Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα...
















Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.



Κώστας Καρυωτάκης

Ποιήματα και Πεζά, Εκδόσεις Ερμής

Αθήνα 1972







Τρίτη 17 Μαΐου 2011

"Ηφουρνίσατε, γειτόνοι;"


Το  φούρνισμα γίνονταν μια φορά την εβδομάδα. Ήθελε χρόνο, βλέπετε. Και κόπο.
Έπρεπε να μην έχεις πότισμα ούτε ξεχορτάριασμα να θέλουν τα κηπάρια ούτε τα φασολάκια να πρέπει να μαζέψεις ούτε και καμιά άλλη δουλειά να 'χεις να κάνεις εκείνη τη μέρα.
Τα μικρά κουβαλούσαμε ανάμματα από τα Τηρίματα κι απόκλαδα από τους κήπους. Η μάνα μου έπαιρνε δυο καρέκλες, τις τοποθετούσε αντικριστά τη μια από την άλλη σε κάποια απόσταση και πάνω ακουμπούσε την ξύλινη σκάφη. Έπαιρνε ένα ρηχό πιάτο κι έβγαζε αλεύρι από το τσουβάλι. Ύστερα, άνοιγε το ντουλάπι κι έπαιρνε το προζύμι που 'χε φυλάξει από το προηγούμενο ζύμωμα. Λίγο χλιαρό νερό, λίγο αλάτι κι έτοιμο το μείγμα. Ανασήκωνε τα μανίκια της ρόμπας της και ξεκίναγε το πάλεμα με τα υλικά. Αργούσε πολύ να τα νικήσει. Όταν σφίγγονταν κι αντιστέκονταν στις γροθιές της, μας φώναζε:
"Για φέρε, παιδί μου, λίγο νεράκι, όχι όλο, σιγά σιγά, θα σου πω εγώ πόσο...." 
Όταν τα υλικά παρέλυαν αραιωμένα κι αφήνονταν στα χέρια της, πάλι ευχαριστημένη δεν ήταν.
"Άχου, ήμπλασε, για φέρε παιδί μου, λίγο αλευράκι ακόμα..." 
Τίποτα δεν καταλαβαίναμε, ακολουθούσαμε μονάχα τις εντολές της.

Μάλλον όμως το 'θελε ζωντανό να πέσει στα χέρια της. Αυτό θα 'ταν. Γιατί κάποια στιγμή τη βλέπαμε να τεμαχίζει με χαρά το μείγμα και να βάζει τα κομμάτια στην πινακωτή. Εκείνα ήταν μαλακά και λεία σα να 'χαν δέρμα μωρού...
Και σα να κουνιόταν, σα ν΄ανάσαιναν...
Μα τι λέω; Σίγουρα ανάσαιναν και σίγουρα ήταν ζωντανά. Γιατί, θυμάμαι, έπαιρνε κάτι μάλλινες κουβερτούλες, για να μην κρυώνουν μάλλον, τα σκέπαζε κι εκείνα χουχουλιασμένα στο ξύλινο κρεβατάκι τους μεγάλωναν και μεγάλωναν...
 Όταν δε μας έβλεπε, ανασηκώναμε τη γωνιά της κουβερτούλας και τα κοιτάζαμε με τρόμο.
"Τρέχα, μαμά, τα ψωμάκια μεγάλωσαν πολύ!"
Μα εκείνη δε το παραδέχονταν και έβαζε τα γέλια. "Δε μεγάλωσαν βρε, φούσκωσαν..."


Και πάλι όμως ευχαριστημένη δεν ήταν. 'Εβγαινε στην αυλή με βιαστικά βήματα και κοίταγε το φούρνο. Κει μέσα είχε από ώρα βάλει φωτιά στ' απόκλαδα. Όταν καίγονταν όλα, έπαιρνε ένα φτυάρι και έβαζε στην άκρη τα καρβουνάκια. Έπειτα ένα μακρόστενο κοντάρι που στην άκρη του είχε δεμένο ένα βρεμένο πανί. Μ' αυτό σκούπιζε τις στάχτες από το εσωτερικό του φούρνου. Μετά το ακούμπαγε στον τοίχο και εμείς το παίρναμε και τρομάζαμε το ένα τ΄ άλλο.
Εκείνη δεν είχε χρόνο να μας μαλώσει.
Έπρεπε να φέρει τα "νεογέννητα", να τα τυλίξει μ' αλεύρι, να τ΄ακουμπήσει σ' ένα παράξενο φτυάρι, ξύλινο, μακρύ, να τα σταυρώσει και να τ΄ακουμπήσει μέσα στο φούρνο. Δίπλα δίπλα, με προσοχή.
Έφτυνε τρεις φορές και έκλεινε την πορτούλα του φούρνου, που δεν ήταν παρά ένα βαρελίσιο καπάκι με μια ξύλινη λαβή που του 'χε βάλει ο πατέρας μου.

Είχε ιδρώσει κι αναψοκοκκινίσει, μα και πάλι ευχαριστημένη δεν ήταν. Συνέχιζε να τρέχει πάνω κάτω, να μαζεύει και να κόβει, πιπεριές, μελιτζάνες, πατάτες, κρεμμύδια κι ό,τι άλλο ζαρζαβατικό υπήρχε στο σπίτι. Έπρεπε, βλέπετε, να κάμει και το μπριαμ. "Ε, μια και άναψε ο φούρνος..."

Σαν πέρναγε η ώρα, δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην έχει πάρει είδηση το φοβερό γεγονός που είχε διαδραματιστεί. Οι μυρωδιές απλώνονταν παντού στο χωριό κι ένας ένας νέφαινε στην αυλή.

"Μπα, ηφουρνίσατε, γειτόνοι;  Την ήβγαλες την πίτα;"


Α, όλα κι όλα, ήτανε δικιά τους αυτή. Μη φανταστείτε κανονική πίτα. Ήταν ένα ψωμάκι αχαμνό, μ' ό,τι απέμενε στη σκάφη. Σαν έκανε να μεγαλώσει, το κακόμοιρο, εκείνη το πίεζε με τα δάχτυλά της. Έμενε λεπτό και ψήνονταν πιο γρήγορα από τ' άλλα. Το έβαζε στο τραπέζι της αυλής κι οι χωριανοί έκοβαν με τα χέρια και συζητούσαν τα νέα της ημέρας.

Ε, τότε πια ήταν ευχαριστημένη η μάνα μου. Έπαιρνε μετά από ώρα τα ψωμάκια της. τα παιδάκια που έφτιαξε όπως ήθελε, ολοστρόγγυλα και με χρώμα ροδαλό, τα έβαζε στο ράφι και τα σκέπαζε πάλι. Έπρεπε να μείνουν φρέσκα για να χορταίνουν όλη τη βδομάδα τ' αληθινά της παιδιά. Πότε αλειμμένα με βούτυρο και ζάχαρη, πότε με ρίγανη και λαδάκι.

(Το τελευταίο ήταν από το "κάτω περιβόλι" κι απ' την "απ' έσω πάντα" κι ήθελε πιότερο κόπο να γίνει.
Θα την πούμε άλλη φορά . Είναι μεγάλη η ιστορία.)














Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Τ' αφεντικό του καφενέ

φωτό από εδώ
  Τ' αφεντικό του καφενέ ήταν ο Γιαννάκος. Με υποκοριστικό κι αυτός όπως κι οι πιότεροι στο χωριό. Το Χριστινάκι, το Κωστάκι, το Σταματάκι, το Νικολάκι....Κι ας είχαν ξεπεράσει το μέσο όρο ζωής οι περισσότεροι.
Κι εκείνο γέρο τον θυμάμαι. Μα ούτε που σκέφτηκα ποτέ να τον φωνάξω κυρ Γιάννη, ας πούμε, ή κύριε Γιάννη. Μόνο Γιαννάκο, σα να ήμαστε συνομήλικοι.
Όχι μόνο εγώ, τον πληθυντικό τον είχαμε καταργήσει στο χωριό. Ούτε λόγω έλλειψης παιδείας, ούτε λόγω έλλειψης σεβασμού.
 Έλλειψη τυπικότητας μονάχα.
Μα όπως και να το κάνουμε, το υποκοριστικό δεν του ταίριαζε και τόσο. Ήτανε τεράστιος. Λύγιζε το μπαστούνι στο βάρος του όγκου του. Και σοβαρός. Όχι πολλά πολλά.
Μόνο σαν τού 'ρχονταν στο μυαλό καμιά ανάμνηση από τα παλιά πονετική ή κάνα γράμμα απ' τους ξενιτεμένους, τότε βούρκωνε μεμιάς κι έβαζε κάτι κλάματα που τρομάζαμε να τον συνεφέρουμε. Δυνατά, με λυγμούς. Εκεί μόνο θύμιζε μικρό παιδάκι που το ΄χε μαλώσει κάποιος άδικα και το πήρε το παράπονο.

 Κάθε πρωί, λοιπόν, ο Γιαννάκος άνοιγε τον καφενέ, τον τελευταίο πια του χωριού. Τον κράταγε ανοιχτό όλη μέρα κι όλη νύχτα σχεδόν. Μόνο που σα βράδιαζε γίνονταν πιότερες οι δουλειές. Έπρεπε να σηκωθεί από την καρέκλα που είχε τοποθετήσει στην πλατεία, το μόνιμο παρατηρητήριο του, το επίσημο, και να συρθεί μέσα. Ν' ανοίξει την αμπάρα και να πάρει το οινόπνευμα. Ύστερα με νωχελικά βήματα να πάει ως τον πάγκο. Στο μοναδικό συρτάρι, πάνω πάνω, δεξιά, υπήρχε το τσακμάκι, το 'παιρνε και τσουφ! με κινήσεις ταχυδακτυλουργού, που δε θυμάμαι ακριβώς, άναβε το λουξ. Κλείναμε τα μάτια και γυρίζαμε αλλού το κεφάλι. Μόλις συνηθίζαμε, τρέχαμε με θάρρος στην πλατεία.
Η φαρδιά λωρίδα φωτός που ξέφευγε από την ανοιχτή πόρτα και τ' αριστερό παράθυρο φώτιζε το τετράγωνο τσιμέντο και τα τραπέζια τα μόνιμα της πλατείας.
Έτσι μπορούσαμε να οριοθετήσουμε το χώρο της βραδινής διασκέδασης. Εκεί που δεν έφτανε το φως κρυβόμαστε κι εκεί που έφτανε βάζαμε να τα φυλάει ο άτυχος του "α, μπε μπα μπλομ του κείθε μπλομ".

 Αν ο καιρός δεν είχε ζεστάνει έπρεπε ν' ανάψει και τη σόμπα. Για τους μεγάλους που ήταν μέσα κι έπαιζαν πρέφα. Μικρούλα, στρογγυλή από μαντέμι. Έφερνε ξύλα με τις ίδιες νωχελικές κινήσεις και πάλι το τσακμάκι. Εκείνοι που χάναν την παρτίδα σηκώνονταν με νεύρο, άνοιγαν την πορτούλα της σόμπας κι έχωναν στη στάχτη τ' αποτσίγαρα.
Τα παιδιά, αφού χορταίναμε παιχνίδι, μαζευόμασταν για τις παραγγελίες. Ή βανίλια ή λουκούμι.
(Τα γλυκά του κουταλιού ποτέ. Τα 'χαμε και στο σπίτι. Αυτά ήταν για τους ξενοχωρίτες.)
Το λουκούμι ήταν η σωστή επιλογή, γιατί τη βανίλια τη λυπόταν. Δεν έχωνε βαθιά το κουτάλι κι εμείς γελούσαμε. "Έλα βρε Γιαννάκο, λίγο πιότερη βάζε!" ή "Εσένα πόση σού 'βαλε; Εμένα κοίτα, μια σταλιά!"

 Όμως το μαγικό της βραδιάς ήταν άλλο. Το τηλέφωνο. Μαύρο, γυαλιστερό, με θόρυβο γλυκό σε κάθε γύρισμα των αριθμών του. Σαν χτύπαγε, πεταγόμασταν επάνω, έτοιμα για την περιπέτεια.
Εκείνος ακούμπαγε τη μια άκρη του ακουστικού στ' αυτί, την άλλη στο μάγουλο ή στη μύτη, σπάνια στο στόμα και μετά από λίγο: "Άμετε να φωνάξετε τη Στέλλα. Η ανηψιά της από την Αθήνα. Θα πάρει σε πέντε...." ή σε δέκα, ανάλογα με την απόσταση του κάθε σπιτιού.
Σηκωνόμασταν τότε και τρέχαμε στο σκοτάδι. Άλλο σκουντούφλαγε, άλλο φοβόταν. Μα δε ρίχναμε δεύτερη ματιά σ' αυτούς. Το θέμα ήταν ποιο θα φτάσει πρώτο να πει τα νέα.
Σαν έφτανε τελικά κι έβλεπε το φως από τη λάμπα, χτύπαγε με καμάρι "Στέλλα, τηλέφωνο. Τρέχα.... Η ανηψιά σου!"
Μαζεύαμε έπειτα δρόμο δρόμο τα ...θύματα και μαζί με τη Στέλλα και του υπόλοιπους θαμώνες περιμέναμε με αγωνία τον επόμενο μαγικό χτύπο.
Εκείνος τα ήξερε όλα. Για κάθε χτύπο. Ποιος ήτανε, τι είπανε, πότε θα ξαναπάρει. Κουβέντα δεν του ξέφευγε.

 Τα καλοκαίρια, στην εφηβεία μου ο Γιαννάκος ήτανε το μαρτύριο μου. Έπαιρνε τηλέφωνο κάνα αγοράκι κι ο Γιαννάκος καθόταν δίπλα στην αμπάρα κι άκουγε τα πάντα.
 "Άχου, έχεις γιαουκλού, καλά το 'χα καταλάβει" σιγομουρμούραγε κουνώντας απειλητικά τη μαγκούρα. Η "γιαουκλού" ήταν το αίσθημα, ο αγαπημένος.
Του τα συγχωρούσα όλα βέβαια, μια και ήταν αυτός ο καλός μου ο συμπαίχτης. Στο τάβλι.
Τέλειωσαν, βλέπετε, οι πελάτες κι απόμειναν τα "δυαράκια" και οι "εξάρες".

 Α, απόμεινε κι ο πλάτανος που του 'κανε παρέα όλα τα χρόνια που 'ζησε σ' αυτό τον κόσμο.
Ήκανε πως θα μαραθεί, σαν έκλεισε ο καφενές και τ' αφεντικό προτίμησε άλλη δροσιά για πάντα, μα έκαμε κουράγιο να συντροφεύσει για κάμποσο ακόμα κάτι ξένοιαστους πανηγυριώτες που 'ρχονται κάθε χρόνο, αρχές Ιουνίου, χωρίς ποτέ να φανταστούν τι ζήσαμε δω πέρα...



Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Ήρχισαν πάλι τα βιολιά...

φωτό tirimata
Από τον παράδεισο της Εριφής...

