν και πείραζαν ο ένας τον άλλο.  Ξαφνικά, κάτι θυμήθηκαν, ο ένας πήρε ένα μπουζούκι κι ο άλλος μια κιθάρα που κρεμόταν στον τοίχο. Άρχισαν τα ρεμπέτικα, Καζαντζίδη, Πάνου, απαγορευμένα.

 Ένας άλλος κύριος γύρω στα εβδομήντα, ιδιαίτερα αδύνατος και σίγουρα όχι καλοντυμένος, περνά σκυφτός απ' έξω. Δίχως "γεια", δίχως χαμόγελο, μπαίνει μέσα, στέκεται στο κέντρο του καφενέ και ρίχνει μια φοβερή ζεμπεκιά. Τον χειροκροτούμε όλοι.
 Πάλι δε χαμογελά, στέκει για λίγο μπροστά στην παρέα των πενηντάρηδων, πίνει μια γουλιά από το κρασί που τον κερνούν και φεύγει. 

 Η κυρία μερακλώνει, πάει στην παρέα, στέκεται δίπλα τους κι αρχίζει το φλερτ. Ο παππούς, που μέχρι εκείνη την ώρα δε γύρναγε ούτε να την κοιτάξει, ενοχλείται που τον άφησε.
"Παλούκα, μωρή..." της λέει καλώντας την στα πειραιώτικα να ξανακάτσει κοντά του.
Μάλιστα για να την κάνει να ζηλέψει, παίρνει ένα τριαντάφυλλο από έναν πλανόδιο που εμφανίζεται ξαφνικά στο μαγαζί και όλο καμάρι το προσφέρει στην ...ιδιοκτήτρια.
Η άλλη παλουκώνεται ξανά στο τραπέζι και του χαμογελά με νάζι.

Η Δώρα, που κάθεται δίπλα μου φορά το μαύρο γυαλί και παρατηρεί όσα παράξενα διαδραματίζονται.
-Πού βρισκόμαστε, ρε παιδιά; Ταινία γυρίζουνε;
Ο Θάνος έχει πάρει το κινητό και τραβά βίντεο. Ανώφελο. Δεν κλειδώνονται τέτοιες στιγμές στις οθονίτσες....