Ο καιρός κάθε άλλο παρά ανοιξιάτικος ήτανε και η συχωριανή, άνω των ογδόντα πέντε, μπήκε στην κουζίνα για το καφεδάκι της, τον ήκαμε η μάνα μου κι έπιασαν την κουβέντα. Εγώ χωμένη μέσα σ' ένα ντουλάπι προσπαθώντας να βάλω μια τάξη στο χάος από τ' ατέλειωτα βάζα με μαρμελάδες, κοπανιστές, χυμούς ντομάτας, τα μπουκάλια με τα ηδύποτα από κάθε λογής φρούτο, τ' άλλα με τις βυσσινάδες, τα κουτιά με τα ξερά σύκα, τα ξερά φασκόμηλα, τις δάφνες, τα κλωνάρια δυόσμου. Δεν ήταν κι εύκολη επιχείρηση καθώς αυτοί που καταδέχονται όλα τούτα λιγόστεψαν επικίνδυνα κι έτσι κάθε χρόνο εκείνα πολλαπλασιάζονται.  Πρέπει να στοιβαχτούν το ένα πάνω στ' άλλο, να πεταχτούν με τρόπο κάποια, να αξιοποιηθούν κάποια άλλα και πάει λέγοντας. Χαιρέτησα λοιπόν από μακριά την επισκέπτρια και χώθηκα πιότερο μες το ντουλάπι, μη μου πιάσουν την κουβέντα και χάσω χρόνο. Άκουγα βέβαια κάθε λέξη...

-Ε, για πε μου κάνα νέο...αρχίζει η γειτόνισσα.
-Ήντα να σου πω; Ήρτε το μικρό προχτές, πολεμάει να μαζέψει, ήφερε και τα μικρά του, άπου να τα χαρώ... Ε, ο καιρός μας τά 'καμε όπως μας τά 'καμε. Πού να 'χει ανάγκασμα... ήκανε ν' ανοίξει κείνη δα η τριανταφυλλιά, η κίτρινη, και της τα χάλασε τα ματάκια ούλα, ηκατασυχίστηκα που εν ημπορείς να φανταστείς.
-Α, μάλιστα. Ο άντρας σου;
-Αά, όσο πάει και ξεμωραίνεται. Πολεμάει να φυτέψει, αν έχεις το θεό σου, το πάνω το περιβόλι μες σ΄ αυτο δά τον αέρα... Συνεννόηση μηδέν.
-Α, μάλιστα...
-Μα εσύ ηντά 'χεις; Βρε, για να σε δω, αα, κάτι κρύβεις εσύ...
-Όχι καλέ, πού σου 'ρθε;
-Άχου, για δε, που θαρρεί πως α με κοροϊδέψει... Βρε, μπας και σ' έπιασε κάνας πόνος, μπας κι ήγινε τίποτα με τα μικρά;
-Όχι σου λέω, σώπα.
-Ε, μα ξέρω 'γω, αφού σε βλέπω...Α μου πεις, γιατί ε θα τα πάμε καλά.
-Λοιπόν -κι ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, με φωνή χαμηλωμένη τώρα ιδιαίτερα- πού να στα λέω, καημένη...  Ήρχισαν πάλι τα βιολιά!
-Άχου, από πότε; ρωτάει η μάνα μου.
-Από προχτές, μωρή, που φυε η άλλη με το καράβι κι ηπήε στην Αθήνα.
-Ιιιιιιι.... Και ε μου λες... κουβέντα, ε;
-Κουβέντα. Σηκώνω  το τηλέφωνο, ακούω τα βιολιά -κουβέντα κι εγώ- κι ύστερα ντουπ! το κλείνει.
-Μωρή, για πε μου... Ε σου μίλησε ποτέ;
-Αστειεύεσαι; Θαρρεί πως δεν ηξέρω και κάνω κι εγώ το κορόιδο.

Εννοείται πως είχα αρχίσει τις κλεφτές ματιές γιατί τέτοιους διαλόγους δεν ακούς και καθημερινά. Κι ύστερα δεν έβγαζα και συμπέρασμα. Τη βλέπω όμως με την άκρη του ματιού μου, πώς χαμογελούσε και πώς άστραφτε το πρόσωπό της κι ύστερα τη μάνα μου πόσο ενθουσιασμένη ήταν από το γεγονός, πόσο της είχε εξάψει την περιέργεια όλο τούτο το παράδοξο και κρυφό, ως φαίνεται, παίξιμο των βιολιών, που δε μίλησα καθόλου.
Αργότερα σαν έφυγε η ενθουσιασμένη και τάχα σοκαρισμένη γειτόνισσα δεν άντεξα.
-Τι βιολιά, καλέ, είναι αυτά που παίζουνε;
-Ε, πε μου τώρα πως εν ηξέρεις τα βιολιά..., μου λέει η μάνα μου με αγανάκτηση σχεδόν. Μ' αυτά κρατάνε χρόνια...

Έμαθα πως την αγάπαγε μικρός. Και κείνη. Άλλους παντρευτήκανε κι οι δυο. Εκείνη το ξεπέρασε, λέει, μα κείνος το βιολί του. Το παίρνει κάθε φορά που η γυναίκα του φεύγει για καμιά δουλειά, σχηματίζει τον αριθμό κι αρχίζει το παίξιμο. Αφού βγάλει τον καημό από μέσα του με τούτες τις μουσικές το κλείνει χωρίς κουβέντα.
Εκείνη, που το ξεπέρασε, κάθεται και περιμένει το χτύπο του τηλεφώνου, ακούει τις νότες και περιμένει να το κλείσει εκείνος. Ύστερα παίρνει αγκαζέ το ονειροπόλο της βλέμμα και πιάνει το σεργιάνι.

Για να λέμε την αλήθεια, με άλλα λόγια μου μετέφερε η μάνα μου την όλη κατάσταση. Τα καριώτικα, ξέρετε.... "Για δε κάτι βλακείες, που κάνουνε σα μικρά παιδιά, γέροι άθρωποι, που α μας πάρει κανείς χαμπάρι και ε θα ξέρουμε πού να κρυφτούμε..."
Εγώ όμως τρελαίνομαι με κάτι τέτοια ζωηρά γεροντάκια, με κάτι τέτοιους έρωτες που ζουν πολύ και δε γερνούν ποτέ και δε χρειάζεται να πεθάνουν για να πάνε στον παράδεισο.
Ε, και την κάνω λίγο πιο ρομαντική την ιστορία...



Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Αυτοπαρουσίαση

φωτό tirimata


Τσα!
Δε με γνωρίζετε πολλοί από σας αν και ζω στο νησάκι της Νικαριάς πολλά πολλά χρόνια...
Έχω τεράστια πράσινα φύλλα, ευαίσθητο κορμό κι εντυπωσιακά άνθη. Τρελαίνομαι για τον αέρα του Αθέρα, μα κυρίως αυτό που με νοιάζει είναι να 'χω νεράκι μπόλικο και σκιά. Τα βράχια δε μ' ενοχλούν, πάντα θα βρω ανάμεσά τους λίγο χωματάκι για να τραφώ... Α, μ' αρέσει κι η ησυχία. Λίγους ανθρώπους αντέχω, κι αυτούς μοναχά την Άνοιξη που ανθίζω και μ' αρέσει να τους κοκορεύομαι.
Εδωνά που ζω, δε θα σας πω πού... (Για χαζή με περάσατε;  Άντε, μόνο την περιοχή.
Να, ζω κάπου ανάμεσα Δρούτσουλα και Ακαμάτρα, αλλά αποκλείεται να με βρείτε, γιατί είμαι καλά κρυμμένη και εσείς θά 'σαστε με αυτοκίνητο, οπότε....)
 Εδωνά που ζω, λοιπόν, οι ντόπιοι μ' αγαπάνε πολύ. Όχι όλοι, κείνοι που ανήκουν στη μυστική εταιρία των φίλων μου. Που ξέρουν πού μένω, πώς με λένε και πότε ανθίζω. Αναρωτιούνται και κείνοι που απόμειναν στο νησί κι εκείνοι που ζουν μακριά, μόλις πιάνουν οι ζέστες κάθε χρόνο, αν έχω ανθίσει... Σημαίνει γι' αυτούς Ανάσταση, χαρά.
Παρόλα αυτά επειδή το μεγάλο Σάββατο, δε συνηθίζεται να μαζεύουν λουλούδια, με καλούν μαζί τους μονάχα τη Μεγάλη Παρασκευή. Έρχονται δηλαδή, με απόλυτη μυστικότητα και κατόπιν συνεννοήσεως με τα υπόλοιπα μέλη της εταιρίας και κόβουν τα λουλούδια μου. Τους τα προσφέρω χωρίς γκρίνιες, γιατί άκουσα πως τα παίρνουν και φτιάχνουν μ΄αυτά το σταυρό του επιταφίου, που πρέπει, λέει, να 'χει μόνο άσπρα λουλούδια. Είναι έθιμο από τα παλιά, να είμαι εγώ το "πρώτο όνομα" τη μέρα εκείνη, η πρωταγωνίστρια της Μεγάλης Παρασκευής.
 Μάλιστα για να με προστατέψουν από τα άγρια πλήθη μού δωσαν ένα απαίσιο όνομα. Με λένε "αγριοκαράφτα"! Μάλλον για να νομίζουν οι άλλοι πως είμαι κάνα αγριολούλουδο άνευ σημασίας και να μ΄ αφήσουν στην ησυχία μου.

Μα εγώ θα κάμω μια σκανταλιά και θα σας ψιθυρίσω ποια είμαι στ' αλήθεια. 
Ε, δεν αντέχω στη σκέψη πως κάποτε ίσως πάψω να υπάρχω και όλοι θα με θυμούνται μ' αυτό το παρατσούγκλι. Άκου "αγριοκαράφτα"! Θέλω λίγη δόξα, βρε αδερφέ, τη δικαιούμαι...

Λοιπόν, ακούστε.... Πρώτον έχω βασιλική καταγωγή. (Τι, μόνο οι Καριώτες θα καμαρώνουν ότι είναι γαλαζοαίματοι;)
 Είμαι μια paeonia ή παιωνία  και είμαι η βασίλισσα των βοτάνων. 
Έχω διαβάσει για μένα ότι: 


Αυτοφυής στη χώρα μας, η Παιωνία είναι από τα αρχαιότερα και ωραιότερα αγριολούλουδα. Κανένα άλλο φυτό δεν μπορεί να συναγωνισθεί σε λαμπρότητα τα μεγάλα -μέχρι 13 εκ. πλάτους- κατακόκκινα, μελανοπόρφυρα, ρόδινα και λευκά άνθη της.
Σε θεά αναγόρευσαν οι Αθηναίοι το μαγικό αυτό φυτό - «Αθηνά Παιωνία» (Παυσανίας), ενώ ένας ανώνυμος βουκολικός ποιητής του 3ου μ.Χ. αιώνα την ύμνησε σαν «πασάων βοτανέων βασιληίδα». aιώνες αργότερα, στην Κίνα την ονόμαζαν Hoa wang, «βασιλιά όλων των λουλουδιών».

Σας εντυπωσίασα; Βέβαια, εγώ έχω μόνο λευκά άνθη και μου αρέσουν τα ύψη και τα βράχια. Γι' αυτό ένας σπουδαίος επιστήμονας πριν χρόνια μου έδωσε το μικρό μου τ' όνομα. Για ακούστε το... Δεν είμαι μια peonia μοναχά, είμαι η peonia icarica, η δικιά σας δηλαδή η Παιωνία, η Καριώτικη, μοναδική στο είδος της στον κόσμο ολάκερο.
Απλή και σπάνια. Απλή, γιατί είμαι αυτοφυής, φυτρώνω δηλαδή από μόνη μου και μεγαλώνω χωρίς κανέναν να κουράζω και σπάνια, γιατί είναι το είδος μου τέτοιο, αλλά και γιατί απειλούμαι να εξαφανιστώ... Να, αυτό προσέξτε το λιγάκι, αυτό το τελευταίο... 

Σας είπα ένα ψεματάκι στην αρχή. Δε με νοιάζουν οι δόξες. Σας παρουσιάζομαι μόνο και μόνο γιατί θέλω να με εκτιμήσετε λιγάκι.
Κι άμα δείτε το Γιώργο, που δε φαντάζεται, ο κακόμοιρος, πως είμαι τόσο σπάνια και ξεχωριστή, αν και μ' αγαπά και με φροντίζει, δε λέω, γιατί ακολουθεί τις παραδόσεις του χωριού, πείτε του να πάει πιο κει τα ζώα και τα σύρματα. Με πατούν άθελά τους και δε ξέρω πόσο θα βαστάξω η κακομοίρα. 
Κι άμα δείτε κάναν εξυπνάκια που δείχνει περιφρόνηση για το νησί, πείτε του πως εδώ φυτρώνει ένα από τα πιο σπάνια και μαγικά φυτά με ιδιαίτερες θεραπευτικές ιδιότητες και με ομορφιά απαράμιλλη.  H Παιωνία η Καριώτικη να του πείτε, μα για το μέρος, κουβέντα, τσιμουδιά...
Αυτά. Ελπίζω να μη σας κούρασα.

Φιλιά από τις σπάνιες αδερφούλες μου. 
Θα σας περιμένω του χρόνου την ίδια μέρα, ε;



Για όποιον δε με πίστεψε, να δυο πολύ καλές μελέτες για το είδος μου:
Stearn,W. και Davis,P., «Παιώνιες της Ελλάδος», Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Κηφισιά, 1984.

Τζανουδάκης Δ., «Κυτταρολογική μελέτη του γένους Paeonia L. εν Ελλάδι», Πάτρα, 1977.


Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Το μαμούνι και το λούπινο (παραμύθι)

Μπήκε ο Απρίλης και πάνω στο νησάκι τα πάντα έχουν πρασινίσει. Την τιμητική τους έχουν βέβαια τα λούπινα που γέμισαν όλα τα χωράφια και τις πλαγιές. Δεν έβγαλαν ακόμη λουλουδάκια μα άνοιξαν τα φυλλαράκια τους σαν ήλιοι πράσινοι κι απορροφούν με κέφι και μεράκι τις ακτίνες του άλλου του ήλιου, του μεγάλου, που τώρα την άνοιξη είναι πιο ήρεμος και μαλακός για τον μικρόκοσμο.
Τα μαμουνάκια, αγνώστου πατρός κι αγνώστου ονόματος, ξεχύνονται από το πουθενά και κάνουν τις πρώτες βολτίτσες του χρόνου, μπας και υπάρξουν κι εκείνα τα κακόμοιρα, μπας και δώσουν λίγο χρώμα στην άνοιξη. Το πράσινο, θαρρούν, είναι μουντό και μονότονο. Θέλει ο κόσμος και κόκκινο και μαύρο και γρι και ροζ.
Την αποφράδα εκείνη μέρα το δικό μας το μαμούνι βρήκε έναν προορισμό. Στο κέντρο του λούπινου.
-Δες μας, κόσμε, τι όμορφα που ταιριάζουμε! καυχιόταν με καμάρι. Κείνο έχει τις ρίζες και το πράσινο και τη βέβαιη ύπαρξη κι εγώ έχω τα φτεράκια μου και τις πιο αρμονικές αποχρώσεις. Καμάρωσέ μας! Είμαστε το πιο όμορφο σύνολο.
Μα το λούπινο, παιδάκια, είχε άλλη γνώμη.
-Ήντα μου τσαμπουνάς καθισμένο στη ράχη μου! Δεν πας αλλού να βοσκήσεις. Πιο πέρα άμε! 
-Μπα, μιλάς και καριώτικα, τρομάρα σου;  λέει το λούπινο τσατισμένο από το απροσδόκητο καλωσόρισμα.
-Πώς να μη μιλώ; Εμένα που με βλέπεις με 'χανε για σωτήρα τους οι Καριώτες μια φορά κι έναν καιρό. Ηκόβαν τον καρπό μου, για να ξέρεις, και ησώθηκαν από την πείνα. Είναι συντοπίτες μου και μου χρωστούν ευγνωμοσύνη μεγάλη. Κι εσύ έρχεσαι άξαφνα από το πουθενά την ώρα που 'λεα κι εγώ να μαζέψω λίγο ήλιο και να κάμω κι άλλα φυλλαράκια. Με τόσο θράσος, ακάλεστο και τολμάς να ειρωνεύεσαι κιόλας!
-Α, ναι; Για πες μας τώρα πόσο οι Καριώτες σε σέβονται. Για πες αν κόβει κανείς τους καρπούς σου. Γιατί ένα πουλάκι μου 'πε πως τα φύλλα σου τόσο δηλητηριώδη είναι που μήτε τα κατσίκια δε τολμούν να τα μασήσουν. Κι αυτά τα φασολάκια που λες για καρπούς φέρνουν μεγάλη δυσπεψία στο στομάχι... Εκτός κι αν μου 'παν ψέματα, απάντησε με ειρωνεία το θρασύτατο μαμουνάκι.
-Ε, χμ, λοιπόν, είπε το λούπινο με χαμηλωμένες τις ακτινούλες των φύλλων του, αλήθεια είναι. Μα για να ξέρεις, αναθάρρησε, εγώ έχω τις ρίζες μου εδώ, σε τούτο το χωράφι, ούλοι με καμαρώνουν σαν περνούν κι όταν θα φτάσει η ώρα που θα βγάλω και τα λουλουδάκια μου, ούλοι θα χαίρονται. Θα φέρνουν και τα μικρά και θα βγάζουν φωτογραφίες.
-Α, ναι, μα θα φωνάζουν οι μανάδες "προσοχή μην πιάνετε τα φύλλα. έχουν δηλητήριο". Κι εγώ ετόλμησα να σ' αγγίξω άφοβα. Κι αντί για ευχαριστώ και μπράβο μου φυλάς την πιο μεγάλη αλαζονεία. Σου 'δωσα χρώμα και φτερά κι εσύ φωνάζεις για τον ήλιο που σου κρύβω.
-Εν πάση περιπτώσει, απάντησε το λούπινο. Και δίκιο να 'χεις μου χαλάς την ηρεμία. Κατάλαβέ με. Εγώ ξέρω πότε θα φυτρώσω, πότε θα βγάλω ανθάκια και πότε θα μαραθώ. Τα 'χω μελετημένα με ακρίβεια. Κι έρχεσαι τώρα εσύ να μου μιλάς για πετάγματα κι ένα σωρό ανόητες ιστορίες και να μου δείχνεις αδιάντροπα τα μαύρα και τα κόκκινα σου χρώματα, που εγώ δεν τα λογάριασα ποτέ. Άμε στο καλό, μ' εμποδίζεις ν' ανασάνω, δεν το καταλαβαίνεις;
Το μαμούνι μας το κατάλαβε. Άνοιξε τα φτεράκια που 'κρυβε και πήγε να βρει τ' ανώνυμα ξαδερφάκια του.
-Ε, δεν αρέσουν σ' όλους οι αντιθέσεις, σκέφτηκε.
Κι απόμεινε ένα ζευγάρι που δεν αγαπήθηκε ποτέ.
Μα εσείς να μην ακούσετε, παιδάκια, είναι όμορφες οι αντιθέσεις.
Και να, κόσμε, καμάρωσέ τες.



Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Το ρυάκι μας στο Δρούτσουλα

Ήταν η μοναδική πηγή του χωριού. Ανάσα ζωής για τους κατοίκους. Το λιγοστό του νερό, μα σπάνιο για την ποιότητά του δεν έφτανε  για τα ποτίσματα. Μονάχα για να ξεδιψάσουν. Για να καλύψουν τις ανάγκες τους έφεραν με μόχθο πολύ το νερό από τα "Διπλόρυακα" και "του Καλογερή τους κήπους". Μα δεν τους άρεσε στη γεύση. Είχανε κακομάθει, βλέπεις, με το γάργαρο και μοναδικά δροσερό νερό απ' το ρυάκι. Τό 'λεγαν έτσι, γιατί δίπλα κυλούσε ένας χείμαρρος, μα στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια πηγή που ανάβλυζε από τη ρίζα ενός βράχου. Πριν χρόνια πολλά έχτισαν κατά μήκος μια δεξαμενούλα και στο κέντρο της μια απλή, όμορφη βρύση. Κατέβαινες δυο σκαλάκια, έβαζες το παγούρι από κάτω και τ' άφηνες να γεμίζει. Το νερό έτρεχε ανάλογα με τη θερμοκρασία, πότε γρήγορα και πότε σε αργό ρυθμό.                                         

Το κουβάλημα του νερού ήταν αρμοδιότητα των παιδιών και των εφήβων. Το καλοκαίρι μαζευόμαστε παρέες παρέες στην πλατεία, στο "Καμπί", και παίρναμε το μονοπάτι προς τα κάτω. Ντουσεμές με πέτρινα σκαλάκια πού και πού. Ήτανε περιποιημένο καθώς αποτελούσε κομμάτι από το δρόμο για την Ακαμάτρα που παλιότερα ήταν η μητρόπολη, ας πούμε, της περιοχής.
Κατηφορίζαμε με μια ανάσα, τρέχοντας σχεδόν. 
Κι ύστερα φτάναμε στον ωραιότερο παιδότοπο που μπορείς να φανταστείς. Μέναμε εκεί για ώρες. 
Οι γέροι στην πλατεία έβρισκαν την ησυχία τους. Ύστερα από ώρα ανησυχούσαν για την τόση ηρεμία και ρωτούσαν τους γονείς με αγωνία τάχα. 
-Βρε, που ηπήανε τα μικρά;
-Στο ρυάκι. Τα στείλαμε για νερό. Θα 'χουνε ξελογιαστεί...   
Κανείς δεν ανησυχούσε στ' αλήθεια. Ήμασταν δικαιολογημένα.
 Το ρυάκι, βλέπετε, είχε πάντα δροσιά, μυρωδιές υπέροχες και γωνιές αγαπημένες. 
Είχε παγκάκι, για να ξεκουραζόμαστε, την πέτρινη πλάκα της γεφυρούλας. 
Είχε πλατάνια με χοντρά κλωνάρια για να μπορούμε να σκαρφαλώνουμε με ευκολία. 
Και με αφύσικα μεγάλους κορμούς για να μπορούν άφοβα να κρύβονται οι παιδικοί έρωτες και να χαράζουν τα αρχικά τους. 
Προς τα πάνω είχε και και βράχια μυτερά κι απότομα για τα κατορθώματα των φιλόδοξων νεαρών.
Είχε και χρώματα ζωηρά για μας κάνουν να νιώθουμε πάντα χαρούμενα. Όχι μόνο το έντονο πράσινο από τα φυλλώματα των δέντρων ή από τα βρίχα που έπνιγαν τον τόπο, όχι μόνο το κίτρινο του ήλιου που ξεπρόβαλλε πού και πού ίσα για να φωτίζει το μέρος, μα και το έντονο πορτοκαλί ή το κόκκινο. Κείνο βέβαια, ήθελε να παίξεις λίγο πριν να τ' απολαύσεις.                                           Έπρεπε να ψάξεις για ένα λεπτό, μακρύ ξυλαράκι κι αφού τ' ανακάλυπτες κάτω από τα ξερά φύλλα, να τεντώσεις το κορμί και ν' αρχίσεις με δαύτο να χαϊδεύεις τον κισσό που αγκάλιαζε ολόθερμα το βράχο πάνω από την πηγή. Χιλιάδες πεταλούδες, αόρατες μέχρι τότε, ξύπναγαν από το βαθύ ύπνο, άνοιγαν τα φτεράκια τους και σου αποκάλυπταν με χαρά τις πολύχρωμες κοιλίτσες τους. Τα πιο μικρά γέλαγαν και τις κυνηγούσαν, οι έφηβοι τις χάζευαν με χαμόγελο.

Ανήμερα των Αγίων Πάντων ο παιδότοπος ετούτος άλλαζε χρήση. Γίνονταν η σάλα για τους επισκέπτες. Το Σταματάκι, ένας γέρος με παιδική καρδιά, εξ ου και το υποκοριστικό, έφερνε μια σκούπα από ανάμματα και καθάριζε το μέρος από τα ξερά φύλλα. Έφερνε κι έναν κουβά μ' ασβέστη κι άσπριζε τη δεξαμενή και τη βρυσούλα. Οι πανηγυριώτες, που έρχονταν με τα πόδια τότε, αφού έπιναν μπόλικο ζουμί και μπόλικο κρασί, πήγαιναν με στρωσίδια και κουρελούδες και έπαιρναν εκεί το μεσημεριανό τους υπνάκο. Να ' χουν κουράγιο για τη συνέχεια.

Εμείς όμως οι χωριανοί δεν τό 'βραμε το κουράγιο. Ν' αντισταθούμε στους εργολάβους, τους δήμους, τα συμφέροντα, τις κοινοτικές επιδοτήσεις. Σαν είδε τη μπουλτόζα τρόμαξε το ρυάκι, το κακόμοιρο, κι από τότε βγάζει μόνο δάκρυα-σταγόνες. Τρόμαξα κι εγώ από των ανθρώπων τη βλακεία κι από τη δική μου την ανημποριά κι έκαμα χρόνια να κατηφορίσω προς τα κει. 
                                                                            
Όποτε περάσεις τυχαία, θυμήσου και σβήσε τη μηχανή. Κλείσε τα μάτια, μη δεις τη μισοθαμμένη βρύση και τα χαλάσματα ή κοίτα προς τα πάνω στα φυλλώματα. Θα δεις να πεταρίζουν τα πρώτα μας όνειρα κι οι πιο όμορφες αναμνήσεις. Θα τις γνωρίσεις. Έχουν πολύχρωμες κοιλίτσες και είναι ξύπνιες πάντοτε. Γέλασε ή κυνήγα τες σαν παιδάκι μικρό. Πού ξέρεις, μπορεί και να πιάσεις κάποια στον αέρα.






Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Ο Κίμος μου

φωτό tirimata
Δρούτσουλας, χειμώνας 2010,
 με διάθεση για παραμύθια... και τζάμι θολό...
Το σπίτι του ήταν κάτω από την πλατεία.
Κατέβαινες τη ρίμη κι έστριβες δεξιά. Έβρισκες το πιο στενό μονοπάτι του χωριού.  Στενό πολύ, μα πεντακάθαρο πάντα. Το χώμα του σκουπίζονταν καθημερινά και οι πλάκες του, όπου υπήρχαν, ασπρίζονταν κάθε χρόνο αρχές καλοκαιριού για να  διακρίνεται εύκολα τις νύχτες που το φεγγάρι αργούσε να φανεί από τον Αθέρα.
 Στην αρχή της αυλής μια μουριά, με πυκνό φύλλωμα, ολοστρόγγυλη και με ασπρισμένο κορμό για τις αρρώστιες. Ετούτη η μουριά αλλά και  η κληματαριά που σκέπαζε απ' άκρη σ' άκρη την αυλή δεν άφηναν ούτε χαραμάδα γι' ακτίνα τα καλοκαιρινά μεσημέρια που το χωριό υπέφερε από την αποπνικτική ζέστη .
Ένιωθες εκεί μια δροσιά απίστευτη. Ήτανε και τ' αεράκι που σκαρφάλωνε από την θάλασσα ίσα στον Άσπρο Λούρο κι από κει στα Τηρίματα κι έρχονταν φρέσκο φρέσκο στην αυλίτσα ετούτη. Καθόσουν απάνω στην πέτρινη πεζούλα που έζωνε τους τοίχους του σπιτιού κι έβγαζες έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης, έτσι να γίνει κι η παρουσία σου αισθητή στο χώρο.
Η γυναίκα του, η Κίμαινα, συνήθως στο νεροχύτη της αυλής ή στο κουζινάκι, σκούπιζε βιαστικά τα χέρια της στην ποδιά και σου φώναζε με χαρά "Βρε, καλώς το, κάτσε να σε κεράσω..."    Και πιάναμε την κουβέντα. Οι διαφορές της ηλικίας, λίγο ρόλο έπαιζαν τα χρόνια εκείνα.


Ο Κίμος ήταν ο πιο διακριτικός του χωριού. Πράος και καλοσυνάτος. Σε καλωσόριζε μόνο με το χαμόγελο. Δεν ασχολιόταν με το τι έγινε χτες, ποιος τσακώθηκε, τι λόγια αντάλλαξαν οι συμπεθέρες, γιατί ο Γιώργος δε θα 'ρθει φέτος το καλοκαίρι και όλα τούτα τα μεγάλα θέματα που μας συγκλόνιζαν τα χρόνια εκείνα.

 Εγώ δε γνώρισα παππούδες. Είχανε πεθάνει κι οι δυο πριν γεννηθώ. Και τον επέλεξα δικό μου παππού. Δεν του το 'λεγα βέβαια, μην τον τρομάξω. Έτσι, από μόνη μου. Αυθαίρετα. Σαν παιχνιδάκι στην παιδική μου φαντασία.
Μου άρεσε και η όψη του. Μικροκαμωμένος, στρογγυλούλης, με άσπρο μουστάκι και κάτασπρα μαλλιά, πολύ φουντωτά για την ηλικία του και συνήθως ατημέλητα, με τούφες που πέταγαν δεξιά, αριστερά.
Είχε και κάτι μάτια που δεν έμοιαζαν με άλλου ανθρώπου στο χωριό. Γαλανά, ξέθωρα γαλανά. Όπως η θάλασσα τον Ιούλιο με μπουνάτσα που δε χωρίζει από τον ουρανό.

Δε θυμάμαι βέβαια να μου 'λεγε ιστορίες σαν τους κανονικούς παππούδες που 'χαν τ' άλλα τα παιδιά, μα δε με πείραζε καθόλου. Τον παραφύλαγα που έρχονταν από το βουνό φορτωμένος με γουμάρια κι ακούμπαγε στον τοίχο της ρίμης, όξω από το σπίτι μου, για μια ανάσα. Μου χαμογελούσε ήσυχα, όπως μ' έπιανε να τον καμαρώνω κρυφά, ξαναφορτώνονταν κι έπιανε την κατηφόρα.

Εγέρασε πολύ. Κι ήρθαν έτσι τα πράματα που έγινα  για λίγο συγγενής του. Και σύντροφος στα τελευταία.
Μου μίλαγε τότε, με μια παράξενη ένταση στη φωνή, για την πιο σπουδαία ανάμνηση της ζωής του.
Ούτε τυχαία δεν είχα ακούσει εκείνο το γεγονός όταν ήμουν παιδί και τον κοίταζα  πάντα με γουρλωτά μάτια  και γεμάτη ενδιαφέρον, κάτι που τον ενθουσίαζε ιδιαίτερα κι έτσι να μου επαναλάμβανε συχνά την ίδια και την ίδια ιστορία.
"Τον είδα το Σαγγάριο, αλήθεια. Περπατούσαμε και περπατούσαμε δίχως να ξέρουμε τίποτα. Πού πάμε, βρε παιδί μου. Φίλοι γινήκαμε ούλοι. Όχι φίλοι, αδέρφια. Κι ύστερα από τόσο περπάτημα και ταλαιπωρία, άξαφνα, μας είπανε ν' αρχίσουμε να τρέχουμε... Προς τα πίσω τούτη τη φορά. Ακούγαμε Κεμάλ και βγάζανε φτερά τα πόδια. Στη Μυτιλήνη φτάσαμε εφτά. Τους χάσαμε όλους, παιδί μου. Άντε να βρεις να γυρίσεις στη Νικαριά. Και κάτι παλικάρια από το Ξερέδο, γύρευε τι να πεις στη μάνα τους... Κι ήντα να ξέρεις..."
Τι κρίμα! Κείνος θυμόταν αριθμούς κι ονόματα και γεγονότα, που λέγαν οι παλιοί. Τι κρίμα, ενόμιζα ότι θα ζούσε κι άλλο...
"Ηπήε μαθές στη Μικρασία ο Κίμος", μού λεγε ο πατέρας μου, αργότερα.
"Θάτανε 20 χρονών. Ήτανε στην τελευταία κληρουχία, την πιο άτυχη, γιατί τα πήραν τα μικρά αγύμναστα και τα βάλανε στην πρώτη γραμμή. Είχε μαζί το Μανώλη τον Κουντούπη, από το Πετροπούλι, κι αύτοι δα ηγλυτώσανε κι ήρτανε πίσω. Κι άμα ησυναντιόντουσαν για σε γάμο για σε κηδεία για κάτω στον Εύδηλο, ηγαλιάζουντο σα μικρά παιδιά κι ηκάμνανε πάντα σαματά, πότε με γέλια και πότε με κλάματα. Εκείνοι που δεν ήξεραν ηπόμεναν κι ηχάζευαν το θέαμα κι ηθαρρούσανε πως ηξεμωράθηκαν, μα εμείς ηξέραμε τι τονε αυτό πού 'παθαν οι άνθρωποι κείνα τα χρόνια κι αναστενάζαμε μαζί τους..."


Ίσως και να 'τανε γραφτό, σκέφτομαι τώρα, ετούτη η ιστορία του η στερνή να 'ταν το παραμύθι που μου χρώσταγε. Χωρίς στοιχεία ακριβή. Μοναχά η ουσία και το δίδαγμα.

Στο Δρούτσουλα μην πάτε να τον βρείτε. Λείπει. Χρόνια τώρα. Την κόψανε τη μουριά κι ο περίπατος ξεράθηκε. Ξεφύτρωσε ένας κισσός που μεγαλώνει τρομακτικά απότομα και πασχίζει να τ' αγκαλιάσει όλα. Το τοιχαλάκι της αυλής, το πέτρινο τραπέζι, τις πεζούλες...Το σπίτι γέρνει λίγο λίγο.
 Εβρήκα προχτές την πινακωτή της Κίμαινας πεταμένη στην αυλή- λίγο φουσκωμένη από τις βροχές αλλά σε καλή κατάσταση παραδόξως-και τη φύλαξα για την κόρη μου. Ενθύμιο. Τ' όνομα του Κίμου τό 'δωσα δεύτερο στο γιο μου. Κίμωνας. Όπως τ' άξιζε.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας.


Ο Κώστας, η Στέλλα και τα παιδιά τους


φωτό tirimata
(ο μικρός μου την έβγαλε χαζεύοντας την αραχνίτσα,
εγώ απλά τις διάλεξα χαζεύοντας το φως
 στα ροδαλά τους μαγουλάκια )
  Ένα ξεχωριστό ζευγάρι. Αγαπημένο θα ‘λεγες πολύ. Δίχως ποτέ να δεις μι’ αγκαλιά ή μια στιγμή τρυφερότητας. Έτσι, μι’ αγάπη στον αέρα, ολοφάνερη πάντως.
Εκείνη είχε πάντα το ίδιο χτένισμα. Κότσος με πλεξούδα περίτεχνη, τυλιγμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού με φουρκέτες. Ποτέ πιο παχιά ή πιο αδύνατη. Σοβαρή, αυστηρή μα και καλοσυνάτη. Της άρεσε να μένει σπίτι. Ίσως και να μην τη συναντούσα ποτέ παρά μόνο στην εκκλησιά, αν δεν περνούσε προς την κάτω γειτονιά, τουλάχιστον μια φορά τη μέρα για να δει τον ανιψιό της. Ή αν δεν την έπαιρναν τα παιδιά του τηλέφωνο απ’ την Αθήνα. Δεν τη θυμάμαι στην πλατεία για κουβέντα. Όρθια μοναχά στη διαδρομή προς τα κάτω, στέκονταν πίσω απ’ τις γλάστρες της αυλής κι αντάλλαζε δυο λέξεις με τη μάνα μου.
Εκείνος, χαμογελαστός συνήθως και πράος. Έρχονταν πάντα στην εκκλησιά και παρέα με τον Κίμο έψελναν κάθε Κυριακή. Στο σπίτι τους δεν πηγαίναμε συχνά. Ήταν στην άκρη του χωριού, λίγο πριν τα Τηρίματα.
Μόνο μην έρχονταν το καλοκαίρι.

Το ζευγάρι αυτό παιδιά δεν απέκτησε ποτέ. Μα είχε αναθρέψει κάτι άλλο. Τις ορτανσίες του.
Ήταν αυτές το δημιούργημά τους, το καμάρι τους.    
Σαν άνοιγε ο καιρός, από διακριτικοί κι αθόρυβοι που ‘ταν όλο το χρόνο, γίνονταν οι πρωταγωνιστές του χωριού. «Τις είδες τις ορτανσίες της Στέλλας; Για άμε δες τες…» έλεγαν η μια στην άλλη οι γυναίκες του χωριού.
Εκείνοι περίμεναν τους επισκέπτες καθισμένοι στις μπαγκέτες που ‘ χαν στην αυλή. Ύστερα σηκώνονταν και ξεναγούσαν μ’ ένα χαμόγελο όλο περηφάνια.
«Έλα να δεις κι εκείνη που μοβίζει και την παραπονιάρα που ‘χω στην άκρη…»
Όπως ακριβώς οι γονείς που ξεναγούν τους επισκέπτες στο δωμάτιο του νεογέννητου.
«Δες το, κοίτα τα ματάκια, κοίτα τι όμορφο…»
Μη φανταστείτε τίποτα λουλούδια στις γλάστρες. Όχι, ήταν ένα μοναδικό θέαμα στ΄ αλήθεια. Φυτεμένες στο χώμα, έφταναν σχεδόν το ύψος του σπιτιού κι από παντού ξεφύτρωναν μπουκέτα.
Σαν να μην ήθελαν ν’ απογοητεύσουν τους γονιούς που τις φρόντιζαν με τόση αγάπη.

Έμπαιναν και στον κατάλογο με τ’ αξιοθέατα του χωριού.
Αν ρώταγε κάνας ξενοχωρίτης, «Θα πάτε», έλεγαν, «στο Τσιμπουνάρι κι έπειτα στο ρυάκι, α, και να πάτε να δείτε τις ορτανσίες του Κώστα και της Στέλλας…»

Μα τότε δεν υπήρχαν δημοσιογράφοι με οικολογικές ανησυχίες, περιοδικά και φωτογράφοι για  ν’ απαθανατίσουν και να προβάλλουν εκείνο το πανέμορφο θέαμα όπως τ’ άξιζε.
Θα γίνονταν οι πιο γνωστοί γονείς κι οι πιο ευτυχισμένοι καθώς τα τέκνα εκείνα γεννιόταν κάθε χρόνο, το ίδιο όμορφα και το ίδιο νέα.
Μη με ρωτάτε τι απέγιναν. Δεν πήγα από τότε ποτέ. Τ’ αποφεύγω κάτι τέτοια μονοπάτια πια, εδώ και χρόνια.
Τα ‘χω στη σκέψη μου πάντα όμως και να, τώρα την άνοιξη τις βλέπω. Βγάζουν τα πρώτα φυλλαράκια και περιμένουν να υποδεχτούν με καμάρι χωριανούς και ξενοχωρίτες.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Εκείνος με τη μηχανή και τα μπλε...




Είχαν περάσει από το γραφείο πολλοί εκείνη την ημέρα. Ενημέρωση, συζήτηση, αξιολόγηση, καταλληλότητα ή όχι, εμπιστοσύνη ή όχι, καταγραφές ονομάτων, διευθύνσεις, παρενθέσεις και λοιπές διευκρινίσεις. Πονοκέφαλος και τ' αποτελέσματα όχι ενθαρρυντικά. Οι περισσότεροι ψάχνουν δουλειά ή απλά επιβεβαίωση. Ή απλά κουβέντα.
Η ώρα είχε πάει έξι κι έπρεπε να έχω φύγει από τις τρεις. Διαβάζω τα παιδιά μέσω τηλεφώνου και τα μάτια μου αρχίζουν να κλείνουν σιγά σιγά.
"Άντε, ένα ραντεβού ακόμη και τέλειωσες", έλεγα στον εαυτό μου.
Το ραντεβού στην ώρα του. Ήταν ένας νεαρός άντρας τελικά, γεγονός όχι τόσο συνηθισμένο σε μας. Μελαχρινός, με μεγάλα μάτια εντυπωσιακά, πολύ αδύνατος και με αφοπλιστικό χαμόγελο. "Θέλω τόσο πολύ να βοηθήσω, αλήθεια σας λέω..."
Του είπα για τις ανάγκες και την ιστορία γενικά του συλλόγου και εκείνος μού 'πε για τη δική του ιστορία. Δύσκολα παιδικά χρόνια, δύσκολα πολύ...μα σήμερα όλα είναι εντάξει. Μπορεί να προσφέρει.
-Και με τι ασχολείσαι; τον ρώτησα.
-Ε, χμ, να, είμαι αθλητής, για την ακρίβεια πρωταθλητής Ελλάδος...Στίβος. Δρομέας.
-Έλα, εσύ είσαι; τον κοίταξα με θαυμασμό... Κι έλεγα τι μου θυμίζει τ' όνομά σου...
Και μετά τον πρωταθλητισμό μιλήσαμε για το πώς ...επιβιώνει σήμερα ένας πρωταθλητής. Και μετά τα "μετάλλια", δηλαδή, μην τα πολυλογούμε, μιλήσαμε για τις "μούτζες". Τον εξευτελισμό, την αναζήτηση χορηγών, την εξάρτηση από τους συγγενείς κλπ κλπ.
Μιλήσαμε και για τους στίχους που γράφει. Χόμπι και επάγγελμα μαζί. Ίσως τους ξέρετε.  Είναι τραγούδια "πονετικά", που λέγανε οι παλιοί.
Ας  ήταν τόσο μικρός σε ηλικία. Είχε προλάβει να πονέσει αρκετά.

Μα τώρα ήθελε να προσφέρει...
-Έχω σκεφτεί τι μπορώ να κάνω, μου πέταξε μετά από λίγο με ενθουσιασμό. (Συνήθως όλοι σκέφτονταν παιχνίδι με τα παιδιά που είναι και η πιο δημοφιλής και ευχάριστη απασχόληση για εθελοντές). Αλλά όχι...
-Εμένα θα με φωνάζεις στα κουβαλήματα. Έχω μπόλικη δύναμη και μπορώ σίγουρα να βοηθάω σ' αυτό. Με τα παιδιά δε θέλω, γιατί δεν έχω την κατάλληλη εκπαίδευση...
"Βρε, καλός είναι τούτος, σκέφτηκα. Επιτέλους. Λίγη λογική..."
-Είσαι σίγουρος; Έχει πολύ δουλειά.
-Σίγουρος. Σίγουρος...
Στο πρώτο παζάρι ήρθε με το κορίτσι του, μια πολύ γλυκιά κοπέλα, το ίδιο πρόθυμη κι ευχάριστη.  Κάθισαν μαζί μας μέχρι το πρωί. Κούτες ατέλειωτες, πράγματα χιλιάδες, τακτοποίηση, κούραση αφάνταστη.
-Εγώ ευχαριστώ, μού 'πε το πρωί όταν τους έσφιξα το χέρι. Όποτε θες βοήθεια, να με φωνάξεις. Θα 'ρθω σίγουρα.

Πέρασε καιρός. Πάντα πρόθυμος. Κάποτε κάτι έκτακτο χρειαστήκαμε.
Δεν το σήκωσε αμέσως. Μα εγώ ήμουν σίγουρη για την απάντηση: "Σιγά που δε θα 'ρθει ο Γ.!"
Κι όμως δε θα 'ρχόταν.
-Μάντεψε, μού 'πε με χαρά. Είμαι για εκπαίδευση. Με πήραν στην αστυνομία! Είχα μαζέψει μόρια, θυμάσαι που σού 'λεγα...
Και μετά σαν απολογία:
-Ε, έπρεπε κι εγώ να κάνω μια κανονική δουλειά, να κάνω οικογένεια, πώς αλλιώς, δεν έπρεπε; Θα κάτσω λίγους μήνες εδώ και μετά Αθήνα. Θα τα πούμε όταν έρθω.

Τον πήρα εγώ, μια μέρα με κάτι επεισόδια στο κέντρο, τον ήθελα και για μια δουλειά.
-Είμαι στους "ζητάδες", μου 'πε. Έχω βάρδια.
-Ωχ, πρόσεχε. Γίνεται χαμός.
-Ναι, καταλαβαίνω τι εννοείς. Όμως μ' αρέσει. Έχω μηχανή και κυνηγάω τους κακούς. Έτσι είναι. Μην ακούς τίποτα. Τ' άλλα τ' αποφεύγουμε... Δεν υπάρχει πρόβλημα.

Δεν τον ξαναείδαμε. Και να τον δούμε δε θα τον αναγνωρίσουμε ίσως. Έχει μηχανή και φορά μπλε στολή με άσπρο κράνος.
 Και κυνηγά τους κακούς. Ή τον κυνηγούν οι κακοί. Ή κακοί είναι εκείνοι που κυνηγούν τους δυστυχείς. Ή οι δυστυχείς είναι οι κακοί που θέλουν να κάνουν τους καλούς να φοβούνται. Ή οι κακοί δεν είναι κακοί, είναι απλά φοβισμένοι. Ή οι καλοί νομίζουν πως είναι καλοί, ενώ στην πραγματικότητα υπηρετούν τους κακούς. Ή καλοί είναι όσοι σκοτώνονται ενώ κακοί είναι όσοι σκοτώνουν. Αν προλάβαιναν δηλαδή οι καλοί τώρα θα 'ταν κακοί γιατί σκότωσαν τους άλλους κακούς που μπορεί και να μην ήταν και τόσο.
Ή κακοί είναι όσοι τολμάν να χωρίζουν τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς.
Καλώς. Καταλήξαμε.

Γ., καλή τύχη. Ελπίζω να τα καταφέρεις.. Τα νέα δεν είναι καλά τελευταία.